(Του Σπύρου Νεραϊδιώτη*).

Ιούνης του ’93. Πρωί – πρωί ξεκινήσαμε με τον Βασίλη Γκανιάτσα και το συνεργείο του από την Άρτα, με προορισμό την ορεινή πατρίδα, για τις ανάγκες γυρίσματος μουσικού οδοιπορικού στ’ ανατολικά Τζουμέρκα.
Φτάσαμε στο χωριό την ώρα που ο ήλιος έσκαγε μύτη από την κορυφή της Αρέντας και οι πρώτες αχτίδες του χτύπησαν τον ξάγρυπνο Κριάκουρα. Ξεπεζέψαμε στο βακούφικο μαγαζί, που μοιάζει με μπαλκόνι στον ήλιο. Οι λίγοι1-24 θαμώνες που εκείνη την ώρα ήταν εκεί, μας καλωσόρισαν με περίσσια ζεστασιά και δε μας άφησαν να πληρώσουμε τους καφέδες που είχαμε παραγγείλει. Ο Βασίλης δεν έκατσε καθόλου, όλη την ώρα με την ολοκαίνουργη κάμερα τραβούσε πλάνα δεξιά κι αριστερά και πριν προλάβουμε να αποπιούμε τον καφέ, φώναξε κοφτά:
– Πάμε! πάμε! η φύση σήμερα έχει φανταστικά χρώματα, είναι στο αποκορύφωμα.
Φορτωθήκαμε τα σύνεργα και ανηφορίσαμε προς τα Αλώνια. «Εκεί που σε αμνημόνευτα χρόνια έβγαιναν τα βράδια με αυγουστιάτικο φεγγάρι οι καλότυχες, που ήταν νεράιδες και χόρευαν φορώντας μονάχα ένα πέπλο, ανάμνηση από τις νύμφες, τις δρυάδες και τις νηρηίδες των αρχαίων και τραγούδαγαν το τραγούδι»:
«Θρούμπι κι αγριορίγανη και βασιλικό
κι άλλο ένα βότανο,
να του ‘ξεραν οι μάνες των παιδιών
ποτέ κακό δεν πάθαιναν».
Περνώντας το προαύλιο του σχολείου αφήνοντας πίσω μας και το τελευταίο σπίτι, ακούσαμε μια φωνή να σιγοτραγουδάει τραγούδια της ξενιτιάς.
– Είναι η Βούλα, ψιθύρισα. Η «Βούλα του Τσιαλαμάγκα».
Μια αρχόντισσα στην καρδιά και στην ψυχή. Είναι αυτή που κουβαλάει μέσα της έναν ανεκτίμητο θησαυρό. Ολάκερη την παράδοση της ορεινής πατρίδας. Δεν υπάρχει τραγούδι, μύθος, παραμύθι, ιστορία, γεγονός που να σχετίζεται με τον τόπο και να μην το ξέρει η Βούλα. Ακόμα και γιατροσόφια από βότανα του βουνού ξέρει η Βούλα.
Τη στιγμή που πήγαινα να την καλημερίσω, ξεκινάει ένα τραγούδι της ξενιτιάς. Ο Βασίλης έστησε κάμερα και τραβούσε παίρνοντας μόνο ήχο, γιατί οι φυλλωσιές των δέντρων εμπόδιζαν τη λήψη εικόνας. Ανατρίχιασε το κορμί μου. Ήξερα ότι η Βούλα τραγουδάει ωραία, την άκουγα από μικρό παιδί. Τόσο εκφραστική, τόσο γλυκιά, τόσο λυρική δεν την είχα ματακούσει.
Τα πουλιά πάνω στις κερασιές κουνούσαν μόνο τα φτερά τους, σα να ήθελαν να χειροκροτήσουν. Είχαν σωπάσει για να ακούσουν και αυτά αυτό το συγκινητικό τραγούδι από τη φωνή της Βούλας. Γιατί όταν τραγουδάει η Βούλα, «εδώ σωπαίνουν τα πουλιά, σωπαίνουν κι οι καμπάνες».
