Η «επόμενη μέρα» ή «τί μέλλει γενέσθαι»

Γράφει ο πανεπιστημιακός Ζήσης Παπαδημητρίου.

Η εμμονή της γερμανικής κυβέρνησης και των δορυφόρων της (Ολλανδία, Αυστρία, Δανία και Φιλανδία) στην απόλυτη τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας, οδηγεί, ιδιαίτερα στην περίπτωση της Ελλάδας, στα άκρα, απειλώντας με κατάρρευση  το Ευρώ αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεδομένων των δύο παγκόσμιων πολέμων που ξεκίνησαν από τη Γερμανία και ισοπέδωσαν την Ευρώπη, η σημερινή στάση της πολιτικής ηγεσίας της χώρας φέρνει, παρά τις συχνές-πυκνές εκκλήσεις της κ. Μέρκελ για ενότητα και δήθεν αλληλεγγύη, με μαθηματική ακρίβεια, την Ευρωπαϊκή Ένωση στην πλήρη διάλυση. Έχοντας ταυτιστεί απόλυτα με τα οικονομικά και εξουσιαστικά συμφέροντα, τόσο του γερμανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος όσο και του βιομηχανικού κατεστημένου της χώρας, ακολουθεί πλέον πολιτική οικονομικού ολοκληρωτισμού, με απρόβλεπτες συνέπειες όχι μόνον για την Ευρώπη αλλά και για την ίδια τη χώρα της. Τα περί Ευρωπαϊκής Ένωσης δύο ταχυτήτων αποτελούν «όνειρο θερινής νυκτός». Αν ο Νότος της Ευρώπης καταρρεύσει, η Γερμανία και οι βόρειοι σύμμαχοί της θα συνθλιβούν οικονομικά ανάμεσα στις Συμπληγάδες Πέτρες της παραπαίουσας αμερικανικής οικονομίας από τη μια και  των αναδυόμενων οικονομιών (Κίνα, Ινδίες, Βραζιλία) και της Ρωσίας από τη άλλη, δεδομένου ότι οι χώρες αυτές δεν διεκδικούν μόνον  ενεργό συμμετοχή στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι αλλά και τον πλήρη επαναπροσδιορισμό των γεωπολιτικών δεδομένων του πλανήτη μας. Αν το σημερινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα καταρρεύσει, για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου παραμένει ανοικτή η δυνατότητα συγκρότησης ενιαίου οικονομικού χώρου, ενσωματώνοντας στην πορεία του χρόνου και τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο, αρκεί να υπάρξει η απαραίτητη πολιτική βούληση.
Ας έρθουμε όμως στα δικά μας. Αφού η ανικανότητα διαπραγμάτευσης των ελληνικών κυβερνήσεων οδήγησε τη χώρα μας στο χείλος του γκρεμού, δεχόμαστε καθημερινά καταιγισμό απειλών, πως η μη τήρηση των συμπεφωνημένων από την όποια κυβέρνηση προκύψει από τις εκλογές της 17 Ιουνίου, θα σημάνει και την έξοδο της χώρας από το Ευρώ, αν όχι και από την Ε.Ε., καθώς δεν υπάρχει, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει την υλοποίηση μας τέτοιας επιλογής. Στον ανηλεή πόλεμο δυσφήμισης και λάσπης που εξαπέλυσαν και  συνεχίζουν να εξαπολύουν καθημερινά τα κόμματα του κατεστημένου και τα δημοσιογραφικά φερέφωνά τους εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δήθεν οδηγεί με τις εξαγγελίες του τη χώρα στην έξοδο από το Ευρώ και την Ε.Ε., προκειμένου να εκφοβίσουν, με κάθε τρόπο τους Έλληνες πολίτες και να τους οδηγήσουν ως «πρόβατα επί σφαγή» στις κάλπες, προστέθηκε από το ιδεολογικό συνονθύλευμα του οποίου ηγείται ο κ. Σαμαράς, και το αλήστου μνήμης «ανήκομεν εις την Δύσιν» που κόστισε ουκ  ολίγα δεινά στη χώρα μας και στο λαό της.
Ξέχασαν οι κύριοι αυτοί ότι, όντας μέλος του ΝΑΤΟ και υπό αμερικανική καθοδήγηση, χάσαμε, με πρωταγωνιστές τους ανεγκέφαλους της Χούντας των συνταγματαρχών, την Κύπρο, δίνοντας το δικαίωμα στο τουρκικό οικονομικό και στρατιωτικό κατεστημένο να μας «χορεύει» από καιρού σε καιρό στο ταψί ?  Ξέχασαν ότι και με δική τους υπογραφή, το Δεκέμβριο του 1991, στα ρεβανζιστικά σχέδια της Γερμανίας με υπουργό εξωτερικών τότε τον πολύ Χανς-Ντίτριχ Γκένσερ, συνέπραξαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, χωρίς να εξασφαλίσουν, έστω και στο παραμικρό, τα συμφέροντα της χώρας μας στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, τα οποία, όπως πολύ καλά θυμούνται, βαφτίστηκαν, από τον ανεκδιήγητο Τζωρτς Μπους, μια μέρα μετά την επανεκλογή του στην προεδρία των ΗΠΑ, ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ?
Από ό,τι γνωρίζω, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έθεσε θέμα εξόδου από το Ευρώ και την Ε.Ε. Αν οι Ευρωπαίοι «εταίροι» μας απειλούν το λαό μας με διακοπή της βοήθειας, τότε, ας γνωρίζουν πως οι οικονομικές, πολιτικές και γεωπολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει διεθνώς. «Υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια» λέει ο θυμόσοφος λαός μας. Η μη κομμουνιστική πλέον Ρωσία των 160 εκ. ανθρώπων προσπαθεί, εδώ και αιώνες τώρα, να βάλει πόδι στη Μεσόγειο. Δεδομένου ότι αργά ή γρήγορα θα χάσει τη μοναδική ναυτική της βάση στη Λατάκια της Συρίας, καθώς οι  μέρες του καθεστώτος Ασάντ είναι μάλλον μετρημένες, θα αναζητήσει νέες λύσεις για την παραμονή της ως ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο. Η χώρα μας θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί, τόσο οικονομικά όσο και αμυντικά σε ό,τι αφορά τις τουρκικές προκλήσεις, την παρουσία της Ρωσίας ως εγγυήτριας, γνωστού όντος ότι αποτελεί ενεργειακό κολοσσό, ικανό να εξασφαλίσει  ως ένα βαθμό, στο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων, και τις προοπτικές ομαλής οικονομικής ανάπτυξης της χώρας μας.
Το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για την οικονομική παρουσία της Κίνας στη χώρα μας, η οποία εποφθαλμιά τη χρήση των λιμανιών μας, με το αζημίωτο, βεβαίως, προκειμένου να διεισδύσει στην τεράστια αγορά της Ευρώπης των πεντακοσίων εκατομμυρίων καταναλωτών. Άλλωστε, ήδη στις αρχές της κρίσης, υπήρξε, ω γνωστόν, κινεζική πρόταση δανεισμού της χώρας μας, η οποία και απορρίφθηκε από την τότε  ελληνική κυβέρνηση του κ. Γ Παπανδρέου, πιστή στα κελεύσματα της επερχόμενης Τρόϊκα.
Εν κατακλείδι, οι προϋποθέσεις διαπραγμάτευσης με την Ε.Ε. δεν είναι αυτές που  προβάλλονται καθημερινά από τα κόμματα του πολιτικού κατεστημένου, με σκοπό να πείσουν την κοινή γνώμη, προκειμένου να δεχθεί λύσεις που θα μετατρέψουν τη χώρα μας σε παρία της Ευρώπης και γερμανικό προτεκτοράτο. Διανύουμε ως χώρα πολιτικά μια άκρως σημαντική περίοδο. Ο λαός μας έσπασε με την ψήφο του το επί δεκαετίες καλλιεργούμενο αντιαριστερό φράγμα και αναζητά λύσεις  με προορισμό τον απεγκλωβισμό της χώρας μας από την υποτέλεια και την πολιτική μιζέρια. Αρκεί οι δυνάμεις της Αριστεράς να κατανοήσουν το μήνυμα της εποχής και να ενωθούν. Όσοι, στο κάλεσμα αυτό του λαού μας που ξεπέρασε τις ιδεολογικές αγκυλώσεις του παρελθόντος, δεν ανταποκριθούν, η ίδια η πραγματικότητα θα τους ξεβράσει στα αζήτητα της ιστορίας. «Το δις εξαμαρτείν, ουκ ανδρός σοφού», λέγανε οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Ό,τι ο λαός μας δεν πέτυχε στις εκλογές της 31 Μαρτίου του 1946, λόγω της τραγικής, όπως αποδείχθηκε ιστορικά, αποχής του ΚΚΕ από τις κάλπες, μπορεί να υλοποιηθεί τώρα, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάταση του λαού μας.

