Θεσσαλονίκη: Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου.

Την ζεστασιά των Κασσανδρινών και την αναγνώριση του Μορφωτικού και Πολιτιστικού Συλλόγου Κασσανδρινών Θεσσαλονίκης γνώρισε το νέο βιβλίο του λογοτέχνη Δρ. Καρδιολογίας Γεωργίου Δαλαμάγκα με τίτλο «Η Πατρίδα μου η Κασσάνδρα», (Όσα άκουσα, είδα και έζησα)». Η παρουσίασή του έγινε με μεγάλο ενδιαφέρον στο Βαφοπούλειο Ίδρυμα της Θεσσαλονίκης όπου ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αντιστράτηγος ε.α., Δημοτικός Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος Δ.Σ. Δήμου Κασσάνδρας κ. Αντώνιος Κ. Καραγιώργης παρουσίασε τον συγγραφέα και τις κ.κ. Μαρία Μπουλάκη – Λυπηρίδου συγγραφέα και Πρόεδρο του Συλλόγου Πολυγυρινών Θεσσαλονίκης, και Γεωργία Παπαδημητρίου φιλόλογο που δραστηριοποιείται στην Κατερίνη και στο Λιτόχωρο που παρουσίασαν με κάθε λεπτομέρεια το πόνημα του κ. Δαλαμάγκα.

Ο κ. Καραγιώργης αναφερόμενος στον Σύλλογο είπε μεταξύ άλλων ότι ιδρύθηκε από ευαίσθητους, φλογερούς και ένθερμους Κασσανδρινούς το 1982 με σκοπό τη σύσφιξη των σχέσεων και την δραστηριοποίηση των Κασσανδρινών της Θεσσαλονίκης όπου ζουν περίπου 5000 Κασσανδρινοί και αναπτύσσουν επιστημονική, εκπαιδευτική, επιχειρηματική, κοινωνική και εργασιακή δράση σχεδόν σε όλους τους τομείς.

Η Κασσάνδρα, ένας τόπος ευλογημένος, ένα κομμάτι της πανέμορφης Χαλκιδικής, ένας επίγειος παράδεισος με τις χρυσαφένιες αμμουδιές της, τους γραφικούς κολπίσκους της, τα αριστοκρατικά αρχοντικά της σπίτια, τα περίτεχνα χειροποίητα υφαντά, την ξεχωριστή τοπική κουζίνα, το κρασί της, το τσίπουρο, τους αρχαίους θρύλους και τα δημοτικά τραγούδια, τα πανηγύρια, τις γιορτές και τις εκδηλώσεις της, που συνθέτουν όλα αυτά των 2500 χρόνων της ιστορίας της. Ακολούθως ο Αντιστράτηγος κ. Αντώνιος Κ. Καραγιώργης αναφέρθηκε στην μυθολογία, την ιστορία, τους αγώνες των κατοίκων της για την ανεξαρτησία της Πατρίδας, την ελευθερία των Ελλήνων, την εγκατάσταση των ξεριζωμένων Ελλήνων του Πόντου, της Μ.Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, τους Βαλκανικούς Πολέμους, την βάναυση Γερμανική Κατοχή και τον εμφύλιο. Κλείνοντας τόνισε ότι η Κασσάνδρα αναπτύχθηκε σε τουριστική περιοχή, δεχόμενη πλήθος Ελλήνων και ξένων τουριστών.

Συγκινημένος από την παρουσία εκλεκτών φίλων και κατοίκων της Κασσάνδρας ο συγγραφέας κ. Γ. Δαλαμάγκας που γεννήθηκε στο Πολύχρονο, ευχαρίστησε την διεύθυνση του Βαφοπούλειου Πνευματικού Ιδρύματος για την φιλοξενεία, τον σύλλογο Κασσανδρινών για την προβολή του πονήματος του, τις δυο παρουσιάστριες και όλους εκείνους που στηρίζουν τέτοιου είδους προσπάθειες.

Μαρία Μπουλάκη Λυπηρίδου

Κάνοντας ένα «ξεσκόνισμα» του βιβλίου η κ. Μαρία Μπουλάκη Λυπηρίδου τόνισε:

«Σήμερα παρουσιάζουμε ένα ακόμη από τα αξιόλογα βιβλία που έχει γράψει, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ιατρός κ.  Γεώργιος Δαλαμάγκας. Δίπλα στ΄ άλλα αλλά κυρίως, δίπλα στο βιβλίο του «Και πέρα απ’ τη μαύρη γραμμή» με την τραγική, συγκλονιστική θα έλεγα ιστορία, προσθέτουμε και το σημερινό

Η πατρίδα μου η Κασσάνδρα

(όσα άκουσα, είδα και  έζησα)

Όσα άκουσα, έζησα και διάβασα γι΄ αυτόν τον παραδεισένιο ιστορικό τόπο την Κασσάνδρα. Ναι! Αλλά πως βρέθηκα εγώ εδώ σ’ αυτήν την ιστορική γη που την ονόμασα πατρίδα μου, αγαπημένη!

