Του Αποστόλη Ζώη

Σημαντικά στοιχεία για την λαϊκή αρχιτεκτονική του κάμπου της Θεσσαλίας μας δίνει ο προϊστάμενος της 5ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Δημήτρης Παλιούρας. Πριν φτάσουμε σε αναλυτική παρουσίαση αυτών, ξεχωριστή αξία έχουν τα γεγονότα κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Πιο αναλυτικά, την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή τον 18ο και 19ο αιώνα, αναφέρει επέρχεται η παρακμή του τιμαριωτικού συστήματος διοίκησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι μπέηδες χρησιμοποιώντας διάφορους τρόπους, όπως πιέσεις, αυξήσεις φόρων, αυθαιρεσίες, αρπαγές κλπ., συγκέντρωσαν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής γης της Θεσσαλίας.

Όταν τη διοίκηση της Θεσσαλίας ανέλαβε ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, από το 1784 μέχρι και το 1822, η κατάσταση στην περιοχή επιδεινώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ο Αλή Πασάς, γνωστός για τη σκληρότητα του, απέσπασε, σύμφωνα με τον Κ. Παλιούρα, τον έλεγχο από πολλά ελεύθερα χωριά και τα μετέτρεψε σε ιδιόκτητα «τσιφλίκια». Έχει υπολογιστεί ότι στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα 460 χωριά από τα 650 στη Θεσσαλία αποτελούσαν κτήματα, που κατέχονταν από ιδιοκτήτες, τους επονομαζόμενους τσιφλικάδες.

Ο Αλή Πασάς την περίοδο της διακυβέρνησης του δεν δίστασε να μετατρέψει και πολλά κεφαλοχώρια σε ιδιόκτητα, παρόλο που αυτό απαγορεύονταν από τον Οθωμανικό νόμο (σαρία] και από άλλη παλιότερη Τουρκική νομοθεσία. Ο καθηγητής Αρβανιτόπουλος, σύμφωνα με τον ίδιο, ανεβάζει σε 200 περίπου τα κεφαλοχώρια της Θεσσαλίας που ξέπεσαν σε τσιφλίκια και οι κάτοικοι τους από ελεύθεροι καλλιεργητές της γης μεταβλήθηκαν σε κολλήγους. Οι γεωργοί, εκτός από την ιδιοκτησία τους, έχασαν σιγά-σιγά και το δικαίωμα να καλλιεργούν τη γη και ανά πάσα στιγμή ήταν δυνατόν να εκδιωχθούν από το τσιφλίκι.

Τσιφλικοχώρια-Κονάκια

Ιδιαίτερη αναφορά ο κ. Παλιούρας κάνει για τα τσιφλικοχώρια. Η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, επισημαίνει, και το ισχύον ιδιοκτησιακό καθεστώς δημιούργησαν τα τσιφλικοχώρια, που αποτελούσαν χαρακτηριστικά κοινωνικά και αρχιτεκτονικά συγκροτήματα στην περιοχή της Θεσσαλίας την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τα τσιφλικοχώρια οργανώνονταν γύρω από μια μεγάλη πλατεία, στο κέντρο της οποίας ήταν το κονάκι του τσιφλικά και περιμετρικά σ’ αυτό αναπτύσσονταν τα σπίτια των αγροτών κολλίγων.

Το κονάκι ήταν συνήθως τριώροφο λιθόκτιστο αρχοντικό φρουριακής αρχιτεκτονικής, που δέσποζε στο χωριό και στη γύρω από αυτό περιοχή, δηλώνοντας έτσι τον πλούτο και την υπεροχή του τσιφλικά έναντι των υποτελών κολίγων.

Ήταν ενισχυμένο τις περισσότερες φορές με αμυντικό πυργίσκο, που ήταν διάτρητος από πολεμίστρες για την άμυνα των ενοίκων σε περίπτωση κινδύνου, ενώ χρησιμοποιούνταν πολλές φορές και ως παρατηρητήριο των γειτονικών εκτάσεων που ανήκαν στο κονάκι.

Περιβαλλόταν περιμετρικά από τα προσκτί-σματά του που είχαν διάφορες χρήσεις (αποθήκες, στάβλοι και άλλοι βοηθητικοί χώροι) και δημιουργούσαν έτσι μια κλειστή αυλή για λόγους ασφαλείας. Ο περιμετρικός αυτός περίβολος ήταν ενισχυμένος συνήθως με αμυντικούς πυργίσκους στις γωνίες του για τη μεγαλύτερη ασφάλεια του.

