Ομιλία της Υπουργού Παιδείας, Άννας Διαμαντοπούλου που παρουσιάζει τον Εθνικό Στρατηγικό Σχεδιασμό του Υπουργείου Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για τη στήριξη και προώθηση της ελληνικής γλώσσας.

«Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας
Πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
Μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες;»
(Γιώργος Σεφέρης, «Μυθιστόρημα», Η’)

Χρειαζόμαστε μια ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική για την ελληνική γλώσσα, εντός και εκτός συνόρων της χώρας μας.

Πιστεύω ακράδαντα στη δύναμη και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στη δίνη μιας πολύ μεγάλης κρίσης, η ελληνική γλώσσα μπορεί να μας δώσει αισιοδοξία, αυτοπεποίθηση, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, εμπιστοσύνη σχετικά με την ταυτότητά μας και τις τεράστιες δυνατότητες που διαθέτουμε. Η υπεροχή της γλώσσας μας, σε συνδυασμό με μια καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη προσπάθεια, μπορεί να αποφέρει πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Υπάρχει ευρύτατο πεδίο δράσης. Έχουμε υποχρέωση να βάλουμε ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μας, εργαζόμενοι με δέσμευση και αφοσίωση για την επίτευξή τους. Αν σήμερα η αγγλική γλώσσα είναι για όλους τους λαούς του κόσμου, η πρώτη ξένη γλώσσα που προτιμάται από ανάγκη, ας κάνουμε την ελληνική, την πρώτη ξένη γλώσσα που θα προτιμάται από επιλογή, από άποψη!

Πρόκειται για φιλόδοξο στόχο, αλλά είμαι πεπεισμένη πως είναι εφικτός. Είναι στο χέρι μας. Η ιστορία, ο πολιτισμός αλλά και οι προκλήσεις της σημερινής εποχής είναι σύμμαχοί μας. Βασική προϋπόθεση είναι να ξεκινήσουμε από το ίδιο μας το «σπίτι».

«Όταν δεν βρίσκουμε τις λέξεις, πιανόμαστε στα χέρια!» είχε πει το 2008 σε ομιλία της για την εκπαίδευση στη Γαλλική Ακαδημία, η Γαλλίδα ακαδημαϊκός και κορυφαία ελληνίστρια Ζακλίν ντε Ρομιγί. Φράση συγκλονιστική, που καταδεικνύει, με έναν πολύ παραστατικό τρόπο, πως τα όρια μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας σημαίνονται με λέξεις. Κι αν μας λείψουν, θα εκλείψει ο ίδιος ο πολιτισμός.

Ιδιαίτερα για εμάς, Έλληνες και Ελληνίδες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα συνιστούσε πραγματικά τραγική ειρωνεία να μας λείψουν οι λέξεις, όταν η ελληνική γλώσσα, από τη μακρινή αρχαιότητα μέχρι σήμερα, έχει να επιδείξει έναν εντυπωσιακό πλούτο από λεξίτυπους, καθώς μιλιέται και εξελίσσεται μέσα στους αιώνες και όταν ένα μεγάλο τμήμα από τους λεξίτυπους άλλων γλωσσών, όπως της αγγλικής, είναι αμιγώς ελληνογενές. Στο Merrian Webster, το πληρέστερο σήμερα αμερικανικό λεξικό, σε σύνολο 166.724 λέξεων η συμμετοχή ελληνογενών λέξεων είναι 42.914, αριθμός που αντιστοιχεί στο 25,73%. H μία στις τέσσερις λέξεις του είναι ελληνογενής.

Αλλά και σήμερα, βασικοί όροι της επιστημονικής και τεχνολογικής πρωτοπορίας εκφράζονται με ελληνικά γλωσσικά δάνεια. Nanotechnology: νανοτεχνολογία. Κι αυτή η λέξη που στα αγγλικά φαίνεται σαν μια σειρά από τυχαία γράμματα, μια σύμβαση δηλαδή, στα ελληνικά, η ετυμολογική της σύνθεση, το σημαίνον (η λέξη) έχει πρωτογενή σχέση με το σημαινόμενο (την έννοια). Είναι αυτή η ιδιότητα της ελληνικής γλώσσας που έκανε τον κορυφαίο φυσικό και έναν εκ των θεμελιωτών της κβαντομηχανικής Βέρνερ Χάιζενμπεργκ να πει: «Η θητεία μου στην αρχαία ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο». Δεν είναι μικρό πράγμα η αναγνώριση αυτή από τον διανοητή στον οποίο οφείλουμε την «αρχή της απροσδιοριστίας»! Θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα.