Ποιας «ρίζας φύλλωμα είμαι»; το υπαρξιακό δίλημμα αν απασχολεί το συγγραφέα μας. Από  που προέρχομαι!

Έψαξε, και δεν άργησε να μάθει πολλά. Η ιστορία αρχίζει, μ’ έναν θερμόαιμο νέο το Θανάση.

Ο Θανάσης που κατοικούσε σ’ ένα χωρίο της Ηπείρου αδελφός μιας ωραίας Ελληνοπούλας, μια άτυχη σκοτεινή νύχτα, σκότωσε έναν Τούρκο που  ορέγονταν και κυνηγούσε την αδελφή του. Έγκλημα τιμής! Μα αυτό δεν τον δικαιολογούσε. Την επομένη, αν τον έπιαναν οι Τούρκοι θα τον έγδερναν, αυτόν και όλη την οικογένεια. Πριν ξημερώσει, πήραν μια γρήγορη ακόφαση, να εξαφανιστούν όλοι και να σκορπιστούν εκεί που ο καθένας θα μπαρούσε να σωθεί. Αποχαιρετίστηκαν και όπως θα διαβάσουμε στην ιστορία που ακολουθεί  δεν  ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Ο Θανάσης άφησε πίσω την οικογένεια και έτρεχε αλαφιασμένος.  Πού να πάει! Άκουγε τα σερνόμενα βήματά του και νόμιζε πως  οι Τούρκοι τον ακολουθούσαν.  Χάθηκε μέσα στον θεσσαλικό κάμπο, δίψασε, πείνασε.  Ένοιωσε ολομόναχος, μέσα στον κόσμο. Ζητούσε από κάποιον κατανόηση. Τ’ όνομα του σε κανέναν δεν το φανέρωνε ακόμα και ο ίδιος προσπαθούσε  να το ξεχάσει».

Γεωργία Παπαδημητρίου

Ακολουθεί η παρουσίαση της Γεωργίας Παπαδημητρίου:

«Συμπατριώτισσες και συμπατριώτες Κασσανδρινοί και φίλοι της Κασσάνδρας,

Νιώθω σήμερα μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη συγκίνηση γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσω ένα πρόσφατο λογοτεχνικό βιβλίο του συμπατριώτη μας Γεωργίου Δαλαμάγκα με τίτλο Η πατρίδα μου η Κασσάνδρα, (όσα άκουσα, είδα και έζησα), που προέκυψε από τη μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για την πατρίδα μας, την πανέμορφη και πολυθρύλητη Κασσάνδρα. Ο καημός της ρίζας λοιπόν υπήρξε πιστεύω το κίνητρο του συγγραφέα για να γράψει το όμορφο αυτό βιβλίο, που κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη το Δεκέμβριο του 2011 από τις εκδόσεις Θερμαϊκός. Ο Γιώργος Δαλαμάγκας με ιδιαίτερη εφευρετικότητα και περισσή μαεστρία μέσα από την ιχνηλάτηση του  γενεαλογικού του δέντρου παρουσιάζει την πορεία και την εξέλιξη της Κασσάνδρας μετά την αποτυχημένη επανάσταση της το 1821 και την καταστροφή της από τους Τούρκους (το μεγάλο χαλασμό όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας) και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Η υπόθεση του βιβλίου δομείται σε τρία χρονικά επίπεδα: Στην εποχή του προπάππου του συγγραφέα, στην εποχή του πατέρα του και στην εποχή του (σύγχρονη εποχή- στο τώρα). Το πρώτο μέρος παρουσιάζει κατά την άποψή μου μεγάλο ενδιαφέρον για τον λόγο ότι περιέχει αρκετά ιστορικά στοιχεία. Ο προπάππος του συγγραφέα, ο Αθανάσιος Δαλαμάγκας, κυνηγημένος από τους Τούρκους λόγω κάποιου φονικού φεύγει από το τόπο όπου ζούσε με την οικογένειά του, ένα μικρό χωρίο της Φθιώτιδας, τον Άγιο Γεώργιο και μετά από περιπλανήσεις φτάνει στη Θεσσαλία. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι δούλεψε στο Θεσσαλικό κάμπο ως θεριστής και στο τέλος του ίδιου καλοκαιριού βρέθηκε στο Πήλιο και συγκεκριμένα στην παραλία του Αϊ- Γιάννη. Εκεί ανεβαίνει στο καΐκι του καπετάν Αστέριου Λεμονή από το Παλιούρι, που μετέφερε κατοίκους της Κασσάνδρας από τους τόπους που είχαν καταφύγει για να γλιτώσουν από τον χαλασμό, και έτσι βρέθηκε στη χερσόνησο της Κασσάνδρας και συγκεκριμένα στη Σκιώνη.