Τα κονάκια χρησιμοποιούνταν ως εποχιακή κατοικία του γαιοκτήμονα και αποτελούσαν συγχρόνως το κτηματικό του γραφείο και το χώρο διαμονής της μόνιμης φρουράς του. Με το μέγεθος τους δέσποζαν στην περιοχή τους και ήταν σημεία αναφοράς για τους κατοίκους της πεδινής Θεσσαλίας.

Κονάκια αυτής της περιόδου σώζονται ελάχιστα στην περιοχή μας, όπως του Πρόδρομου στο Νομό Καρδίτσας, του Ομορφοχωρίου, του Βρυότοπου στο Νομό Λάρισας κ.ά.

Σπίτια κολίγων

Την ίδια περίοδο τα σπίτια των αγροτών κολίγων, όπως προαναφέρθηκε, αναπτύσσονταν περιμετρικά του κονακιού και κατά τον οριζόντιο άξονα τους. Ήταν απλές κατασκευές, τόσο στη δομή, όσο και στην οργάνωση του χώρου τους. Αποτελούσαν τον χαρακτηριστικότερο τύπο της προσθετικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή πλάι στον ένα χώρο χτιζόταν και άλλος κ.ο.κ., σύμφωνα με τις ανάγκες που δημιουργούνταν κάθε φορά στην οικογένεια. Το αποτέλεσμα αυτής της συνεχούς πρόσθεσης νέων χώρων, αναφέρει ο προϊστάμενος της 5ης Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων, ήταν οι μεγάλες σε μήκος κατασκευές, γνωστές στην περιοχή μας ως «σαρτάρες».

Η κατασκευή τους ήταν απλή και τα υλικά δομής τους ήταν αυτά που έβρισκαν σε αφθονία στο άμεσο περιβάλλον τους, όπως χώμα, ζύλα, χόρτα κλπ.

Η θεμελίωση τους, για λόγους προστασίας από την υγρασία, γινόταν από αργολιθοδομή, η οποία προεξείχε ελάχιστα από τη στάθμη του εδάφους.

Η ανωδομή τους κατασκευαζόταν από ωμά πλιθιά ενισχυμένα για μεγαλύτερη αντοχή με ξυλοδεσιές ανά τακτά διαστήματα. Τα πλιθιά κατασκεύαζε ο κάθε ιδιοκτήτης μόνος του ή με τη βοήθεια συγγενών και φίλων. Η στέγη τους ήταν δύριχτη για να υπάρχει πάντα η δυνατότητα προσθήκης και άλλου χώρου πλάι του και είχε ξύλινο σκελετό που καλυπτόταν από κεραμίδια βυζαντινού τύπου και σπανιότερα από φυτικές ύλες, γνωστά ως «χουρίδια».

Το εσωτερικό τους ήταν απλό και αποτελούνταν συνήθως από δύο ή και τρεις χώρους, που χωρίζονταν υποτυπωδώς μεταξύ τους και συνοικούσαν ο’ αυτούς μαζί τις περισσότερες φορές άνθρωποι και ζώα. Υπήρχε πάντα ο «νουντάς», που ήταν το κύριο δωμάτιο της οικογένειας εξοπλισμένο με τα πλέον στοιχειώδη, όπως το τζάκι για τη θέρμανση τους χειμερινούς μήνες και κάποιες μεσάντρες εντοιχισμένες στους τοίχους για την τοποθέτηση των μικροαντικειμένων.

Ο κινητός εξοπλισμός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, αφού ο μεν ύπνος γινόταν κατάχαμα, το δε φαγητό γύρω από τη χαμηλή τάβλα. Το δάπεδο τους ήταν κατασκευασμένο από καλά πατημένο πηλό τον οποίο, όπως και τους τοίχους, παλά-μιζαν με λεπτή στρώση αργιλικού υλικού ανακατεμένου με κοπριές ζώων. Πλάι στο χώρο αυτό ήταν το «αχούρι» για τα ζώα και παραπέρα ο αχυρώνας για την αποθήκευση των ζωοτροφών. Απαραίτητο στοιχείο της κατοικίας ήταν επίσης και το «μαειργιό», που ήταν συνήθως στο μπροστινό μέρος του σπιτιού, στεγασμένο με προέκταση της στέγης, ενώ το υπόλοιπο μέρος της πρόσοψης καταλάμβανε το χαγιάτι, γνωστό ως «ξιόστι».

