Γράφει ο Σωτήριος Οικονόμου. Δάσκαλος-Συγγραφέας.

«Ήταν Αύγουστος, καλή ώρα όπως ο διανυόμενος μήνας και το αφεντικό τρυγούσε τα σταφύλια των αμπελιών του. Οι δούλοι πηγαινοέρχονταν φορτωμένοι  με τα γεμάτα από σταφύλια καλάθια, έχοντας ένα επάνω στο κεφάλι και από δύο ανά ώμο, σαν σε ζυγό, δηλαδή συνολικά πέντε.

Ενώ η συγκομιδή γινόταν απρόσκοπτα, κάποιος περαστικός που τους είδε, ρώτησε ειρωνικά.

– Καλά, τι σας πέρασε το αφεντικό σας; Γομάρια;

Αυτοί αλληλοκοιτάχτηκαν, χωρίς να απαντήσουν.

– Και το τομάρι θα σας πάρει ο εκμεταλλευτής, έτσι που δουλεύετε! Συνέχισε. Αλλά τι λέω τώρα; Αφού είστε δούλοι, φυσικό είναι να δουλεύετε! Δεν είστε εργαζόμενοι για να εργάζεσθε! Άλλο δουλεία-δουλειά και άλλο εργασία…..

– Ποια είναι η διαφορά τους; Απάντησε ένας από το πλήθος.

– Θα σου πω. Με τη δουλεία προσφέρεις έργο μέχρι εξαντλήσεως των δυνάμεών σου, αμείβεσαι ελάχιστα  και δεν έχεις δικαιώματα παρά μόνον υποχρεώσεις. Άφ’σε που αυτό το παραγόμενο έργο γίνεται μέσα σε πολύ σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες! Εν τέλει ούτε και την επιβίωσή σου ορίζεις!

– Ενώ με την εργασία;

– Με την εργασία υπολογίζεσαι άνθρωπος! Και μάλιστα άνθρωπος που παράγεις έργο σε σχέση με τις δυνατότητές σου σε χρόνο περιορισμένο, αμείβεσαι ανάλογα για να μπορείς να δίνεις λύσεις στις οργανικές και πνευματικές σου ανάγκες, έχεις δικαιώματα, όπως της αδείας, της ασφάλισης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και γενικά μπορείς να ζεις με αξιοπρέπεια. Η ζωή σου είναι συνυφασμένη με το τρίπτυχο: Οχτώ ώρες εργασία, οχτώ ώρες ψυχαγωγία και οχτώ ώρες ύπνο.

Μόλις άκουσε ο δούλος τα όσα είπε ο περαστικός, πέταξε στο έδαφος τα καλάθια με τα σταφύλια. Τότε ένας από τους ομοιοπαθείς συντρόφους του παρενέβη γεμάτος ανησυχία για την τύχη του.

– Τι έκανες εκεί; Του είπε.

– Τι έκανα;

– Άμα σε δει ο επιστάτης που πέταξες τα καλάθια κάτω, αλλοίμονό σου φουκαρά μου!

– Και τι θα μου κάνει;

– Τι θα σου κάνει; Θα σε πάει στο αφεντικό!

– Και άμα θα με πάει στο αφεντικό; Τι έχω να χάσω; Να μου φορτώσει περισσότερα σταφύλια; Αποκλείεται! Ίσα- ίσα θα βγω και κερδισμένος.

– Πώς θα βγεις κερδισμένος;

– Να, ώσπου να πάω, να μιλήσουμε και να έρθω, θα χάσω και κανα δυο- τρεις στράτες, τις οποίες επρόκειτο να κάνω!»

Επομένως, λοιπόν, σε τι διαφέρουν οι δούλοι από τα γομάρια και σε τι οι σύγχρονοι Έλληνες «εργαζόμενοι» από τους δούλους της ιστορίας τη στιγμή που είναι επιφορτισμένοι με τόσα οικονομικά βάρη, ιδιαίτερα χαμηλή αμοιβή με πολύωρη εργασία και ανύπαρκτη ασφάλιση – περίθαλψη, εξωθούμενοι συστηματικά στην ανεργία και κατά συνέπεια στην εξαθλίωση; Πού είναι η αξιοπρέπεια και η ελπίδα για συνέχιση της ζωής; Πού είναι ακόμα και η ίδια η ζωή, την οποία αφαιρεί η απόγνωση, η μελαγχολία και η εξάντληση των πνευματικών και οργανικών δυνάμεων;

Μήπως είναι καιρός να αφυπνιστούν και να αντιταχθούν στις ενέργειες των τραπεζιτών, των κεφαλαιοκρατών, των παντός είδους αεριτζήδων, που συλλέγουν τον αποδιδόμενο σε χρήμα μόχθο τους και των εντολοδόχων τους πολιτικών;

Ο μύθος του κάβουρα με το φίδι ίσως τους φανεί χρήσιμος, ώστε να εκτιμήσουν τις δυνάμεις τους, να  παλέψουν και να νικήσουν αυτοί οι φαινομενικά αδύναμοι τους φερόμενους ως δυνατούς, που με την πονηριά τους τούς έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση.

