Η διακονιάρα

Του Χρήστου Σακαρίκα*.

Είδα την αριστερή φωτογραφία στο διαδίκτυο. Μια γυναίκα που θα μπορούσε να είναι η μάνα μας κάθεται στα σκαλιά ενός κτιρίου. Αυτή είναι χαμηλά και υψώνει το κεφάλι της στους όρθιους περαστικούς ελπίζοντας στη βοήθειά τους.

Πλήρης υποταγή!

Όπως και η πατρίδα μας.

Gyzi 01

Στο νου μου ήρθε αυτόματα η έκφραση της μάνας στον πίνακα του Γύζη,

«το τάμα».Diakoniara 01

Εκεί μια μάνα κρατάει την άρρωστη κόρη της, και έχει στραμμένο το

βλέμμα της στο εκκλησάκι που στέκει στην κορφή του λόφου.

Είναι μόνη της, απελπισμένη και αβοήθητη.

Όπως και η πατρίδα μας!

Μόνη, απελπισμένη και αβοήθητη κι αυτή.

Ποιος ξέρει ποια μοίρα βάσκανος οδήγησε τη μάνα του πίνακα σε αυτή τη μοίρα;

Την πρώτη, αυτή της φωτογραφίας, ξέρουμε πολύ

καλά ποιος την οδήγησε σε αυτόν τον εξευτελισμό. Γιατί

αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι!

Πριν κατά τη συνήθειά μας, αρχίσετε να αντιδράτε θα σας θυμίσω λίγη ιστορία.

Δεν είναι τόσο μακρινή, αλλά οι νεότεροι δεν την γνωρίζουν και οι “παλιότεροι” θέλουν να την ξεχάσουν.

Κάποτε που λέτε βγαίναμε από έναν πόλεμο, έναν πόλεμο που είχε μπλέξει όλον τον πλανήτη για δεύτερη φορά. Γι’ αυτό και τον ονομάσαμε Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Βλέπετε υπήρχε και Πρώτος που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς, εκατομμύρια ορφανά, εκατομμύρια πεινασμένους. Αμέτρητες ιστορίες πόνου.

Άφησε απόλυτη καταστροφή σε «νικητές» και «νικημένους».

Αλλά δε μας έβαλε μυαλό και τον επαναλάβαμε.

Η επανάληψη του πολέμου, είχε το ίδιο και χειρότερο αποτέλεσμα.

Κανένα απολύτως όφελος για κανέναν!

Μόνο οι Πατρίδες ρήμαξαν!

Και ενώ εμείς οι Έλληνες έπρεπε να διδαχθούμε τόσα από το πέρασμα της πρόσφατης  Ιστορίας μας,  αφού από το 1821 και δώθε μόνο πολέμους κάνουμε, δε φάνηκε να έχουμε διδαχτεί τίποτα.

Μόλις βγήκαμε τραυματισμένοι από τον ένα πρόσφατο πόλεμο, επαναλάβαμε τον άλλο, τον εμφύλιο, που ήταν πολύ χειρότερος, γιατί γινόταν ανάμεσα στον ίδιο το λαό μας. Γινόταν ακόμα και ανάμεσα σε αδέρφια.

Αυτός ο πόλεμος πήγε τον ήδη κατεστραμμένο τόπο μας άλλα 50 χρόνια πίσω και χώρισε το λαό μας σε αυτούς που «νίκησαν» και σε αυτούς που «έχασαν».

Αλλά κανένας δεν κέρδισε, γιατί δεν κερδίζει μια οικογένεια όταν πάνω στον τσακωμό της,  βάλει φωτιά και κάψει το σπίτι της.

Εμείς το σπίτι μας το κάψαμε τότε!

Και αφού κάηκαν σχεδόν τα πάντα, στρατιές πεινασμένων κινήθηκαν σε άλλους τόπους γυρεύοντας ένα κομμάτι ψωμί.

Φτωχιές γυναίκες έπαιρναν ένα άδειο σακί και κίναγαν  να διαβούν από χωριό σε χωριό παρακαλώντας για μια φέτα ψωμί.

Μόνο μια φέτα ψωμί, τίποτα άλλο.

Αυτές τις γυναίκες τις έλεγαν διακονιάρες.

 

Δεν πούλαγαν το κορμί τους, κράταγαν την αξιοπρέπεια του λαού μας και ζητούσαν Διακονία, δηλαδή υποστηρικτική βοήθεια.

Οι άνθρωποι αυτών των τόπων μας, παρ’ όλες τις αδυναμίες τους, βοηθούσαν με ότι μπορούσαν. Ένα κομμάτι ψωμί, μια χούφτα ελιές.

Λίγο προηγούμενα οι διεθνείς δυνάμεις μας επέβαλαν όρους, όπως (κακή ώρα), κάνουν σήμερα.