Βασικό στοιχείο του μαειργιού ήταν η καμάρα με τη γάστρα για το ψήσιμο του ψωμιού και το μαγείρεμα του φαγητού. Απαραίτητο επίσης εξοπλισμό των σπιτιών αποτελούσαν το «αμπάρι» και οι «κουφίνες», που χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των προϊόντων της χρονιάς. Μπροστά στο κάθε σπίτι υπήρχε πάντα ο «σοφάς», που ήταν μία υπερυψωμένη κατασκευή, άλλοτε στρογγυλή και άλλοτε τετράγωνη, καλά παλαμισμένη που χρησιμοποιούνταν για τον ύπνο της οικογένειας τους καλοκαιρινούς μήνες 17.

Την ίδια περίοδο τα γειτονικά αστικά κέντρα Τρίκαλα, Λάρισα, Τύρναβος κ.ά. ήταν οργανωμένα σε μαχαλάδες, ανάλογα με τη θρησκευτική ομάδα που κατοικούσε σ’ αυτές, όπως οι τούρκικοι, οι ελληνικοί, οι εβραϊκοί μαχαλάδες κ,ο.κ.

«Μακεδονικού»

Η αρχιτεκτονική των σπιτιών των διαφόρων θρησκευτικών ομάδων δεν διέφερε και πολύ μεταξύ τους. Ακολουθούσαν όλα τον τύπο του βορειοελλαδικού σπιτιού, γνωστού ευρύτερα ως «μακεδόνικου», προσαρμοσμένο κάθε φορά στις τοπικές συνθήκες που επικρατούσαν στην κάθε περιοχή. Ήταν λιθόκτιστα κτήρια φρουριακής αρχιτεκτονικής με ελάχιστα σιδερόφρακτα παράθυρα στο ισόγειο, που πληθαίνουν σταδιακά στους παραπάνω ορόφους. Οι όροφοι’ τους ήταν κατασκευασμένοι από ελαφριά κατασκευή, όπως ο τσατμάς ή το μπαγδατί και πρόβαλλαν προς όλες τις κατευθύνσεις έζω από το περίγραμμα της βάσης του κτηρίου, δημιουργώντας τα γνωστά σαχνισιά που ήταν διάτρητα από παράθυρα και φεγγίτες. Τα σαχνισιά αύξαναν τη επιφάνεια του ορόφου, που αποτελούσε και την κύρια διαμονή της οικογένειας. Όταν το ισόγειο ακολουθούσε την ελικοειδή ρυμοτομική γραμμή του μεσαιωνικού πολεοδομικού ιστού, αυτά είχαν τριγωνική μορφή ώστε να τετραγωνίζουν τους χώρους του ορόφου.

Στηρίζονταν με κοιλόκυρτα φουρούσια σε μια μεγάλη ποικιλία μορφών και σχημάτων και σπανιότερα με ξύλινες αντηρίδες. Στεγάζονταν με ξύλινες πολυκλινείς στέγες, που προεξείχαν έντονα περιμετρικά, για να προστατεύουν τους ευαίσθητους τσατμαδένιους τοίχους από τις βαριές καιρικές συνθήκες του χειμώνα και να ρυθμίζουν την είσοδο της ηλιακής ακτινοβολίας τους καλοκαιρινούς μήνες. Η επικάλυψη των στεγών γίνονταν με χειροποίητα κεραμίδια βυζαντινού τύπου, τα ονομαζόμενα «λούκια». Πάντα τα σπίτια περιφράσσονταν με ψηλούς λιθόκτιστους αυλόγυρους, ώστε να επεκτείνεται η ιδιωτική ζωή της οικογένειας στους ημιυπαίθριους και υπαίθριους χώρους του σπιτιού, προστατευμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών.

Σπίτια αυτής της περιόδου σώζονται αρκετά στην πόλη των Τρικάλων στη συνοικία Βαρούσι, λιγότερα στον Τύρναβο και τη Λάρισα.