Η σημαντικότητα, λοιπόν, της πρόκλησης είναι δεδομένη. Για αυτό οφείλουμε όλοι, φορείς και άτομα, να εργαστούμε σκληρά και μεθοδικά για να καταρτίσουμε μια ολοκληρωμένη και συνεκτική στρατηγική για την ελληνική γλώσσα, εντός και εκτός συνόρων. Στρατηγική που θα εμπνεύσει και θα συστρατεύσει τους καλύτερους, για να επιτύχουμε το καλύτερο. Στρατηγική που θα καλύψει το εμφανές έλλειμμα που υπάρχει σήμερα και το οποίο ίσως αντανακλά μια ψυχολογία προεξοφλημένης συνθηκολόγησης με την αδιαφορία, για την τύχη της ελληνικής γλώσσας.

Είναι, όμως, αδιανόητο για εμάς να συνθηκολογήσουμε με την αδιαφορία. Η ελληνική γλώσσα πρέπει να είναι μέλημα όλων μας. Αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, της ταυτότητας και του πολιτισμού μας και ταυτόχρονα ουσιαστικό και συστατικό στοιχείο της κοινωνικής συνοχής και της ανάπτυξης του τόπου.

Ιδιαίτερα στους σημερινούς δύσκολους καιρούς, είναι ανάγκη περισσότερο από ποτέ να στραφούμε στα βασικά και τα θεμελιώδη. Κάθε κοινωνία χρειάζεται ενίοτε να επιστρέφει στα βασικά. Είναι, λοιπόν, η ιστορική στιγμή να το κάνει και η ελληνική. Αυτή είναι μια πραγματική ευκαιρία της κρίσης. Όχι για να δοξάσουμε κάποιες απαράγραπτες αρχές, αλλά για να επιβεβαιώσουμε ότι τουλάχιστον για κάποια βασικά ερωτήματα, έχουμε καταλήξει σε κοινούς τόπους, ότι οι απαντήσεις μας έχουν τον χαρακτήρα του αυτονόητου. Με βάση αυτές τις απαντήσεις μπορούμε να δώσουμε διεξόδους, να μεταλλάξουμε τις αδυναμίες μας σε δημιουργικές εμπειρίες. Δεν χρειάζεται, δηλαδή, να επαναλαμβάνουμε τη συζήτηση κάθε φορά από την αρχή σαν να ανακαλύπτουμε εκ νέου τον τροχό.

Είναι αυτονόητο ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες θα πρέπει να μιλούν, να γράφουν και να σκέφτονται με σωστά ελληνικά. Όπως αυτονόητο είναι ότι η γλωσσική αγωγή θα πρέπει να συνιστά υψηλή προτεραιότητα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Αυτονόητο είναι επίσης ότι η γλώσσα, μας ενώνει και μας ταυτοποιεί. Όχι σαν κάποιο «περιούσιο λαό» αλλά ως λαό με αυτογνωσία, ο οποίος σεβόμενος την κληρονομιά του μπορεί να έχει ένα καθαρό όραμα για την Ελλάδα του μέλλοντος και πρώτα απ’ όλα τη γλωσσική κληρονομιά του, που είναι η βάση του «σκέπτεσθαι».

Για αυτές τις προκλήσεις αξίζει και πρέπει να εργαστούμε, χωρίς ωραιοποιήσεις, αλλά και χωρίς δαιμονοποιήσεις. Ο τρόπος με τον οποίο ομιλούν σήμερα οι 15χρονοι, μπορεί να μας παραξενεύει, αλλά δεν συνιστά απειλή για τη γλώσσα. Περισσότερο ίσως θα πρέπει να μας προβληματίζει η ταλαιπωρία της γλώσσας στην έντυπη και ηλεκτρονική δημοσιογραφία και ευρύτερα στη δημόσια επικοινωνία.

Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι όλοι οι πολίτες και κυρίως οι νέες γενιές να κατέχουν ικανό γλωσσικό απόθεμα για σκέψη και έκφραση.

Αυτή είναι η μία διάσταση του σημερινού εγχειρήματος. Θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως «εσωτερική». Η άλλη διάσταση, η «εξωτερική», αφορά στην παρουσία της ελληνικής γλώσσας έξω από τα εθνικά σύνορα.

Ο ρόλος της ελληνικής γλώσσας είναι εξαιρετικά σημαντικός για την παγκόσμια ιστορία και την εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν θα επαναλάβω πολύ γνωστές αναγνωρίσεις αυτής της προσφοράς. Θα επικαλεστώ μόνο την πολύ πρόσφατη άρνηση του σκηνοθέτη Ζαν Λικ Γκοντάρ, να παρευρεθεί στο φεστιβάλ των Κανών σε ένδειξη συμπαράστασης προς την Ελλάδα, που τη συνόδευσε με μία δήλωση στην οποία μεταξύ άλλων είπε: «Όλοι χρωστάµε λεφτά στην Ελλάδα. Οι Έλληνες θα μπορούσαν να απαιτήσουν από τον σύγχρονο κόσµο χιλιάδες δισεκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα».