 

*Σπούδασε αρχικά ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (Technische Universität) και στη συνέχεια Κοινωνιολογία στο Τμήμα Οικονομικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Αμβούργου.
Αναγορεύτηκε διδάκτορας της Φιλοσοφίας (Dr.Phil.) του Πανεπιστημίου Johann Wolfgang von Goethe της Φρανκφούρτης του Μάϊν. Εξειδικεύτηκε σε θέματα Βιομηχανικής Κοινωνιολογίας και εργάστηκε για δώδεκα χρόνια (1974-1985) στο διεθνούς φήμης Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, γνωστό και ως «Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης», ιδρυτές του οποίου υπήρξαν οι φιλόσοφοι Max Horkheimer, Theodor Adorno, Herbert Marcuse κ.ά..
Ως ερευνητής μελέτησε τη μετάβαση από τη συμβατική στην ηλεκτρονική τεχνολογία (ηλεκτρονικοί υπολογιστές, μηχανογράφηση, ρομποτική κλπ.) στη βιομηχανία και στον τομέα των υπηρεσιών της Γερμανίας, ενώ παράλληλα δίδαξε για δέκα χρόνια Βιομηχανική Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης.
Από το χειμερινό εξάμηνο του 1985 μέχρι και τη συνταξιοδότησή του, το 2006, δίδαξε Γενική και Πολιτική Κοινωνιολογία καθώς και Πολιτική Επιστήμη στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών στο Τμήμα Νoμικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Διετέλεσε επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο TOHOKU της Ιαπωνίας, προσκεκλημένος από την Ιαπωνική Εταιρεία Προώθησης της Επιστήμης (Japan Society for the Promotion of Science), καθώς επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο Τμήμα Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης (Δ.Ο.Σ.Α.) του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης στην Κομοτηνή.
Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο στα ελληνικά, γερμανικά και αγγλικά. Μεταφράσεις εργασιών του κυκλοφόρησαν επίσης στα ιταλικά και ιαπωνικά. Από το 1995 και εντεύθεν ασχολείται με θέματα ρατσισμού, ξενοφοβίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Χρημάτισε για μια τετραετία (1998-2002) νομαρχιακός σύμβουλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η Σύγκλητος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του απένειμε ομόφωνα τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή. Συμμετέχει ενεργά στο δημόσιο βίο της χώρας μας.