Το κούρεμα της Κύπρου τάραξε όλη την Ευρώπη αλλά αποτέλεσε και ένα παγκόσμιο γεγονός. Όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, επί σχεδόν τρεις εβδομάδες, δεν έλεγαν τίποτα άλλο παρά για το μαρτύριο που περνούσε ο κυπριακός λαός. Δε θα σας μιλήσω όμως για τα γνωστά, για αυτά που φώναζαν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα, που έγραφαν με μεγάλα γράμματα οι εφημερίδες. Ως μέλος της κυπριακής κοινωνίας, έζησα στο πετσί μου το άγχος, το φόβο, τον πανικό. Διάβασα τα σιωπηρά βλέμματα των συνανθρώπων μου που ήταν γεμάτα αγωνία, αποδυναμωμένα, κουρασμένα.

 Ήταν Σάββατο πρωί και τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Μέρα του καρναβαλιού, το πρώτο τριήμερο. Περιμέναμε πως και πως το Μάρτιο με τις τρεις αργίες, για να απολαύσουμε λίγη ξεκούραση.  Πολύς κόσμος δε βγήκε εκείνο το βράδυ και όσοι βγήκαν προσπάθησαν να ξεχαστούν και να πάρουν δυνάμεις για αυτά που θα ακολουθούσαν. Περιττό να αναφέρω ότι κατακριθήκαμε όλοι από άλλες χώρες, επειδή διασκεδάζαμε και δεν κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ. Δε θέλω να μπω στα πολιτικά, γιατί ούτε είμαι γνώστης ούτε έχω την αρμοδιότητα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε τις επόμενες μέρες, έβλεπα τους συναδέλφους μου και ταραζόταν η ψυχή μου. Ένα σχολείο με προσωπικό πάνω από 80 άτομα, είχε κλίμα τόσο βαρύ που μετρούσα τις ώρες για να σχολάσω. Οι απλοί άνθρωποι έδειξαν την πραγματικότητα και όχι οι τηλεοράσεις. «Παντρεύομαι το Μάιο.. και τώρα τι να κάνω; Να ακυρώσω το γάμο;» είπε μια συνάδελφος μου με βουρκωμένα μάτια, «Όλος ο μισθός μου φεύγει στην τράπεζα για τη δόση του δανείου, αν χάσω τη δουλειά μου, τι θα κάνω;» έλεγε μια άλλη. Κάποιοι έφταναν στην υπερβολή «Τι θα πω στο γιο μου που δε μεγάλωσε ακόμη;! Πώς να του πω ότι δεν έχει πατρίδα;», «Η Κύπρος χάθηκε, πέθανε!». Άλλοι πάλι εμψύχωναν τον κόσμο «Τόσα υποφέραμε, θα τα καταφέρουμε και πάλι!», «Η Κύπρος δε λύγισε ποτέ ούτε τώρα θα λυγίσει!». Αυτά και άλλα πολλά άκουγα καθημερινά και η θετική ενέργεια ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Ο κυπριακός λαός είναι αισιόδοξος, θετικός από τη φύση του και σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή δεν είχε τη δύναμη να πιστέψει σε καλό. Οι περισσότεροι κόπιασαν χρόνια και χρόνια για να αποκτήσουν περιουσία, μάζευαν λεφτά για να χτίσουν σπίτια στα παιδιά τους, να τα σπουδάσουν στο εξωτερικό, να δώσουνε προίκα στο γάμο τους. Δεν είναι όνειρο κάθε ελληνικής γονεϊκής ψυχής;

 Το πρώτο σχέδιο του κουρέματος ίσχυε για όλους τους πολίτες. Εκπλάγηκα όταν ένας φίλος μου, που είχε στην άκρη 20 χιλιάδες ευρώ, είπε «Δε με πειράζει, ας πάρουν το 10%, αν η πατρίδα μου είναι να σωθεί». Ήταν πολύ μεγαλόψυχη η δήλωσή του και παρόμοιες άκουσα και από άλλους. Οι περισσότεροι που ήταν πρόθυμοι να δώσουν από τα χρήματά τους για την Κύπρο, ήταν απλοί υπάλληλοι που έβγαζαν το ψωμί με το μεροκάματο, που δούλευαν υπερωρίες, που άνοιξαν μια επιχείρηση βάζοντας υποθήκη το σπίτι τους. Φαίνεται πως ο φτωχός έχει πιο γενναιόδωρη ψυχή και αυτή έρχεται σε αντίθεση με κάποια πλούσια στόματα που είπαν ότι δε θα έδιναν ούτε ένα λεπτό. Και η δικαιολογία; Δεν ήταν δίκαιο, είπαν, για τη χώρα τους ή ότι δεν ήθελαν να τα φάει η Μέρκελ. Μετά κατηγορήθηκε η Ελλάδα, επειδή δεν στήριξε την Κύπρο. Απορώ με τι θα βοηθούσε, αν τελικά τη στήριζε, όταν οι Ελλαδίτες πεινάνε και πληρώνουν τετραψήφιους αριθμούς στο ρεύμα και στο χαράτσι. Η Ελλάδα δε βοηθάει τα παιδιά της, θα βοηθήσει τα ανίψια της;