Σήμερα ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται μπροστά σε πελώριες προκλήσεις. Είναι σαφές, περισσότερο από ποτέ, πως η παγκοσμιότητα των αγορών, των επικοινωνιών, των ανταλλαγών, έχει ανάγκη από θεμελιώδεις αξίες, πάνω στις οποίες μπορεί να οικοδομηθεί ένας νέος, περισσότερο ανθρώπινος, κόσμος. Σε μια συγκυρία χαοτικών απορρυθμίσεων, κεντρικές έννοιες της ελληνικής σκέψης όπως η ηθική, η αρετή, η φρόνηση, η δικαιοσύνη, η πολιτική συμμετοχή, το μέτρο, προσλαμβάνουν το χαρακτήρα κρίσιμων διακυβευμάτων της εποχής μας.

Η εποχή των μεγάλων ιδεολογιών έχει παρέλθει. Οι σύγχρονες κοινωνίες δεν αναζητούν «- ισμούς» αλλά θεσμούς. Και οι θεσμοί για να λειτουργούν προϋποθέτουν όχι μόνο ενεργό συμμετοχή αλλά ορθολογική σκέψη και δράση. Στοιχεία τα οποία ανέδειξε ο ελληνικός πολιτισμός και τα οποία διατηρούν αναλλοίωτη τη διαχρονική σημασία τους.

Οι εισαγωγικές αυτές διαπιστώσεις είναι αναγκαίες για να περιγραφεί το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να χαράξουμε και να ξεδιπλώνουμε τη στρατηγική μας για την ελληνική γλώσσα και τη γλωσσική αγωγή και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι παρεμβάσεις μας εκτυλίσσονται σε τρία επίπεδα:

Πρώτο και σημαντικό κεφάλαιο είναι η διδασκαλία της γλώσσας στην ελληνική εκπαίδευση. Στα 800 ολοήμερα δημοτικά σχολεία με ενιαίο αναμορφωμένο πρόγραμμα, που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο, αυξάνονται οι ώρες διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας. Στόχος είναι η ενίσχυση της φιλαναγνωσίας, με την ανάγνωση και λογοτεχνικών κειμένων, από την Α’ δημοτικού, ώστε το παιδί να έρθει σε επαφή με το βιβλίο. Ως προς αυτό υπάρχει στενή συνεργασία με λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Δίνουμε τη δυνατότητα σε κάθε Σύλλογο Εκπαιδευτικών να επιλέξει τον τρόπο, με τον οποίο θα οργανώσει τέτοιου είδους δραστηριότητες, με στόχο πάντοτε το παιδί να έρθει κοντά στην ελληνική λογοτεχνία, από πολύ μικρή ηλικία.

Δεύτερο σημαντικό πεδίο είναι η διδασκαλία της γλώσσας στα σχολεία του εξωτερικού. Δεν είμαστε τόσοι πολλοί, ώστε να έχουμε την πολυτέλεια η τρίτη και τέταρτη γενιά των αποδήμων μας να μη μιλάει ελληνικά. Είναι μια μεγάλη απώλεια αυτή και ταυτόχρονα ένα λάθος μήνυμα προς τον υπόλοιπο κόσμο για τη σημασία που εμείς οι ίδιοι αποδίδουμε στη γλώσσα μας. Το κέντρο βάρους, λοιπόν, στα σχολεία του εξωτερικού πρέπει να είναι η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός. Γι’ αυτό και επικεντρωνόμαστε, όσον αφορά στο ανθρώπινο εκπαιδευτικό δυναμικό, κατά προτεραιότητα στους νηπιαγωγούς, στους δασκάλους και στους φιλολόγους.

Σε δεύτερη κατηγορία είναι οι ειδικότητες εκείνες, οι οποίες ασχολούνται με τον πολιτισμό, δηλαδή γυμναστές που ξέρουν χορούς και μουσικοί. Στο θέμα των σχολείων του Απόδημου Ελληνισμού έχει ήδη ξεκινήσει διαβούλευση και με το Συμβούλιο Αποδήμων, ώστε πολύ σύντομα να καταλήξουμε σε ένα νέο σχέδιο λειτουργίας των σχολείων ανά ήπειρο και ανά περιοχή, με επίκεντρο την ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.

Γενικότερα, οι Απόδημοι Έλληνες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα εκμάθησης της γλώσσας σε υψηλό επίπεδο, που να αντανακλά και τις προσαρμογές που υφίσταται. Επίσης, απαιτείται προσπάθεια προώθησης της ελληνικής και σε πανεπιστημιακό επίπεδο και ακαδημαϊκούς κύκλους του εξωτερικού.

