«Η γνώση είναι το καλύτερο εφαλτήριο για το μέλλον»

Μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ η συγγραφέας Κατερίνα Καριζώνη. Η  Κατερίνα Καριζώνη  γεννήθηκε  στη  Θεσσαλονίκη .Η  καταγωγή  της  είναι  απ΄την Χαριά  της  Μάνης.Τέλειωσε  τη Γερμανική Σχολή Θεσσαλονίκης,  σπούδασε  οικονομικά   και  εκπόνησε  την  διδακτορική  της   διατριβή  στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο  Θεσσαλονίκης . Την πρώτη  ποιητική  της  συλλογή  την εξέδωσε στα  εφηβικά της  χρόνια  με  τον  τίτλο Πρωτοβρόχια. To 2014  επανεκδόθηκε σε νέα εκδοχή  το  αστυνομικό μυθιστόρημα Βαλς στην ομίχλη από  τις εκδόσεις  Καστανιώτη. Σήμερα μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ.

Συνέντευξη της Κατερίνας Καριζώνη στο Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Ποια ήταν τα ερεθίσματα που σας έκαναν να αρχίσετε να γράφετε μυθιστορήματα;karizo

Πρέπει  να σας   πω  ότι   ξεκίνησα  απ΄την  ποίηση , πέρασα  στο παραμύθι  και  στο  παιδικό αφήγημα   και   στη συνέχεια  στο μυθιστόρημα. Ο  λόγος  που  κατέληξα   σ ΄αυτό  το είδος  ήταν   ότι  δεν μου  έφταναν  τα  άλλα  δύο για να  εκφράσω όσα ήθελα  .Ασφυκτιούσα  μέσα  στη μικρή φόρμα  . ‘Αλλωστε   το  μυθιστόρημα  σου  δίνει   τη δυνατότητα  να  ενσωματώσεις  μέσα   του  όλα  τα  είδη  γραφής  καθώς και   άλλες μορφές  τέχνης .Μπορούσα   να  δοκιμαστώ  λοιπόν ,  σε  πολλά  επίπεδα κι   αυτή  ήταν   μια   πρόσθετη  πρόκληση  για να επιχειρήσω να  γράψω  μυθιστόρημα.

Πώς ξεκινά κάθε φορά το ταξίδι συγγραφής ενός βιβλίου;

Για   μένα δύσκολα  και βασανιστικά  καθώς γράφω  ιστορικά μυθιστορήματα  και  πρέπει   να  κάνω   έρευνα   και ταυτόχρονα  να στήνω   την  υπόθεση. Αναγκαστικά  μειώνω   τους δεσμούς μου  με τον έξω  κόσμο ,   τις  εξόδους μου , τα  τηλέφωνα, συχνά  χάνω  φίλους και  παρέες  και   κλείνομαι στον σκιώδη   κόσμο  που  δημιουργώ,  ο  οποίος όμως   έχει τους   δικούς του  αυστηρούς  κανόνες  .Αν  δεν το κάνω  αυτό  η προσπάθεια  πιθανόν   να   αποτύχει και  το μυθιστόρημα    να  μη  ολοκληρωθεί .Χρειάζεται αυτοπειθαρχία και αυτοσυγκέντρωση για να  γράψεις.  

Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το μυθιστόρημα  «Βαλς στην ομίχλη», εκδόσεις  Καστανιώτη.