Να, λοιπόν, τι λέει αυτός ο μύθος:

« Κάποτε σε μια όχθη του ποταμού καθόταν κάποιος κάβουρας. Τον είδε ένα φίδι και σιγά-σιγά  πήγε έρποντας κοντά του.

-Γεια σου, κουμπάρε, του είπε. Γατί κάθεσαι εδώ στην όχθη έτσι άκεφος και δεν βουτάς μέσα στο νερό;

– Δεν βουτώ, επειδή κρυώνω πολύ. Απάντησε εκείνος.

– Κρυώνεις πολύ και δεν μου το λες τόση ώρα; Εγώ για ποιον λόγο νομίζεις ότι είμαι εδώ;

– Για ποιον;

– Για να σε ζεστάνω.

– Πώς θα με ζεστάνεις, αφού δεν έχεις γούνα.

– Να, θα σε τυλίξω με το σώμα μου, όπως τυλίγουν οι ταβερνιάρηδες τα εντόσθια των αρνιών και κάνουν τα κοκορέτσια και θα νιώσεις τέλεια!

– Εντάξει. Φαίνεσαι πάρα πολύ καλός κα συμπονετικός!

Έτσι, αφού συμφώνησε ο κάβουρας, το φίδι άρχισε να τυλίγει το σώμα του. Στην αρχή το τύλιγμα ήταν φυσιολογικό και ο κάβουρας απολάμβανε την ευεργεσία της ζεστασιάς. Μετά όμως η κατάσταση άλλαξε και μάλιστα προς το χειρότερο.

– Σιγά, ρε κουμπάρε, του είπε κάποια στιγμή. Φτάνει, μη με σφίγγεις τόσο πολύ, γιατί όχι μόνο ζεστάθηκα, αλλά παραζεστάθηκα..

Το φίδι, που είχε σκοπό να πνίξει και να φάει τον κάβουρα, συνέχιζε το έργο του, χωρίς να δίνει σημασία στις εκκλήσεις του.

– Σου είπα ότι παραζεστάθηκα! Θα με σκάσεις! Δεν αντέχω άλλο!

– Αντέχεις, πώς δεν αντέχεις! Λες ψέματα! Αφού μπορείς και μιλάς ακόμα!

Και εκεί που ειρωνευόταν το φίδι τον κάβουρα και τον ταλαιπωρούσε, αυτός αντιλαμβανόμενος την απάτη και τον επικείμενο κίνδυνο του θανάτου του, άνοιξε τις δαγκάνες του και το δάγκωσε. Τότε αυτό άρχισε να του χαλαρώνει τα δεσμά, λέγοντας με πόνο.

– Άφησέ με, ρε κουμπάρε, να χαρείς, γιατί θα με πνίξεις! Εγώ πήγα να σε σώσω απ’ το κρύο. Γιατί δεν αναγνωρίζεις την προσφορά μου;

– Γιατί προτιμώ να ζήσω ακόμα και με ρίγος, παρά να πεθάνω και να ζήσεις εσύ χορτάτος! Απάντησε ο κάβουρας και έπνιξε το φίδι, πριν να χάσει τη ζωή του, που έθεσε ανεπιφύλακτα στη διάθεσή του, χωρίς να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Έστω και αργά σώθηκε από τον όλεθρο.»

Τα ίδια λοιπόν δεν έπαθε και μια πολύ μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, που ενώ στην αρχή ένιωσε την θαλπωρή των παροχών του πολιτικού συστήματος, έχασε στη συνέχεια και αυτά ακόμα τα βασικά δικαιώματα επιβίωσής της;

Μήπως ήρθε η ώρα, ώστε αυτός ο παθών λαός, ο οποίος ταυτίζεται με τον κάβουρα του μύθου, να επαναστατήσει ενάντια στην ανελέητη πολιτική-φίδι, που τον τύλιξε επικίνδυνα και τείνει να τον πνίξει οριστικά;

Η δύναμη και η εξυπνάδα έχουν μεγαλύτερη αξία, όταν εκφράζονται σε δύσκολες στιγμές και μάλιστα συλλογικά.