Η Κασσάνδρα αυτή την εποχή είναι ερειπωμένη από τον χαλασμό αλλά πανέμορφη. Περπατώντας στην τύχη ο Θανάσης Δαλαμάγκας φτάνει σ’ένα μετόχι του Ξηροποτάμου όπου συναντά τον γέροντα Νεόφυτο και διαμένει μαζί του βοηθώντας τον στην αναστήλωση του μετοχιού. Απόφαση του είναι να ριζώσει στον πανέμορφο τόπο της Κασσάνδρας. Ερωτεύεται και παντρεύεται τη Βασιλική από το Πολύχρονο και δημιουργεί μία εξαιρετική οικογένεια. Απέκτησαν τέσσερα αγόρια, τον Λεωνίδα, τον παππού του συγγραφέα, τον Στέργιο, τον Χρήστο και τον Γιάννη.

Ακάματος εργάτης της γης ο Θανάσης δούλεψε σκληρά και απέκτησε περιουσία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σημείο στο οποίο γίνεται μνεία για την ανατροφή των παιδιών του. σελ.100-101.

Ο προπάππος του συγγραφέα ζώντας κάτω από την Τούρκικη κατοχή συχνά κάκιζε τον εαυτό του που δεν κατέβηκε στη Νότια Ελλάδα για να πολεμήσει τον εχθρό, ενώ κάποιοι συμπατριώτες του το είχαν κάνει. σελ.109-110.

Σε αυτό το σημείο παρακαλώ τον κύριο Γιώργο Δαλαμάγκα να μας διαβάσει το ποίημα του Αλέξανδρου Σούτσου « Ο θάνατος του ετερόχθονος αγωνιστή».

Ο Θανάσης Δαλαμάγκας πέθανε λίγο πριν αρχίσει ο Μακεδονικός αγώνας. Τα παιδιά του πρόσφεραν πολλά σε αυτόν τον αγώνα, με κάθε μέσο βοήθησαν την πατρίδα να αποκρούσει τους νέους εχθρούς, τους Βούλγαρους κομιτατζήδες.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 μ τους οποίους απελευθερώθηκε ολόκληρη η Μακεδονία, επομένως και η Κασσάνδρα. Οι λιγοστές φρουρές των Τούρκων εγκατέλειψαν το Παλιούρι, την Αγία, τη Βάλτα, τις Πόρτες. σελ.114.

Πολύ συνοπτικά παρουσιάζεται ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική Καταστροφή. Η Ελλάδα γενικά γίνεται χώρος υποδοχής προσφύγων, το ίδιο λοιπόν ισχύει και για την Κασσάνδρα. Είναι το δεύτερο μεταναστευτικό κύμα προς την Κασσάνδρα. Το πρώτο ήταν αυτό μετά το χαλασμό όταν έφτασαν σε αυτή πολλοί ξωμερίτες· ανάμεσα σε αυτούς και ο Θανάσης. Μετά τον ερχομό των προσφύγων ιδρύθηκαν στην χερσόνησο της Κασσάνδρας τα καινούργια προσφυγικά χωριά, η Ποτίδαια, η Φώκια, το Μάλτεπε. Όσο για τη στάση των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες; Πραγματικά υπήρχε διχασμός απόψεων. σελ.119.

Με τον ερχομό των προσφύγων το κοινωνικό και πολιτισμικό τοπίο της Κασσάνδρας αλλάζει. Με τον καιρό οι ντόπιοι αποδέχονται τους πρόσφυγες και μάλιστα συνάπτονται και γάμοι μεταξύ τους.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου τελειώνει με μία καταπληκτική περιγραφή του Κασσανδρινού τοπίου. σελ.124.  Στο δεύτερο μέρος πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας του συγγραφέα Θανάσης Δαλαμάγκας και αυτός, εγγονός του προηγούμενου, που γεννήθηκε στο Πολύχρονο το 1890. Την εποχή του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου στρατεύτηκε και πήρε μέρος στη μάχη του Σαραντάπορου. Πολέμησε επίσης στο Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Μικρασιατική εκστρατεία. Υπηρέτησε συνολικά πάνω από επτά χρόνια. Προσπερνώντας συνοπτικά τα γεγονότα ο συγγραφέας στηλιτεύει την ασυνεννοησία και την διχόνοια, που αποτελούν την κατάρα της ελληνικής φυλής και που οδήγησαν στη δικτατορία του Μεταξά και στον Εμφύλιο Πόλεμο. σελ.129. Το κομμάτι αυτό μου θύμισε την «Παθολογία του Πολέμου» του Θουκυδίδη, που αναφέρεται σ’ έναν άλλο αδελφοκτόνο πόλεμο, τον Πελοποννησιακό, που οδήγησε στον όλεθρο τις αρχαίες ελληνικές πόλεις κράτη τον 5ο π.Χ. αιώνα.