Από  παλιά  είχα  ένα όνειρο .Να γράψω ένα αστυνομικό στην παλιά Θεσσαλονίκη. Υπήρξα  λάτρης των  αστυνομικών μυθιστορημάτων  , αλλά  και της  ιστορίας της Θεσσαλονίκης που  είναι βέβαια η πόλη όπου γεννήθηκα και ζω. Εκείνη  την  εποχή   έτυχε  να   εγκατασταθώ  για  επαγγελματικούς  λόγους  στην  Αθήνα και   δούλευα σ ΄ένα Αρχείο μεγάλης εφημερίδας. Τότε  μου γεννήθηκε η  ιδέα του μυθιστορήματος,  το οποίο αρχίζει σ΄ ένα αρχείο με  παλιές  εφημερίδες  που  πιάνει  φωτιά .Η  ηρωίδα  για να σωθεί  βυθίζεται σε μια  εφημερίδα  του 1899  και  γυρίζει  εκατό χρόνια  πίσω  στην παλιά Θεσσαλονίκη, αλλά πέφτει πάνω σ΄ ένα έγκλημα και  εμπλέκεται σ΄ αυτό. Η εμπλοκή θα την οδηγήσει  μαζί με  άλλα  πρόσωπα του μυθιστορήματος  στην αναζήτηση του δολοφόνου , αλλά  και σε  μια συναρπαστική  περιπλάνηση  στην  ιστορία   και στους τόπους της  παλιάς Θεσσαλονίκης  που ήταν  τότε πολύγλωσση , πολυεθνική , πολυτάραχη  και γριφώδης .Με  άλλα λόγια επιχείρησα  να  γράψω  ένα   ιστορικό αστυνομικό , έτσι   ώστε  ο αναγνώστης  να έχει την διπλή απόλαυση : αυτό  της λογοτεχνικής αφήγησης και   του αστυνομικού  σασπένς μαζί με  την  διαδρομή  στην    ιστορία  της Θεσσαλονίκης   που  ήταν     πολυσχιδής  και  αδιάλειπτη εδώ  και 2500 χρόνια .

Πόσο χρόνο σας πήρε η έρευνα και πόσο ξοδέψατε για τη συγγραφή του βιβλίου;

 Η έρευνα ήταν μεγάλη, αλλά δεν ξεκίνησε με το μυθιστόρημα .Μελετούσα   χρόνια   την  ιστορία  της Θεσσαλονίκης και  είχα γράψει και κάποιες  μονογραφίες πάνω σ΄ αυτή. Σ’ ‘όλα τα κείμενά μου  όμως  ,  τόσο  στα  ποιήματα , όσο  και  στα διηγήματα  η  ιστορία της πόλης  επανέρχεται , όπως βέβαια   επανέρχεται  και  στην καθημερινή ζωή   όσων  ζουν στη Θεσσαλονίκη .Πιστεύω  ότι το παρόν και το παρελθόν  δεν  έχουν  ξεχωρίσει σ΄ αυτή  την  πόλη  .Τα βιώνουμε και   τα   αναπνέουμε και  τα  δυο   ταυτόχρονα  και   καθημερινά .

Πώς ήταν πραγματικά  η Θεσσαλονίκη εκείνης της περιόδου που περιγράφετε. Έχει καμία σχέση με την σημερινή πόλη;

Φυσικά  και  διέφερε ,  αλλά   η σημερινή Θεσσαλονίκη φέρει τα  ίχνη και  τον  απόηχο εκείνης  της  πόλης , ιδιαίτερα για όσους είναι μυημένοι  στην ιστορία  της. Δεν  έχει   πολλούς εβραίους , αλλά έχει τα κτίριά  τους, την  ρυμοτομία  των δρόμων  τους ,τις στοές ,  τις ονομασίες , τα τοπωνύμια, την  εσωστρέφειά  των  εβραίων  στην  νοοτροπία  των  Θεσσαλονικιών . Το ίδιο συμβαίνει  με  την   Πάνω Πόλη  που  ήταν  το οθωμανικό  κομμάτι της Θεσσαλονίκης  . Βλέπεις  μπροστά  σου  τα  τούρκικα  σπίτια , τα  στενά σοκάκια  , τα  οθωμανικά  μνημεία, τα χαμάμ , τα κτίρια απ΄ τα παλιά τζαμιά. Ενώ   αλλού αντικρίζεις  τόπους  που έμειναν  ίδιοι  από την εποχή  του  Βυζαντίου: τη  Χαλκέων, την  Εγνατία  με  τους  χρυσοχόους , τους  αργυροχόους της, το  Ιπποδρόμιο , τις  βυζαντινές  εκκλησιές , βλέπεις  ακόμα  κτίσματα  απ΄τη  ρωμαική  εποχή: την  Καμάρα , την ρωμαική  αγορά   κλπ.      

