Συνδυάζει μοναδικά το φυσικό με το ανθρωπογενές περιβάλλον σε έκταση 1.969.741 στρεμμάτων

Του Αποστόλη Ζώη

Πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς συνδυάζει μοναδικά το φυσικό με το ανθρωπογενές περιβάλλον. Ο λόγος για το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου, το οποίο διαθέτει μοναδική χλωρίδα και πανίδα με σπάνια είδη.

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου θεσμοθετήθηκε το 2005 με Κοινή Υπουργική Απόφαση. Καταλαμβάνει μία έκταση 1.969.741 στρεμμάτων που εκτείνεται στους Νομούς Ιωαννίνων και Γρεβενών.

Στα όρια του περικλείει τους 2 προϋπάρχοντες Εθνικούς Δρυμούς αυτόν του Βίκου – Αώου και της Πίνδου (Βάλια Κάλντα), ολόκληρη σχεδόν την περιοχή του Ζαγορίου, ένα τμήμα της περιοχής της Κόνιτσας και του Μετσόβου και το δυτικό τμήμα του Νομού Γρεβενών.

Όπως αναφέρει η Αλεξάνδρα Παπιγκιώτη, Σύμβουλος Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης, η ύπαρξη πλήθους ενδημικών ειδών χλωρίδας, όλων σχεδόν των μεγάλων άγριων θηλαστικών που διαβιούν στη χώρα μας, καθώς και σπάνιων ειδών ορνιθοπανίδας, προσδίδουν στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου ιδιαίτερη οικολογική αξία.

Η περιοχή επίσης είναι ιδιαίτερα πλούσια σε ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία. Παραδοσιακοί οικισμοί, πέτρινα τοξωτά γεφύρια, περίτεχνοι ναοί και μοναστήρια, νερόμυλοι και πέτρινες σκάλες κυριαρχούν σε όλο το δομημένο περιβάλλον του Πάρκου.

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου απαρτίζεται από τέσσερις διακριτές ζώνες με διαφορετικό βαθμό προστασίας. Η πρώτη ζώνη (Ζώνη I) , σύμφωνα με την ίδια, περιλαμβάνει τους τρεις πυρήνες που χαρακτηρίζονται ως Περιοχές Προστασίας της Φύσης και είναι το φαράγγι του Βίκου, η χαράδρα του Αώου και η περιοχή της Βάλια Κάλντα.

Γύρω από τις παραπάνω περιοχές, καθώς και σε ορισμένες επιπρόσθετες θέσεις του Πάρκου εκτείνεται η δεύτερη ζώνη (Ζώνη II) που χαρακτηρίζεται ως Ζώνη Διατήρησης Οικοτόπων και Ειδών με τέσσερις επιμέρους περιοχές.

Το υπόλοιπο τμήμα του Πάρκου, που κατέχει και τη μεγαλύτερη έκταση, αποτελείται από την κύρια ζώνη του Εθνικού Πάρκου (Ζώνη ΙΙΙ) και την Περιφερειακή Ζώνη (Ζώνη IV) με τέσσερις επιμέρους περιοχές.

Ο υψηλότερος βαθμός προστασίας χαρακτηρίζει την Ζώνη Ι, στην οποία κύριος διαχειριστικός στόχος είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος και η αποτελεσματική προστασία του ώστε να ακολουθήσει τη φυσική του εξέλιξη χωρίς ανθρώπινες επεμβάσεις. Η Ζώνη ΙΙ επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί υψηλού βαθμού προστασίας, έχει ως στόχο τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης του φυσικού περιβάλλοντος και την αποτελεσματική προστασία του, εντός των ορίων της όμως επιτρέπετε να εκτελούνται έργα και εργασίες, να γίνονται έρευνες και να ασκούνται δραστηριότητες, κυρίως παραδοσιακού χαρακτήρα.

Στη κύρια Ζώνη του Εθνικού Πάρκου (Ζώνες ΙΙΙ) ο βαθμός προστασίας είναι χαμηλότερος ενώ ο κύριος σκοπός της είναι η διαφύλαξη της φυσικής κληρονομιάς και η διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας σε συνάρτηση με τις ασκούμενες δραστηριότητες των κατοίκων, οι οποίες θα πρέπει να βελτιώνονται με κατεύθυνση τον παραδοσιακό χαρακτήρα τους και με παράλληλη παροχή δυνατοτήτων οικοτουριστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων.

Τέλος, η Περιφερειακή Ζώνη του Πάρκου (Ζώνη IV) έχει ως στόχο τον έλεγχο των χρήσεων γης, των δραστηριοτήτων και των έργων που ενδέχεται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον του Εθνικού Πάρκου, καθώς και τη διατήρηση και αποκατάσταση περιοχών σημαντικών για την προστασία της αρκούδας. Παράλληλα, στην ίδια Ζώνη, υποστηρίζονται δραστηριότητες με στόχο την ήπια ανάπτυξη της περιοχής καθώς και την ανάπτυξη ήπιων μορφών αναψυχής. Όλες οι ασκούμενες δραστηριότητες και τα εκτελούμενα έργα, επισημαίνει η Έφη Εξάρχου, Σύμβουλος Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, εντός της περιοχής του Εθνικού Πάρκου, πρέπει να είναι σύμφωνα με τα οριζόμενα στην Κοινή Υπουργική Απόφαση ίδρυσης του Εθνικού Πάρκου και ενδέχεται να ισχύσουν ορισμένοι περιορισμοί και ρυθμίσεις, χωρικά και χρονικά, σε διάφορες χρήσεις και δραστηριότητες, μετά την ολοκλήρωση και παραλαβή από το Φ.Δ. των μελετών που υλοποιούνται σήμερα στην περιοχή (μελέτες θήρας, αιολικού δυναμικού, μικρών υδροηλεκτρικών έργων κ.α) καθώς και την έκδοση του Κανονισμού Διοίκησης και Λειτουργίας του Φ.Δ. από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υ.ΠΕ.ΚΑ.. Επίσης, πέρα από τα παραπάνω, ισχύει η νομοθεσία που αφορά γενικότερα το περιβάλλον στην Ελλάδα, η δασική νομοθεσία και ιδιαίτερα η νομοθεσία που διέπει τους Εθνικούς Δρυμούς.

Στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου απαντώνται 1.700 περίπου είδη φυτών, πολλά εκ των οποίων είναι σπάνια, ενδημικά και προστατευόμενα, φυτά με φαρμακευτικές ιδιότητες, καθώς και τουλάχιστον 86 είδη μανιταριών στο ανατολικό κυρίως τμήμα του Πάρκου. Επίσης, εξαιτίας των υψομετρικών διακυμάνσεων (400μ – 2.500μ) και των γεωλογικών σχηματισμών, στην περιοχή συναντάμε διαφόρους τύπους βλάστησης στους οποίους εντάσσονται 28 τύποι οικοτόπων, ορισμένοι εκ των οποίων έχουν υψηλή οικολογική αξία και σπανιότητα γι’ αυτό και προστατεύονται σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η άγρια πανίδα του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου περιλαμβάνει 60 περίπου είδη θηλαστικών, όπως η αρκούδα, το αγριόγιδο, το ζαρκάδι , η βίδρα, ο αγριόγατος κ.α.

Επίσης περιλαμβάνει 186 είδη πουλιών, όπως ο ασπροπάρης, ο χρυσαετός, μαύρος δρυοκολάπτης, η ορεινή πέρδικα, ο μαυροπελαργός κ.α. Τριάντα είδη ερπετών, όπως η οχιά των ορεινών λιβαδιών, η κερκυραϊκή σαύρα, η κρασπεδωτή χελώνα κ.α.

Δεκατέσσερα είδη αμφιβίων, όπως ο αλπικώς τρίτωνας, ο χωματοφρύνος κ.α. , όπως και 17 είδη ψαριών, όπως ο πινδοβίνος, η πέστροφα, η μπριάνα κ.α.

Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου η παρουσία του ανθρώπου χρονολογείται από την Ανώτερη Παλαιολιθικά εποχή (15.000 – 8.000 π.Χ) σύμφωνα με ευρήματα σε βραχοσκεπές κοντά στον ποταμό Βοϊδομάτη. Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής θα αρχίσει από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204) και θα κορυφωθεί την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας (1430-1830). Η ενασχόληση των κατοίκων του Ζαγορίου και του Μετσόβου κυρίως, με το εμπόριο, είχε σαν αποτέλεσμα την συγκέντρωση πλούτου στην περιοχή, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την ανάπτυξη των οικισμών και την διευκόλυνση των μετακινήσεων (γεφύρια, οδικό δίκτυο). Σήμερα στα όρια του Εθνικού Πάρκου περικλείονται 79 οικισμοί.

Φορέας Διαχείρισης

Την ευθύνη, για την διοίκηση και διαχείριση, της προστατευόμενης περιοχής του Εθνικού Πάρκου έχει ο Φορέας Διαχείρισης των Εθνικών Δρυμών Βίκου Αώου και Πίνδου που ιδρύθηκε με το Νόμο 3044/2002 και του οποίου η νομική μορφή είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που εποπτεύεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Κύριοι σκοποί του Φορέα Διαχείρισης είναι η διατήρηση και διαχείριση των σπάνιων οικοτόπων και ειδών χλωρίδας και πανίδας, καθώς και η θεσμοθέτηση διαδικασιών και μέτρων για την εξασφάλιση της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Ο Φορέας Διαχείρισης διοικείται από ενδεκαμελές Διοικητικό Συμβούλιο στο οποίο εκπροσωπούνται τα υπουργεία ΠΕ.ΚΑ, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Ανάπτυξης, οι οικείες περιφέρειες και οι οικείοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης Ά και Β’ βαθμού, παραγωγικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, ειδικοί επιστήμονες και εκπρόσωποι μη κυβερνητικών περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Τα Κέντρα Πληροφόρησης από τον Φεβρουάριο του 2007, που λειτουργούν υπό την σκέπη του Φ.Δ. έως σήμερα έχουν δεχθεί πάνω από 30.000 επισκέπτες τόσο μεμονωμένους όσο και σε ομάδες, όπως για παράδειγμα σχολεία όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης. Στα Κ.Π. ο επισκέπτης μπορεί να πάρει πληροφορίες και έντυπο υλικό για το φυσικό περιβάλλον, τα είδη χλωρίδας και πανίδας, τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, τις πεζοπορικές διαδρομές καθώς και για το ανθρωπογενές περιβάλλον, την ιστορία της περιοχής, τους αρχαιολογικούς χώρους, τα γεφύρια, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, τα μουσεία κ.α. επίσης μπορεί να ενημερωθεί για τα όσα ισχύουν στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου.