Ενδιαφέρουν και ενημερώνουν

Αύξηση-ρεκόρ παρουσιάζει ο αριθμός των Ελλήνων που μεταναστεύουν στη Γερμανία.

 Ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων της Γερμανίας έφθασε τις 315.000!

Αύξηση-ρεκόρ παρουσιάζει ο αριθμός των Ελλήνων, που μεταναστεύουν στη Γερμανία αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η αύξηση αυτή, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, έφθασε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012 σχεδόν στο 80%, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων, που είναι εγκατεστημένοι στη Γερμανία των 81,8 εκατομμυρίων κατοίκων, να έχει φθάσει τις 315.000.
Όπως αναφέρουν τα στοιχεία αυτά, που δόθηκαν πρόσφατα στη δημοσιότητα, 501.000 ξένοι εγκαταστάθηκαν στη Γερμανία κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2012, αύξηση 15% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του περασμένου χρόνου.
Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ραγδαία αύξηση των μεταναστών από χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης χρέους. Από την Ελλάδα ο αριθμός των μεταναστών αυξήθηκε κατά 78% και κατά 53% από την Πορτογαλία και την Ισπανία.
Αυτό σημαίνει, ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012 μετανάστευσαν στη Γερμανία 15.800 Έλληνες, δηλαδή 6.900 περισσότεροι από το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Συνολικά σε όλη τη διάρκεια του 2011 παρατηρήθηκε αύξηση της μετανάστευσης σε ποσοστό 20%.
Ο ρυθμός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας, που το 2011 έφθανε το 3%,  επιβραδύνθηκε τους τελευταίους μήνες, αλλά οι οικονομολόγοι αναμένουν, ότι η Γερμανία θα αποφύγει το είδος της ύφεσης που πλήττει πολλές χώρες της Ευρωζώνης.
Η Γερμανική Στατιστική Υπηρεσία ανακοίνωσε επίσης, ότι οι περισσότεροι μετανάστες που έφθασαν στη Γερμανία (306.000 στον αριθμό), προέρχονταν από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Annette Groth, πρόεδρος της Ελληνογερμανικής Επιτροπής Φιλίας του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου: «Οι περισσότεροι Γερμανοί δεν πιστεύουν πια, ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες»

Την άποψη πως «οι περισσότεροι Γερμανοί δεν πιστεύουν πια, ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες», εκφράζει η βουλευτής και πρόεδρος της Ελληνογερμανικής Επιτροπής Φιλίας του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου κ. Annette Groth (Αννέτε Γκροθ), με αφορμή σχετικές αναφορές στον γερμανικό Τύπο και παρόμοιες απόψεις, που επικρατούν τα τελευταία χρόνια στη γερμανική κοινή γνώμη.
Η κ. Γκροθ, που επισκέφθηκε την Ελλάδα και συμμετείχε στην 3η Ελληνογερμανική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης, ανέφερε σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Οι περισσότεροι Γερμανοί δεν πιστεύουν πια, ότι οι Έλληνες είναι τεμπέληδες.  Βλέπουν περισσότερο τι συμβαίνει στην Πορτογαλία, την Ισπανία, και τη Γαλλία και αντιλαμβάνονται, ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για τις αντιδράσεις αυτές. Βλέπουν, πως ο λόγος αυτός δεν μπορεί να είναι, ότι οι άνθρωποι στις χώρες αυτές δεν εργάζονται αρκετά. Δεν είναι τόσο ανόητοι πια. Χειραγωγούνται από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και αυτά έχουν αλλάξει πλέον. Δεν θα βρείτε άρθρο στις μέρες μας στις γερμανικές εφημερίδες, που να δυσφημίζει τον ελληνικό λαό. Οι περισσότεροι Γερμανοί αντιλαμβάνονται, ότι η γενικότερη οικονομική κρίση είναι η αιτία των προβλημάτων» σημειώνει χαρακτηριστικά.

«Πιστεύω ότι ο κ. Φούχτελ μετάνιωσε για την επίμαχη δήλωσή του»

Ερωτηθείσα για το σχόλιο, που έκανε ο εντεταλμένος της Γερμανίδας καγκελαρίου για την ελληνογερμανική συνεργασία κ. Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ, ότι η δουλειά που κάνουν 3.000 εργαζόμενοι στην ελληνική Αυτοδιοίκηση γίνεται από 1000 ανθρώπους στη Γερμανία, η κ. Γκροθ απάντησε: «Πιστεύω, ότι ο κ. Φούχτελ μετάνιωσε για τη δήλωση αυτή, όμως η συγκεκριμένη αναφορά έγινε σε ένα πλαίσιο σχετικό με την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Δεν είναι άνθρωπος, που υποστηρίζει ότι πρέπει να απολυθούν άνθρωποι και να χάσουν τις δουλειές τους».
Για το κλίμα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στον Τύπο της Γερμανίας και της Ελλάδας, η κ. Γκροθ, που είναι κοινωνιολόγος στο επάγγελμα και, ως ομοσπονδιακός βουλευτής από το 2009, ανήκει στο αριστερό κόμμα “Die Linke” σχολιάζει, ότι το πρόβλημα αυτό βρέθηκε στο επίκεντρο πρόσφατης συνάντησης ελληνικών και γερμανικών φορέων στη Κολωνία. «Όλοι οι συμμετέχοντες χαρακτήρισαν απαράδεκτο το κλίμα, που διαμορφώνουν τα μέσα ενημέρωσης και δήλωσαν τη δέσμευσή τους, να προσπαθήσουν να το καταπολεμήσουν. Άλλωστε και σε πολιτικό επίπεδο γίνονται αντίστοιχες προσπάθειες. Εμείς από την αρχή προσπαθήσαμε να εκδίδουμε δελτία τύπου και να απολογούμαστε στην ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου, για όσα γράφονται. Άλλωστε ένα σημαντικό βήμα προσέγγισης είναι και η ίδια η Ελληνογερμανική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης. Προσπαθούμε διαρκώς να βρούμε τομείς για συνεργασία», υπογράμμισε η γερμανίδα βουλευτής.

