“Η κάθε πλευρά παραμένει οχυρωμένη και πεισματικά αμετακίνητη”

Μιλά σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο συγγραφέας Γιάννης Ατζακάς για τις παιδοπόλεις. Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

“Νομίζω πως μόλις τα τελευταία χρόνια έχει εκδηλωθεί ζωηρό ενδιαφέρον για την περίοδο του Εμφυλίου. Δημοσιεύονται μονογραφίες, εκπονούνται διατριβές, πραγματοποιούνται θεματικά συνέδρια –και οι παιδοπόλεις είναι ένα ιστορικό φαινόμενο παράλληλο και παρεπόμενο της εμφύλιας σύγκρουσης. Ο “Θολός Βυθός” αποτελεί ίσως μια χρήσιμη μαρτυρία, θεμελιωμένη στην προσωπική μου ιστορία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σχετικό αρχειακό υλικό: κανονιστικές εγκύκλιοι της Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών Ελλάδος, πρακτικά συνεδριάσεων, επίσημα έγγραφα και κυρίως μητρώα των 50 περίπου παιδοπόλεων, από όπου θα προκύπτουν με εγκυρότητα ο πληθυσμός των παιδοπόλεων, η οικογενειακή κατάσταση και η πολιτική προέλευση των παιδιών”. Αυτά δηλώνει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ ο συγγραφέας Γιάννης Ατζακάς. Ο κ. Ατζακάς με το βιβλίο του “Θολός Βυθός” απέσπασε το Βραβείο Μυθυστορήματος από την Επιτροπή Κρατικών Βιβλίων Λογοτεχνίας.

 

Μαρτυρία εκ βαθέων  αποτελεί το δεύτερό σας βιβλίο «Θολός βυθός» που κυκλοφορεί από  τις εκδόσεις «Αγρα». Πρόκειται για μια τραυματική εμπειρία έξι χρόνων που ζήσατε  από τα οκτώ  έως τα δεκατέσσερά σας  (1949-1955), μεταφερόμενος διαδοχικά σε τέσσερα ιδρύματα: στο Καστρί και τη Νέα Σμύρνη στην Αθήνα, στη Δοβρά Βέροιας και στη Θεσσαλονίκη.  Ποιο ήταν το βασικό κίνητρο δημιουργίας των παιδοπόλεων; Ήταν αυτό που προσπαθούσε να περάσει ο τύπος της εποχής; 

«Ο εγκλωβισμός και από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις του Ελληνικού Εμφυλίου ενός ισοδύναμου αριθμού παιδιών (γύρω στις 30.000) πολύ προσφυώς έχει πρόσφατα χαρακτηριστεί από τους μελετητές ως “πόλεμος των παιδιών” –και στους πολέμους είναι γνωστό ότι λέγονται τα πιο τερατώδη ψεύδη, γίνονται οι πιο εξωφρενικές αποσιωπήσεις. Έτσι, τα κίνητρα αυτής της πρωτοφανούς συγκέντρωσης παιδιών παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστα και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αυτά που οι δύο πλευρές για αυτονόητους λόγους πολιτικής σκοπιμότητας είχαν τότε διακηρύξει και εξακολουθούν ως σήμερα να υποστηρίζουν. Το βέβαιο πάντως είναι πως και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε πολλαπλότητα κινήτρων και η προβολή του ενός δεν αποκλείει το άλλο. Η προστασία των παιδιών της υπαίθρου από τον κίνδυνο αρπαγής από τους “συμμορίτες”, όπως επισήμως είχε τότε διακηρυχθεί; Λόγοι καθαρά ανθρωπιστικοί; Επικοινωνιακή πολιτική των ανακτόρων, εστιασμένη στο πρόσωπο της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης; Προνομιακό πεδίο ιδεολογικής χειραγώγησης “εξ απαλών ονύχων”, με προσδοκίες μελλοντικών ανταποδόσεων και δημιουργία σταθερών ερεισμάτων του θρόνου; Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι, σύμφωνα με κάποιες σοβαρές μαρτυρίες, το 70% του πληθυσμού των παιδοπόλεων υπήρξαν παιδιά μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, των “συμμοριτών”, όπως συστηματικά τους αποκαλούσαν τότε. Ούτε η δημοσιογραφία, ούτε η λογοτεχνία, ούτε η ιστορική έρευνα πιστεύω ότι πρόκειται να καταλήξουν σε κοινώς αποδεκτά συμπεράσματα. Είχα την ευκαιρία με την έκδοση του “Θολού Βυθού” να διαπιστώσω πως η κάθε πλευρά παραμένει οχυρωμένη και πεισματικά αμετακίνητη στις δικές της θέσεις. Ίσως οι νεότερες γενιές κάνουν βήματα σύνθεσης, όταν με τη χρονική απόσταση επέλθει και η αναγκαία νηφαλιότητα”.

Γιατί μέχρι τώρα δεν έχει ψαχτεί και καταγραφεί, όπως θα ‘πρεπε, από ειδικούς ερευνητές η ιστορία των παιδοπόλεων;  Μέχρι πότε θα συντηρούνται ανιστόρητες απόψεις; 