Το ΟΧΙ έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν περίμεναν ένα νησί τόσο μικροσκοπικό να είναι τόσο ατρόμητο και θαρραλέο. Οι Κύπριοι πανηγύριζαν, χαίρονταν που αντιστάθηκαν στη Μεγάλη δύναμη, αν και ήξεραν όλοι ότι η χαρά τους ήταν παροδική. Τις επόμενες μέρες η κατάσταση χειροτέρευε, η αβεβαιότητα τρυπούσε τις ψυχές μας, ξέραμε ότι ετοιμαζόταν το δεύτερο σχέδιο που δεν θα ήταν τόσο επιεικές. Την 25η Μαρτίου ήμασταν με την καρδιά στο στόμα. Όλοι περιμέναμε με αγωνία την έκβαση της επίσκεψης του κ. Αναστασιάδη στις Βρυξέλλες. Πανικός επικρατούσε μέσα σε όλους μας και όσο ακούγαμε την τηλεόραση ή ακόμα ο ένας τον άλλον, τόσο ο φόβος έκανε μεγαλύτερη τη φωλιά του. Κάποια στιγμή κουράστηκα, έπαψα να ακούω, έπαψα να ασχολούμαι. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν και δεν ήταν στα χέρια μας άλλωστε. Βγήκε η απόφαση – θα κούρευαν όλους όσοι είχαν πάνω από 100 χιλιάδες ευρώ και θα άφηναν τις 100 χιλιάδες μόνο. Γλιτώσαμε εμείς και την πλήρωσαν οι τάχα πλούσιοι; Γιατί θα ήταν αναληθές, αν λέγαμε, ότι οι κεφαλαιούχοι είχαν μεταφέρει προ πολλού τα χρήματά τους σε άλλες χώρες από τη στιγμή που το κούρεμα είχε υπογραφεί από το Νοέμβριο του 2012; Έτσι, ο Κύπριος που πούλησε το χωράφι του για να σπουδάσει τα παιδιά του και τα έβαλε στην τράπεζα, έχασε σχεδόν όλα. Τι θα πρέπει να κάνει αυτός ο άνθρωπος; Τι θα πρέπει να κάνει κάποιος που πούλησε το σπίτι του για να χτίσει ένα άλλο και τώρα έμεινε χωρίς σπίτι; Ποιος θα λυπηθεί τον ηλικιωμένο που κατέρρευσε μέσα στην τράπεζα και τον μετέφεραν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο; Πού λοιπόν είναι το δίκιο; Υπάρχει ως λήμμα στο λεξικό; Όλες οι εταιρίες, τα ιδιωτικά σχολεία υπέστησαν μεγάλη ζημιά. Οι μισθοί μειώθηκαν από 10% έως 30%, κόπηκε το ταμείο Προνοίας. Οι αποκοπές αυτές, είπαν, ήταν απαραίτητες για να επιβιώσει η κάθε επιχειρησιακή μονάδα, όπως και οι απολύσεις που έγιναν τον τελευταίο καιρό. Πόσες ακόμα θα ακολουθήσουν, είναι άγνωστο. Όχι, δεν υπάρχει το δίκαιο, κι αν υπάρχει, θα είναι υπό άλλο όνομα και θα εξυπηρετεί μόνο τους δυνατούς, όπως πάντα γινόταν – η επαναλαμβανόμενη αυτή ιστορία παίζει σαν μια κουραστική ταινία καθ’όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του ανθρώπου.

 Φαίνεται να τελείωσε η εποχή που στην Κύπρο οι δουλειές ήταν άπειρες και καλοπληρωμένες, που ο κόσμος πήγαινε στα σούπερ μάρκετ, γέμιζε τα καρότσια και στο ταμείο δεν πλήρωνε πάνω από 50 ευρώ. Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα για το πριν και το τώρα και όσο και να ψάχνουμε την πηγή της αιτίας, δε θα τη βρούμε ποτέ. Μπορούμε μόνο να εικάσουμε: αν έπρεπε ή δεν έπρεπε η Κύπρος να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν φταίει ή όχι το φυσικό αέριο και τώρα οι Μεγάλες Δυνάμεις θέλουν να έχουν τον έλεγχο του νησιού. Σε όλα αυτά προστίθεται η συμφιλίωση της Τουρκίας με το Ισραήλ, πάνω στο οποίο το νησί στηριζόταν για τις εξαγωγές του φυσικού αερίου. Και τώρα; Και τώρα υπάρχουν χιλιάδες πεινασμένες οικογένειες που δεν έχουν γάλα για να δώσουν στο παιδί τους. Ό,τι περνάει, τα περνάει ο φτωχός και ας μην υπέστη το κούρεμα. Έτσι, μείναμε εμείς οι φτωχοί και εσείς οι μεγάλοι που το μόνο που κάνετε, είναι να κατηγορείτε άλλους και να παραπονιέστε, για να πνίξετε τη φωνή του απλού λαού.

Η 1η Απριλίου, η μέρα της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ξημέρωσε και φαινόταν σαν την τραγική ειρωνεία που δεν πλάστηκε όμως με το χέρι κάποιου τραγωδοποιού, αλλά με το σκληρό πινέλο της ζωής. 

 

της Ναταλίας  Νταλχάιμερ

Εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής TabulaRasa