«Ανόητος ο ισχυρισμός, ότι η Γερμανία θέλει να διώξει την Ελλάδα από το Ευρώ»

Η κ. Γκροθ, που στο περιθώριο της Ελληνογερμανικής Συνάντησης της Θεσσαλονίκης συνομίλησε και με τους διαδηλωτές, που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το συνεδριακό κέντρο «Ν. Γερμανός», τόνισε κατά τον χαιρετισμό της στη συνέλευση, ότι «είναι ανόητο να ισχυρίζεται κανείς, ότι η Γερμανική κυβέρνηση θέλει να διώξει την Ελλάδα από το Ευρώ». Η ίδια σημείωσε, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε, πως η Ελλάδα έχει κάνει τις μεγαλύτερες προσπάθειες στο δημοσιονομικό τομέα από ότι όλη η Ευρώπη και γι’ αυτόν τον λόγο θα μπορέσει να της καταβληθεί η επόμενη δόση της χρηματοδότησης.
Για τον τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί η δυσχερής οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, επεσήμανε: «Υπάρχουν μεγάλες ιδιωτικές περιουσίες σε λιγότερες από 2000 οικογένειες και υπάρχει μεγάλος συσχετισμός μεγάλου δημοσίου χρέους και συγκέντρωσης πλούτου. Πρέπει να σκεφτούμε, πως οι τεράστιες περιουσίες θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τη διαχείριση της κρίσης. Οι πλούσιοι πρέπει να πληρώσουν. Η φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, θεωρούμε, ότι στο πλαίσιο της σημερινής κρίσης μπορεί να συμβάλλει στην πιο ισότιμη συμμετοχή στις δυσκολίες».

 

 

 

Ως δεύτερη διδασκόμενη γλώσσα καθιερώνονται τα ελληνικά στα Δημοτικά και στα Γυμνάσια της Αυστραλίας!

Ως δεύτερη γλώσσα και όχι ως διδασκόμενη μόνο σε μαθητές και μαθήτριες ελληνικής καταγωγής, όπως αρχικά είχε αποφασιστεί, αναπτύσσονται τα ελληνικά στα αυστραλιανά σχολεία.
Με την απόφαση αυτή, η ομογενής Ομοσπονδιακή βουλευτής του Εργατικού Κόμματος, κ. Μαρία Βαμβακινού επισημαίνει, ότι με αυτόν τον τρόπο παρέχεται η δυνατότητα να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα σε όλους τους μαθητές των αυστραλιανών σχολείων και όχι μόνο σε αυτούς που είναι ελληνικής καταγωγής.

Σημειώνεται, πως κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε ο Συντονιστής Εκπαίδευσης του Ελληνικού Προξενείου Μελβούρνης, κ. Βασίλειος Γκόκας, που συντόνιζε την παρέμβαση της ομογένειας και ο οποίος τόνισε στην ειδική Επιτροπή ACARA του αυστραλιανού Υπουργείου Παιδείας, ότι:

«Η διδασκαλία των Γλωσσών, όπως τονίζεται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, είναι ένας από τους βασικούς τομείς μάθησης και βασικό συστατικό της εκπαιδευτικής εμπειρίας όλων των μαθητών. Σύμφωνα, λοιπόν, με το πνεύμα και το σκεπτικό αυτό η ανάπτυξη της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας θα μπορέσει να:

– Ενεργοποιήσει όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το πολιτιστικό και γλωσσικό υπόβαθρό τους να συμμετάσχουν στην εκμάθηση της Νέας Ελληνικής, αν το επιλέξουν. Στο πλαίσιο αυτό, η αξία της Νέας Ελληνικής θα αποτελέσει επιπλέον εφόδιο για όλους τους μαθητές της Αυστραλίας που θα κατευθυνθούν στις Κλασικές Σπουδές, Βιβλικές Σπουδές, Ιατρική, Φαρμακολογία κ.ά.

– Θα αγκαλιάσει τις μελλοντικές γενιές των μαθητών, που επιθυμούν να σπουδάσουν Νέα Ελληνικά, ενώ παράλληλα δεν θα δημιουργήσει προβλήματα σε αυτούς που τώρα φοιτούν.

– Θα αντιμετωπίσει τη λανθασμένη, εδώ και χρόνια, αντίληψη, ότι η ελληνική είναι διαθέσιμη μόνο για τους μαθητές που μιλούν ελληνικά στο σπίτι (και η σχετική εικόνα της γλώσσας θα είναι αντικίνητρο για τη μελέτη της γλώσσας που υπάρχει σήμερα).

– Θα εξασφαλίσει το κύρος της Νέας Ελληνικής στο πλαίσιο του Αυστραλιανού Προγράμματος Σπουδών για όλες τις παρούσες αλλά και τις μελλοντικές γενιές των μαθητών».

Η Επιτροπή ACARA, αφού έλαβε υπόψη τις υποδείξεις της ελληνικής παροικίας, αποφάσισε να αλλάξει την προηγούμενη απόφασή της και να επιτρέψει την περίληψη της ελληνικής γλώσσας στο Εθνικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας Γλωσσών ως «δεύτερη γλώσσα», στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο, αλλαγή που ικανοποιεί το αίτημα της ελληνικής ομογένειας και διαμορφώνει νέες, θετικές προοπτικές για τη γλώσσα μας στο αυστραλιανό εκπαιδευτικό σύστημα.

Επιμέλεια:Ευθύμιος Χατζηϊωάννου