Η Βιρτζίνια Γουλφ για την Ελλάδα: “Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου”

Γράφει η Μαρία Αρβανίτη Σωτηροπούλου.

Η Αντελιν Βιρτζίνια Στήβεν- Γουλφ (1882-1941) είναι από τους σημαντικότερους συγγραφείς του Μεσοπολέμου, κριτικός και μυθιστοριογράφος, φεμινίστρια με πλούσια κοινωνική δράση (μαχητικά υπερασπίστηκε το δικαίωμα ψήφου των γυναικών). Αμφισβητήθηκε και πολεμήθηκε από πολλούς, χωρίς να μπορεί ν’ αγνοηθεί από κανένα. Αυτό που είναι ελάχιστα γνωστό είναι το γεγονός ότι η Βιρτζίνια Γουλφ ήταν οδοντίατρος, γεγονός που την καθιστά από τις πρώτες γιατρούς συγγραφείς.

Η τρικυμιώδης ζωή της με τις συχνές νευρωτικές κρίσεις και τις αλλεπάλληλες απόπειρες αυτοκτονίας, βρήκε τη γαλήνη στα νερά του ποταμού Αουζ, όπου τελικά πνίγηκε στις 28 Μαρτίου 1941. Από τα γνωστότερα έργα της : Η κυρία Νταλαγουέι, Μέχρι τον φάρο, Τα κύματα, Ορλάντο δεν έπαψαν να διαβάζονται και να μεταφέρονται στον κινηματογράφο, ενώ η συναρπαστική της προσωπικότητα έγινε αφορμή για πολλά πετυχημένα βιβλία και κινηματογραφικές ταινίες από το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;” μέχρι τις “Ώρες”.

Η Βιρτζίνια Γουλφ είχε επισκεφθεί δυο φορές την Ελλάδα, που την αγαπούσε πολύ, όπως φαίνεται από το γράμμα που έστειλε στη φίλη της Έθελ Σμιθ.

Τετάρτη 4 Μαίου 1932 μΧ
Ξενοδοχείο Ματζέστικ Αθήνα

Λοιπόν πού είναι το λάθος στη χρονολογία; Τι σχέση έχει εδώ ο΄Αινστάιν; Για πληρέστερη ενημέρωσή του προσθέτω. 11,35, ένα καυτό πρωινό. Είμαι καθισμένη στο κρεβάτι μου, με το μελανοδοχείο πάνω στο κομοδίνο, ένα τεράστιο καλόγερο στο πηγούνι μου -προιόν του κρύου και της σκόνης- αλλά κατά τ’ άλλα πανευτυχής.

Γιατί δε μου είπες ποτέ ότι η Ελλάδα είναι όμορφη; Γιατί δεν ανέφερες ποτέ τη θάλασσα και τους λόφους, τις κοιλάδες και τα λουλούδια; Μόνο εγώ έχω μάτια και τα βλέπω; Εθελ σου το αναγγέλω επισήμως: Η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Ο Μάιος είναι η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Ελλάδα και Μάης μαζί!

Ας πάρουμε για παράδειγμα τ’ αηδόνια που τραγουδούσαν κρυμένα στα κυπαρρίσια, όταν καθόμαστε στη ρεματιά. Και γέμισα την ποδιά μου κατακόκκινες ανεμώνες .

Ναι, αλλά εσύ θέλεις γεγονότα Μπέκεντερ. Ωραία λοιπόν. Από τη Αθήνα εις Κόρινθον. Ανοικοδόμηση πόλεως μετά από σεισμόν. Κόλπος (διώρυγα) κλειστός λόγω πτώσεως βράχων. Έξι γάιδαροι απασχολούνται δια την απομάκρυνσιν των βράχων με κάρα. Αυτό θα πάρει 6 μήνες μέ 1 χρόνο. Στο μεταξύ παρακώλυσις συγκοινωνιών. Δελφοί απεκόπησαν. Πορτοκάλια αδύνατον να βρεθούν εις ξενοδοχείον. Από Κόρινθον (αυτά όλα μέσα σε ένα μεγάλο ανοιχτό αυτοκίνητο του Γκόλμαν, που οδηγούσε τέλεια πάνω σε δρόμους που έμοιαζαν με σβυσμένους κρατήρες- ένας γοητευτικός οδηγός) εις Μυκήνας. Με μια λέξη: υπέροχα!

Βόμβος μελισσών στον τέφο του Αγαμέμνονα. Πώς είναι ο στίχος; “Η περικεφαλαία του έγινε κυψέλη μελισσών”; Τσάι στην “Ωραία Ελένη”, μες στους κάμπους. Βατράχια που κοάζουν, το βράδυ στο Ναύπλιο. Α και την άλλη μέρα ανεβήκαμε ένα πέρασμα που μας τσάκισε τα νεύρα.

Τιναζόμασταν στα ύψη σαν βέλος στην κόψη ενός ξυραφιού, σπηλιές μέσα σε βράχους σε αβύσσους χίλια πόδια κάτω από το αριστερό μας μάτι και γάιδαροι που ξεπρόβαλαν στις στροφές προς τη Μητροβίτσα κι από κει Μυστράς! Βυζαντινή εκκλησία εξαίσια, χωρικοί αξιαγάπητοι, καφές σε χωριάτικο καφενείο κι από κει πίσω στην Αθήνα κι όλο ν’ ανεβαίνει η ζέστη και να δυναμώνει ο αέρας και τα δένδρα ν’ ανθίζουνε μπροστά στα μάτια μας, θύσανοι βιολετιοί, άσπροι, πορφυροί -με μου ζητάς να τεκμηριώσω αυτά τα στοιχεία- με φόντο έναν ουρανό με άσπιλο γαλάζιο.

Ύστερα μια μέρα στην Αθήνα. Μεγάλη Παρασκευή σύμφωνα με τους βαρβαρικούς τους υπολογισμούς, αλλά Θε μου, Έθελ, πόσο προτιμώ τους βαρβαρικούς τους υπολογισμούς από την προτεσταντική μας ορθοδοξία! Τη νύχτα ενώ όλα σιγούν μέσα στη ζέστη σταθήκαμε στο μπαλκόνι και είδαμε να περνάει η πομπή.

Έψελναν σε ελλάσον κλειδί, ένα θρηνητικό τραγούδι, που μου φάνηκε επιβλητικό κι επίσημο γύρω από ένα φέρετρο κι οι παπάδες με μακριά μαλλιά κι επίσημες επικήδειες εσθήτες έψελναν και σε βεβαιώνω πως ό,τι το θρησκευτικό υπάρχει μέσα μου, βουβό και παραμορφωμένο, ανθοβόλησε κάτω απ’ αυτή τη θερμή αισθησιακότητα, τόσο απτή, κίτρινη, απαλή. Και μου ήλθαν στο νου τα φώτα των δικών μας ψαράδικων στ’ ανοιχτά. Όλοι περπατούσαν στο δρόμο κρατώντας ένα κίτρινο κερί αναμμένο και σ’ όλα τα παράθυρα έλαμπαν φωτάκια. Στ’ αλήθεια μόνο που δε μας πήραν τα κλάματα, εμάς τους ειδωλολάτρες…”