Το «Βαλς στην ομίχλη», είναι ένα οδοιπορικό όπου αναδίδεται η ατμόσφαιρα των ανατολίτικων παραμυθιών. Έχουμε την ανάγκη στην σημερινή συγκυρία να ταξιδέψουμε από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος;

Σήμερα   την  έχουμε πολύ περισσότερο καθώς η  κρίση  έχει  κονιορτοποιήσει  κάθε  άλλη κοινωνική  και ατομική παραμυθία. Η λογοτεχνία  είναι  μια πόρτα  στο  όνειρο  , μια  δυνατότητα  διαφυγής , ένα   ταξίδι  στο ανέφικτο  που  το έχουμε  όλοι   ανάγκη .  Η περιήγηση  στην  Ιστορία από την άλλη μεριά,   μας δίνει  μια διαφορετική  οπτική   στα σημερινά  προβλήματα  καθώς  καταγράφει   την  περιπέτεια    της  επιβίωσης  μέσα  στους  αιώνες . Κι  αυτό μας βοηθάει να  αντιμετωπίζουμε  την  καθημερινότητά μας σε  συνέχεια και σε σύγκριση με  το παρελθόν και  βέβαια να  την κατανοήσουμε καλύτερα  . Αυτή  την περίοδο γράφω ένα μυθιστόρημα για την Κατοχή κι  έχω την αίσθηση ότι διακρίνω   την  σημερινή  Ελλάδα με τα  ίδια  ακριβώς προβλήματα,  αλλά   σε  μια  άλλη  χρονική συγκυρία   .       

Πολλοί είπαν ότι το μυθιστόρημα «Βαλς στην ομίχλη» αναδίδει το άρωμα και του αστυνομικού μυθιστορήματος. Είναι δυνατή η συνύπαρξη του ιστορικού μυθιστορήματος με το αστυνομικό μυθιστόρημα;

Νομίζω  πως αυτό ήταν  το  ζητούμενο  του βιβλίου .Το είδος όμως δεν είναι  καινούργιο. Εδώ κι έναν αιώνα ανθίζει στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα δεν  είναι  πολύ  διαδεδομένο .΄Εχω  διαβάσει  αριστουργήματα  όπως τα κινέζικα αστυνομικά του Ρόμπερτ Βαν Γκούλικ που  συνδυάζουν  τις  δυο αυτές  πλευρές  που προαναφέρατε : του αστυνομικού και  του ιστορικού  μυθιστορήματος. Οφείλω  όμως  να  πω  ότι το είδος  είναι  δύσκολο , απαιτεί πολύπλευρη  προσέγγιση ,  αστυνομική  ματιά ,αλλά  και ερευνητική  λυχνία  , μεγάλο μόχθο στη συλλογή ιστορικών  στοιχείων   και  στην  τελική  ανασύνθεσή τους  . Η  οικονομία  του λόγου  στο  αστυνομικό μυθιστόρημα  δεν  συνδυάζεται   εύκολα  με  την  απλόχωρη αφήγηση  και  την  λεπτομέρεια του  ιστορικού  μυθιστορήματος  .    

Γράφετε μυθιστορήματα ,αλλά και ποίηση. Τι ακολουθεί στη συνέχεια;

Όπως  σας είπα  αυτή  την εποχή  γράφω  ένα μυθιστόρημα  για την  Κατοχή , αλλά επιφυλάσσω   εκπλήξεις  στον  αναγνώστη  καθώς  κάπου  γίνεται  ένα γύρισμα  στον  μεσαίωνα κι έτσι  μπαίνουμε   σε  άλλα ιστορικά  μονοπάτια. Για μένα  η  εκδρομή  στην  ιστορία  είναι  ό,τι πιο ευχάριστο  μπορεί  να  σου συμβεί, καθώς  η πραγματικότητα  που βιώνουμε  έχει  πλέον  στενά, ίσως  και  εξαντλημένα όρια . Σκοπεύω  όμως να βγάλω  και μια  ποιητική συλλογή .