Τα εθνικά θέματα πίκραναν πολύ τον πατέρα του συγγραφέα αλλά τα οικογενειακά του προβλήματα ήταν αυτά που τον τσάκισαν κυριολεκτικά. Από τα οκτώ παιδιά που απόκτησε έχασε τα τρία, γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στο δεύτερο αυτό κεφάλαιο υπάρχουν πολλά ηθογραφικά στοιχεία καθώς παρουσιάζονται τα ήθη και οι ασχολίες των Κασσανδρινών. Όλος ο χρόνος κυλούσε με τις αγροτικές δουλείες. Τέλειωνε η μία αγροτική δουλειά και την διαδεχόταν η επόμενη και φυσικά όλη η οικογένεια ταλαιπωριόταν κάτω από το λιοπύρι, τη βροχή και το κρύο γιατί όλοι, μικροί και μεγάλοι, συμμετείχαν στις αγροτικές δουλειές. Τον Οκτώβριο άρχιζε ο σπαρμός, τον Νοέμβρη γινόταν το μάζεμα του ελαιόκαρπου. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ οι περισσότεροι συγχωριανοί μάζευαν τις ελιές τινάζοντας τες με τις ράβδους, ο πατέρας του συγγραφέα τις κατέβαζε από το δέντρο με τα χέρια του ως ένδειξη αγάπης και ευγνωμοσύνης για το ιερό αυτό δέντρο. Το Φλεβάρη γινόταν το φύτεμα των άγριων ελαιόδεντρων, που τα έφερναν από την Γκέλφω, και στη συνέχεια τα μπόλιαζαν. Ο Μάρτης ήταν ο μήνας του σκαψίματος και της περιποίησης του αμπελιού. Την άνοιξη έσπερναν τις όψιμες καλλιέργειες, το καλαμπόκι και το σουσάμι. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για το μεταξοσκώληκα, το μαμούδι όπως το λέγαμε στην Κασσάνδρα. Το καλοκαίρι θέριζαν τα χωράφια με το δρεπάνι. Άνδρες και γυναίκες μετέφεραν τα δεμάτια στα αλώνια. Συνεχής κόπος και γανιάδα. Ακολουθούσε το κόψιμο των ξύλων στο δάσος για το τζάκι αλλά και για τον έμπορο. Μετά τρυγούσαν τα αμπέλια και έβγαζαν το κρασί και το τσίπουρο. Ο πατέρας του συγγραφέα ήταν και μελισσοκόμος. σελ.155-156.

Πολύτιμοι βοηθοί της οικογένειας για τις αγροτικές δουλειές ήταν τα ζώα που ο Θανάσης Δαλαμάγκας τα λάτρευε. σελ.141.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου υπάρχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Παρουσιάζει τα παιδικά του χρόνια, την ενασχόληση του με το ποδόσφαιρο, τη συμμετοχή του στις αγροτικές δουλειές της οικογένειας, τη φοίτησή του στο γυμνάσιο της Βάλτας, όπου γνωρίστηκε με μαθητές από όλη την Κασσάνδρα, που φοιτούσαν εκεί. Η τυραννισμένη ζωή των οικογενειών όλων αυτών των παιδιών δημιουργεί σε αυτά τάσεις φυγής. Από την άλλη όμως η ομορφιά της Κασσάνδρας δημιουργεί στο συγγραφέα το δίλημμα για το αν έπρεπε να φύγει από τον παραδεισένιο αυτό τόπο. σελ.164. Να δούμε όμως την απάντηση του πατέρα σχετικά με το δίλημμα αυτό. σ.167.