Συνάμα, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό μπορεί να αποτελέσει και εργαλείο διπλωματίας, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Τρίτο πεδίο παρέμβασης συνιστά η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε ανήλικους και ενήλικους παλιννοστούντες και μετανάστες. Η γνώση της ελληνικής γλώσσας στη χώρα μας από τους μετανάστες είναι το κυρίαρχο στοιχείο ενσωμάτωσης και ένταξης. Στον τομέα αυτό υπάρχει και αναβαθμίζεται σειρά προγραμμάτων.

Συγκεκριμένα:

  1. Η παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού για την υποστήριξη της ελληνικής γλώσσας, κυρίως με την αξιοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας. Η αξιοποίησή της για την δημιουργία υλικού, το οποίο θα υποστηρίζει, από πολύ νεαρή ηλικία, τη σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας και ο ειδικός σχεδιασμός για αυτή την πρώτη γενιά του διαδικτύου, είναι μία από τις προτεραιότητες και τις ενότητες στις οποίες δίνουμε μεγάλη σημασία.
  2. Η ενίσχυση της έρευνας στο θέμα της γλώσσας, της γλωσσολογίας και της γλωσσικής αγωγής, δηλαδή από την αρχαία ελληνική μέχρι την εξέλιξη της σημερινής γλώσσας και παράλληλα υποστήριξη των λογοτεχνικών και των επιστημονικών σπουδών.
  3. Η αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων για εξ’ αποστάσεως διδασκαλία και αυτοεκπαίδευση. Αυτό αφορά στους Έλληνες ενήλικες σε όλα τα σημεία του πλανήτη, οι οποίοι θα ήθελαν να μάθουν ή να βελτιώσουν την γνώση της ελληνικής γλώσσας εξ’ αποστάσεως.

Επίσης, το Υπουργείο ενισχύει την υποστήριξη των Σπουδών Μετάφρασης και Διερμηνείας.

Μια πολύ μεγάλη πρωτοβουλία που συνιστά άμεση προτεραιότητα για το Υπουργείο Παιδείας είναι η καθιέρωση ενός σοβαρού και αξιόπιστου Πιστοποιητικού Ελληνομάθειας. Για να είναι ένα πιστοποιητικό κύρους, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες, έχει πολύ μεγάλη σημασία ποιος φορέας το χορηγεί.

Μελετούμε τη δημιουργία ενός ισχυρού οργανισμού για την ελληνική γλώσσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ο οποίος με επιστημονική εγκυρότητα θα βεβαιώνει και θα πιστοποιεί την ελληνομάθεια. Θα έχει τη μορφή ενός Διεθνούς Δικτύου Σημείων Επαφής με την Ελληνική Γλώσσα και τον Ελληνικό Πολιτισμό, σε οργανική διασύνδεση με το σύνολο των Εδρών Ελληνικής Γλώσσας και Ελληνικών Σπουδών που λειτουργούν σήμερα σε όλο τον κόσμο. Μια πρώτη σκέψη για την επωνυμία αυτού του Διεθνούς Δικτύου, είναι να φέρει το όνομα «Λόγος» (Logos) που σηματοδοτεί την κορυφαία συνεισφορά της ελληνικής σκέψης στον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο ελληνικός λόγος έγινε η γέφυρα για να περάσει η ανθρωπότητα στον κόσμο της λογικής. Σήμερα είναι επιτακτικό το αίτημα να παραμείνει σε αυτόν.

Για το συντονισμό της όλης στρατηγικής, προωθούμε την ιδέα της σύστασης ενός Εθνικού Συμβουλίου για τη στήριξη και προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Για το θέμα αυτό είχα ήδη μία πρώτη συζήτηση και με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια, ώστε η σύνθεση του Συμβουλίου να αντανακλά μια πραγματική συστράτευση αξιόλογων Ελλήνων από κάθε γωνιά του πλανήτη. Πρόκειται για θεσμό που θα καταδεικνύει τη συλλογική μας βούληση να φέρουμε την ελληνική γλώσσα στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Είχα την απόλυτα θετική ανταπόκριση του Προέδρου και το ενδιαφέρον του, ώστε το όλο εγχείρημα να έχει τη θετικότερη δυνατή έκβαση.

Οι προκλήσεις είναι, λοιπόν, μεγάλες. Απαιτούν ένα «εγερτήριο σάλπισμα», ένα οικουμενικό προσκλητήριο για τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας. Απαιτούν να ενώσουμε όλοι μας χέρια, ιδέες, δυνάμεις και εμπειρίες. Μπορούμε. Μπορούμε να κάνουμε να νιώσουν την ελληνική ως δική τους γλώσσα και να την επιλέξουν «από άποψη» όπως είπα και στην αρχή, χιλιάδες ή – γιατί όχι; – και εκατομμύρια δυνητικοί φίλοι της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πηγή: Griechische Botschaft