– Γεια σου, θεια Βούλα, της φώναξα, αφού ολοκλήρωσε το τραγούδι.
– Καλώς του παλικάρι μ’, καλουσόρ’σις στου χουριό μας! μου απάντησε πρόσχαρα.
– Τι κάνεις;
– Καλά είμι, γεια μ’.
– Τι καλό φκιάνεις σήμερα;
– Πλαστό μι τσ’κνίδια. Καρτιρού τα πιδιά, τουν Κώστα μ’ κι τ’ Βασίλου μ’ απ’ ’ν Αθήνα. Έγειραν στουν Αη-Λιά, φάν’καν στου Φτιρούσιου κι έκαμαν δώθι στου Ρόγγι.  Τ’ς γλέπου τώρα κι όπ’ να ’νι θα ξικαμπίσουν.
– Καλώς να τους δεχτείς, θεια Βούλα.
– Φχαριστώ, πιδί μ’.
– Κυρά Βούλα, με συγκίνησες με το τραγούδι που είπες, της φώναξε ο Βασίλης. Σε παρακαλώ, μπορείς να πεις ένα μοιρολόι, όποιο εσύ θέλεις, να σε τραβήξω για την τηλεόραση;
– Χρυσέ μ’ άνθρωπε, στάκα ψίχα να τ’ράξου τ’ γάστρα, μη μ’ καεί του ψουμί, κι θα έρθου πίσου, είπε η θεια-Βούλα γυρνώντας μετά από λίγο.
– Κυρά Βούλα, πήγαινε σε παρακαλώ στη βρύση, ακούμπησε το χέρι σου στην πέτρα και όταν σου κάνω νόημα ξεκίνα.
Ακουμπισμένη στον αγκώνα της και στην παλάμη του χεριού της, με βλέμμα καρφωμένο στο νερό που ανέβλυζε γάργαρο απ’ τη σιωπή αγιασμένο, κάτω από τη σκιά της κερασιάς που ο ήχος του έμοιαζε με μουσική υπόκρουση, τραγουδούσε η Βούλα, «ποιος θέλ’ ν’ ακούσει κλάματα». Ένα συγκλονιστικό μοιρολόι που αναφέρεται στον Μάρκο Μπότσαρη. Τα ωραία και γλυκά τσακίσματα της φωνή της άλλοτε έβγαζαν λυγμό, άλλοτε πόνο ψυχής και άλλοτε καλοφωνικό ειρμό, σε ήχο πλάγιο και τόνο βυζαντινό, χερουβικό, με ύφος αυστηρό, επιβλητικό, κάνοντας ακόμα και τις πέτρες να ραγίσουν από συγκίνηση.
– Σ’ ευχαριστώ, κυρά Βούλα, μέσα απ’ την καρδιά μου, μονολόγησε χαμηλόφωνα με δέος ο Βασίλης, ευχαριστημένος, εντυπωσιασμένος και συγκινημένος, βάζοντας την παλάμη του χεριού του στο μέρος της καρδιάς του και κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση, ένδειξη σεβασμού αλλά και θαυμασμού.
Ανεβαίνοντας προς τα Αλώνια, ο Βασίλης μου λέει:
– Δεν έχω ξανακούσει τέτοια εκφραστική φωνή.
– Αυτή είναι η παράδοση, του αποκρίνομαι. Αυτός είναι ο ζωντανός δεσμός με το παρελθόν. Η θεια Βούλα είναι παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές, είναι μια αληθινή αρχόντισσα.

Η θεια Βούλα, πριν από λίγες μέρες, έφυγε στα ενενήντα της. Άνοιξε τα φτερά της ψυχής της και πέταξε σε άλλους τόπους, μακρινούς κι αλαργινούς. Έφυγε τη «μέρα της αποταμίευσης», ίσως να ήταν και θεϊκό σημάδι. Γιατί η Βούλα, μάζευε με στοργική αγάπη, κομμάτι – κομμάτι τα πατροπαράδοτα, τα έβαζε στο σεντούκι της μνήμης, για να τα παραδώσει στη ροή του χρόνου, κάνοντας το χρέος της στο ακέραιο απέναντι στη Γενιά.