“Νομίζω πως μόλις τα τελευταία χρόνια έχει εκδηλωθεί ζωηρό ενδιαφέρον για την περίοδο του Εμφυλίου. Δημοσιεύονται μονογραφίες, εκπονούνται διατριβές, πραγματοποιούνται θεματικά συνέδρια –και οι παιδοπόλεις είναι ένα ιστορικό φαινόμενο παράλληλο και παρεπόμενο της εμφύλιας σύγκρουσης. Ο “Θολός Βυθός” αποτελεί ίσως μια χρήσιμη μαρτυρία, θεμελιωμένη στην προσωπική μου ιστορία, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σχετικό αρχειακό υλικό: κανονιστικές εγκύκλιοι της Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών Ελλάδος, πρακτικά συνεδριάσεων, επίσημα έγγραφα και κυρίως μητρώα των 50 περίπου παιδοπόλεων, από όπου θα προκύπτουν με εγκυρότητα ο πληθυσμός των παιδοπόλεων, η οικογενειακή κατάσταση και η πολιτική προέλευση των παιδιών. Δυστυχώς όμως τα αρχεία των παιδοπόλεων έχουν τα περισσότερα καταστραφεί από αμέλεια ή σκοπιμότητα, κι αν σώζονται, αυτά δεν είναι προσιτά στους ενδιαφερόμενους. Μόνο για την παιδόπολη “Αγιος Γεώργιος” της Καβάλας, της οποίας το αρχείο διαφύλαξε ο τότε Μητροπολίτης της πόλης  και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, γνωρίζω ότι εκπονείται σχετική διατριβή από τον ιστορικό Νίκο Καραγιαννακίδη”.

Πώς ήταν η ζωή μέσα στις παιδοπόλεις; Μπορείτε να την περιγράψετε;  Τι σας έδινε κουράγιο; 

“Ο “Θολός Βυθός” είναι μια πιστή αναπαράσταση της ζωής στις παιδοπόλεις, όπως τουλάχιστον αυτή καταγράφηκε στη δική μου μνήμη –κι είναι γνωστό πόσο επιλεκτική μπορεί να είναι η ανθρώπινη μνήμη. Πάντως η ακατάβλητη ζωτικότητα, η παιδική ικανότητα απώθησης κάθε δυσάρεστης κατάστασης και η ικανότητα προσαρμογής ήταν πρωταρχικής σημασίας. Η κοινή μοίρα, η συντροφικότητα, οι φιλίες, η φροντίδα του προσωπικού και η αγάπη των δασκάλων, εκτός από μόνιμη παρηγορία, μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό ν’ απαλύνουν το αίσθημα του εγκλεισμού και τη σκληρότητα μιας στρατιωτικής σχεδόν πειθαρχίας. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, δεν πρέπει να ήταν η ελπίδα εξόδου που μας έδινε κουράγιο• ένα παιδί που ζει για ένα τόσο μεγάλο και κρίσιμο διάστημα της ηλικίας του στις παιδοπόλεις έχει την αίσθηση ότι πάντα ήταν και πάντα θα είναι εκεί και πως δεν υπάρχει γι’ αυτό στον κόσμο άλλο μέρος να το δεχτεί”.

Η ρήση της γιαγιά-Βενετιάς «Ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει» έχει αντίκρισμα για σας;  Αλλά και γενικότερα για κάθε άνθρωπο; 

“Στη δική μου τουλάχιστον περίπτωση η ρήση της γιαγιά-Βενετιάς των “Διπλωμένων φτερών” εκπληρώθηκε ολοκληρωτικά. Αφού στα πρώτα 33 χρόνια μου (με όριο το 1974, πρώτο έτος της Μεταπολίτευσης) χόρτασα αποχωρισμούς, στερήσεις, δυσχέρειες και διώξεις, στον επόμενο κύκλο των 33 και πάλι ετών πήρα και με το παραπάνω το “μοιράδι” μου στη ζωή, το μερτικό που μου αναλογούσε –κι όπως ήμουν ασκημένος στο ελάχιστο, μου φαίνεται τώρα πως όλα μου δόθηκαν πλούσια και απλόχερα. Βέβαια, η γιαγιά-Βενετιά επαναλάμβανε ως παρηγορητική επωδό αυτή τη ρήση σε μια εποχή που και πίστη στην αγαθότητα του Θεού και κοινωνία συμπονετική υπήρχαν. Σήμερα, δεν ξέρω αν εκείνη η πίστη των απλών ανθρώπων σώζεται, σίγουρα όμως η κοινωνία της συμπαράστασης και της συμπόνοιας έχει για πάντα χαθεί”.

Ο «Θολός βυθός» έρχεται σαν συνέχεια του πρώτου σας βιβλίου «Διπλωμένα φτερά» («Αγρα»); 

“Ο “Θολός Βυθός” είναι πράγματι η συνέχεια των “Διπλωμένων φτερών”, καθώς κατάγεται από το 16ο κεφάλαιό τους με τον δηλωτικό και κάπως ειρωνικό τίτλο «Μία ακόμη μητέρα». Παρά τις επίμονες παροτρύνσεις από φίλους και άγνωστους αναγνώστες να γράψω ένα χωριστό βιβλίο για τις παιδοπόλεις, είχα αρχικά σοβαρούς δισταγμούς να καταπιαστώ με το σπουδαίο αυτό θέμα. Ίσως ήταν μια περίοδος της ζωής μου που την είχα βαθιά απωθήσει και ήθελα να την αποσιωπήσω για πάντα. Εδώ και ένα χρόνο έχω καταπιαστεί με ένα τρίτο μέρος που θα ολοκληρώνει την τριλογία και που αναφέρεται στην επιστροφή του παιδιού στην πατρογονική του εστία. Έχει στο μεταξύ, πριν από μερικούς μήνες, κυκλοφορήσει ένα ακόμη πεζογράφημά μου. Αυτό αναφέρεται στις δοκιμασίες και τα δεινά των ημιονηγών της δικτατορίας στο 2ο Τ.Ο.Μ. Κολινδρού, όπου μεταφέρεται προς σωφρονισμό από το Πεζικό ο ήρωας της ιστορίας, χωρίς προηγουμένως να έχει εκπαιδευτεί, όπως οι άλλοι συνάδελφοί του, στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Ιππονιέων που είχε έδρα του την πόλη της Λάρισας”.