Ποια είναι η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού στα βιβλία σας; Είσαστε ικανοποιημένη;

Μακροπρόθεσμα  ναι .Με  την  έννοια  ότι τα βιβλία  μου  δεν απαξιώθηκαν μετά  από τόσα  χρόνια  και  ξαναβγαίνουν  .Θα  μπορούσαν  να   είχαν  διαβαστεί  περισσότερο  αλλά αυτό έχει να  κάνει και  με άλλους παράγοντες :  το μάρκετινγκ  και  τις δημόσιες  σχέσεις  στις  οποίες  αν   εμπλακείς  χάνεις  το στόχο σου  που  είναι  το  γράψιμο , αλλά  και  τον πολύτιμο χρόνο σου.

Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας ενός βιβλίου;

Για  μένα  μετράει  ο παράγοντας  χρόνος  πολύ  περισσότερο  απ΄ την  πρόσκαιρη  εκδοτική  επιτυχία  ενός  βιβλίου. Ο χρόνος  ενός βιβλίου δεν  είναι  ο χρόνος  του συγγραφέα. Τα  βιβλία  είναι  πολύ  μακροβιότερα  από  τους δημιουργούς  τους και πολύ  πιο έξυπνα.

Τη σημερινή εποχή που οι νέοι βλέπουν τηλεόραση και ασχολούνται με το διαδίκτυο, έχουν ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουν ένα καλό βιβλίο;

Ελεύθερος  χρόνος  δεν  υπάρχει , ούτε  διάθεση  καθώς  τα πράγματα  δυσκόλεψαν  πολύ  για τους  νέους . Ο κόσμος  διστάζει να  αγοράσει  βιβλία   όχι  μόνο γιατί   δεν  έχει χρήματα , αλλά  γιατί  τον  έχουν  εμπαίξει  ποικιλοτρόπως  όλοι , ακόμα  και  οι συγγραφείς. Το  διαδίκτυο  άλλωστε  προσφέρεται  δωρεάν  και    περιέχει  πολλή  και  συχνά  ενδιαφέρουσα   πληροφορία. Βέβαια  ένα  καλό  βιβλίο  πάντα  υπερέχει .Αλλά  είναι   και θέμα  κουλτούρας , οικογενειακού  περιβάλλοντος , μόρφωσης , αισθητικής, οικονομικής  κατάστασης, έφεσης  κ.α  .Είναι  πολλά  αυτά  που  σε  ωθούν  στο   βιβλίο.

Ποια είναι  τα αγαπημένα ιστορικά βιβλία που έχετε στην βιβλιοθήκη σας;

Είναι  πολλά  τα αγαπημένα  μου  βιβλία και   ιστορικά   και   αστυνομικά . Τα  κλασσικά   έργα  με  σημάδεψαν   επίσης  κατά  καιρούς . Υπήρξαν βιβλία που με έκαναν   συγγραφέα. Οι δρόμοι των βιβλίων  είναι  απέραντοι και  ανεξάντλητοι . Στο σπίτι μου έχω αμέτρητα  βιβλία. Χάνομαι  μέσα   στους  τίτλους  τους  αλλά  μου  αρέσει.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν την συνέντευξή σας;

Θα  τους έλεγα  ότι  βρισκόμαστε  σε  μια  κατάσταση  όπου  οι  παλιοί  τρόποι  έχουν  αχρηστευτεί  και  οι νέοι  δεν  έχουν  εφευρεθεί  ακόμα . Να  ξαναθυμηθούμε   τη  χαμένη  συλλογικότητά  μας  σε όλα τα  πεδία : στη λογοτεχνία , στην  τέχνη , στην  πολιτική , στην  ιδεολογία, στην καθημερινή  ζωή. Να ρίχνουμε  καμιά  ματιά στην Ιστορία. Η γνώση είναι  το  καλύτερο  εφαλτήριο  για  το  μέλλον.