Για να βγάλουμε των άλλων τα χρωστούμενα, δέσμευσαν το αλάτι, τα σπίρτα, τα νερά του Αχελώου…

Τότε το αλάτι και τα σπίρτα μπορούσες να τα αγοράσεις μόνον από το κρατικό μονοπώλιο. Όταν έριχνες στο τσουκάλι μια χούφτα αλάτι, έστελνες στους δανειστές μας  τον ανάλογο φόρο αποπληρωμής των χρεών της Πατρίδας μας.

Το ίδιο και όταν ήθελες να ανάψεις τη φωτιά, να μαγειρέψεις και να ζεσταθείς.

 

Αυτά κι άλλα χειρότερα πέρασε ο τόπος μας.

Αυτά που όμως  έπρεπε να μας έχουν διδάξει, όπως δίδαξαν άλλους λαούς.

Γιατί όπως έχω ξαναγράψει άλλοι λαοί  διδάχθηκαν από τα σφάλματά τους, άλλοι λαοί έβαλαν μυαλό.

Οι Σουηδοί που στις αρχές του προηγούμενου αιώνα πείνασαν, αποφάσισαν να μην ξαναπεινάσουν.

Έβαλαν στόχους και τους υλοποίησαν.

Πρώτα έφτιαξαν κράτος.

Εμείς δεν θέλουμε να φτιάξουμε κράτος!

«Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται!», λέει ο λαός μας. Αυτές οι λίγες οικογένειες που διαφεντεύουν τον τόπο μας θέλουν να υπάρχει μόνιμα αντάρα.

Εκεί βολεύει να καταστρώνουν τα «υποχθόνια» σχέδια τους, και μέσα στην αντάρα να τα εκτελούν.

Εμείς πάλι, κάνουμε σα να μη μας συνέβη τίποτα. Σα να μην έχουν ευθύνη όσοι μας οδήγησαν εδώ.

Σα να μην έχουμε εμείς ευθύνη που εξακολουθούμε να επιλέγουμε τους ίδιους και τους ίδιους. Επαναλαμβάνουμε το λάθος μας ξανά και ξανά. Το επαναλαμβάνουμε σε κεντρικό αλλά και σε τοπικό επίπεδο.

Δε φαίνεται να μας συγκινούν οι νηφάλιες φωνές.

Όταν κουβεντιάζω με κάποιους μου λένε:

«Μα είναι άχρηστος, ποτέ δε νοιάστηκε για τον τόπο του, έκανε τούτο το στραβό, έκανε το άλλο λάθος, βόλεψε παράνομα, έφαγε, έκανε, έκανε…»

Αλλά ταυτόχρονα συμπληρώνουν από μέσα τους …

«Αλλά τον αγαπάω, δε ζω χωρίς αυτόν, τι θα κάνω αν μου λείψει, … ασφαλώς και θα τον επανεκλέξω!»

 

«Η χώρα μας, είναι όπως και η πόλη μας», μου έλεγε πρόσφατα μια νέα επιστήμονας. «Είναι ένα σύστημα κλειστό.

Δεν έχει εισόδους για να μπουν νέες ιδέες, αναπαράγει μόνιμα τον εαυτό της.

Και όπως σε κάθε σύστημα που δε θέλει να εξελιχτεί, έτσι και η πόλη μας είναι καταδικασμένη να πεθάνει. Ελπίζω να μη συμβεί  το ίδιο και στη χώρα μας!»

Γιατί ο θάνατος στη χώρα μας, συνέβη. Γιατί η χώρα μας ήταν σε τάφο για 400 χρόνια ολόκληρα. Μέχρι που έφτασε το πλήρωμα του χρόνου κι αναστήθηκε!

Γιατί δεν αποδεχόμαστε νέες ιδέες, δεν αλλάζουμε, και με αυτή τη λογική της συμπεριφοράς μας καταλήξαμε κάθε μέρα, όλο και πιο πολλοί να γινόμαστε διακονιαραίοι. Καταντήσαμε να διακονεύουμε  αυτό που είχαμε κατακτήσει με προσπάθειες ολόκληρων γενιών.

Αυτά που κατακτήσαμε   μέσα από τη δουλειά  και τους αγώνες μας τα χάνουμε σε 3 χρόνια.

Γιατί φταίμε.

Φταίμε που επιλέγουμε ακόμα, όλους αυτούς που μας κατάντησαν διακονιαραίους!

* Σπούδασε  Ηλεκτρονικά, Παιδαγωγικά, Πληροφορική, Ανάλυση Συστημάτων και έχει  μεταπτυχιακό στα Ένθετα Υπολογιστικά Συστήματα. Ειδικεύτηκε στις Ψηφιακές Τηλεπικοινωνίες (Μόναχο) και εργάστηκε στον ΟΤΕ και την εκπαίδευση.