«Βούλα τ’ Τσιαλαμάγκα»! έτσι την αποκαλούσαν οι μεγαλύτεροι, έτσι την ξέραμε κι εμείς από μικρά παιδιά, έτσι την γνώριζαν όλοι. Και είχε την εκτίμηση και το σεβασμό όλων, μικρών και μεγάλων. Γιατί η «Βούλα του Τσιαλαμάγκα» ήταν μια αξία, ένα κεφάλαιο, μια αυθεντική προσωπικότητα για τη ζώσα παράδοση, για τα πατροπαράδοτα, για την τοπική κοινωνία γενικότερα.
Σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς, που η στείρα παγκοσμιοποίηση στο διάβα της θέλει να αφανίσει ό,τι έχουμε σα λαός, η Βούλα άφησε πίσω της έναν ανεκτίμητο θησαυρό, που είναι παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Τα τραγούδια και τα μοιρολόγια, τις ιστορίες και τους θρύλους, τους μύθους και τα παραμύθια, τους δεκαπεντασύλλαβους στίχους των ποιημάτων της και τα γιατροσόφια από τα αγριοβότανα του βουνού. Τα τοπωνύμια της μικρής μας πατρίδας ένα προς ένα. Το τζουμερκιώτικο γλωσσάρι με τα τοπικά ιδιώματα και την προφορά, απομεινάρια της δωρικής διαλέκτου. Τις ντόπιες νοστιμιές, αλλά και τις φορεσιές, για καθημερνές και σχόλες.
Μα πιότερο όμως άφησε τη γεμάτη από αγάπη καρδιά της, στα άγια χώματα της ορεινής πατρίδας. Στα αλώνια, στα λαγκάδια και στα ρέματα, στις στάνες και στις στρούγκες των τσελιγκάδων. Στις κορφές του Αη – Λιά και του Κριάκουρα, στο θρόισμα των φύλλων και το κελάδισμα των πουλιών, στο αγιασμένο νερό των Τζουμέρκων. Στην Αγία Κυριακή την προστάτιδα και στα πέτρινα ξωκλήσια στις πλαγιές του βουνού, στον πολιούχο Αϊ-Γιώργη τον καβαλάρη. Στην ανατολή του ήλιου από τα ψηλώματα της Αρέντας και στο λιόγερμα με τα απόσκια του δειλινού πάνω από την πηγή του Γλαβά. Στις λουλουδιασμένες αυλές των σπιτιών και στους ανθρώπους που τη γνώριζαν. Στο Τζουμερκιώτικο τοπίο γενικότερα.
Κράτησε η Βούλα και κάτι για τον εαυτό της. Ένα τζιουμανίκι από κρανιά, σαν και αυτό που είχε ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους, ο Πατρο – Κοσμάς, για ν’ ακουμπάει και να ξαποσταίνει.
«Βούλα του Τσιαλαμάγκα», να είσαι σίγουρη πως όλα αυτά που εσύ άφησες, έχουμε χρέος να τα διαφυλάξουμε σαν κόρη οφθαλμού και να τα παραδώσουμε πιστά και αυθεντικά στις επόμενες γενιές, για να υπάρχει συνέχεια σε ό,τι έχει σχέση με τα πατροπαράδοτα.
Κοιμήσου τώρα ήσυχα, διδασκάλισσα της Γενιάς!
Καλόν ύπνο «Κοσμοκαλόγρια – Αρχόντισσα των Τζουμέρκων»!

*ο Σπύρος Νεραϊδιώτης είναι: χοροδιδάσκαλος,  λαογράφος,  τηλεοπτικός παραγωγός.