Η επιμονή του πατέρα οδήγησε τον συγγραφέα να τελειώσει το γυμνάσιο, να δώσει εξετάσεις και να πετύχει στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στο τμήμα της Ιατρικής. Η φοιτητική ζωή ήταν αρκετά δύσκολη για τους επαρχιώτες φοιτητές εκείνων των χρόνων. Η οικονομική κατάσταση των οικογενειών τους δεν ήταν καλή, με αποτέλεσμα οι φοιτητές να περιμένουν το καλάθι με τα τρόφιμα που τους έστελναν οι μάνες τους από το χωριό. Επιπλέον είχαν να αντιμετωπίσουν και προβλήματα στο πανεπιστήμιο καθώς έπρεπε να αγοράζουν τα βιβλία τους και υπήρχε σαφής διάκριση από την πλευρά κάποιων καθηγητών σε σχέση με τους αστούς φοιτητές, που σε πολλές περιπτώσεις ήταν ευνοούμενοι αυτών των καθηγητών. Οι μετακινήσεις προς τη Θεσσαλονίκη ή από τη Θεσσαλονίκη προς τα χωριά της Κασσάνδρας γίνονταν με το μοναδικό λεωφορείο που λεγόταν Χειμάρα. σ.183-184.

Στο τέλος του δεύτερου μέρους του βιβλίου ο συγγραφέας παρουσιάζει τον εκσυγχρονισμό της Κασσάνδρας και την εισβολή των μηχανών σε όλους τους τομείς της ζωής, κυρίως όμως στον αγροτικό τομέα. Οι γεωργοί όργωναν τώρα τα χωράφια τους με τα τρακτέρ και θέριζαν και αλώνιζαν με τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Εμφανίστηκαν επίσης τα φορτηγά και οι μπουλντόζες. Ο Θανάσης Δαλαμάγκας είχε τις επιφυλάξεις του για την εισβολή της τεχνολογίας. σ.199-200.

Σιγά σιγά είχε αρχίσει η ζήτηση των παραλιακών οικοπέδων και εμφανίζονται δειλά δειλά οι πρώτοι τουρίστες. Το τρίτο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στην εποχή του συγγραφέα αυτήν της πλήρους επικράτησης της τεχνολογίας, τον ερχομό του ηλεκτρικού, του τηλεφώνου, του νερού. Ο τουρισμός αναπτύσσεται ραγδαία. Η ανοικοδόμηση της Κασσάνδρας ακολουθεί ταχύτατους ρυθμούς. Πολλαπλασιάζεται ο πληθυσμός της καθώς πολλοί ξωμερίτες (από άλλα μέρη της Ελλάδας ήρθαν και παρέμειναν ως μόνιμοι κάτοικοι της χερσονήσου. Στη δεκαετία του 1990 φτάνουν και πολλοί οικονομικοί μετανάστες από άλλες χώρες. Οι ξένοι σταδιακά γίνονται περισσότεροι από τους ντόπιους, αυτό αποτελεί το τρίτο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Κασσάνδρα. Σε λίγα χρόνια μεγάλο μέρος της Κασσάνδρας πουλήθηκε σε ξένους αγοραστές, κυρίως Θεσσαλονικείς. Σε διάστημα τριάντα με σαράντα περίπου χρόνων η χερσόνησος γίνεται αγνώριστη, αλλάζει το τοπίο της. Βίλες και σπίτια χτίστηκαν στα χωράφια, γέμισαν τα χωριά πολυκατοικίες, μια κυριολεκτικά άναρχη οικοδόμηση. Ποιοι άραγε ευθύνονται για αυτό; Ο Γιώργος Δαλαμάγκας προσπαθεί να δικαιολογήσει τους χωρικούς που πούλησαν τα χωράφια τους λέοντας πως οι άνθρωποι αυτοί καθώς ζούσαν με στερήσεις ονειρεύονταν για τα παιδιά τους ένα καλύτερο μέλλον. Επομένως η ευθύνη βαραίνει περισσότερο τους τοπικούς άρχοντες και την κεντρική εξουσία, που δεν μερίμνησαν για μια πιο οργανωμένη και ανθρώπινη αξιοποίηση του τουρισμού. Σε πολλές περιπτώσεις οι Κασσανδρινοί πικράθηκαν και απογοητεύτηκαν από την συμπεριφορά των αγοραστών.  σ.260-261.

Εδώ ταιριάζει απόλυτα το ποίημα του Γιώργου Δαλαμάγκα: «Ήρθαν πάλι οι βάρβαροι», στο οποίο είναι ευδιάκριτη η Καβαφική επιρροή. Το ποίημα περιέχεται σε ένα άλλο βιβλίο του, με τίτλο Επιστροφή. Ο συγγραφέας τελειώνει το βιβλίο του μe το όραμα του πατέρα του που του λέει: σ.281.

Ο πατέρας του του θέτει επίσης το ερώτημα για το πια εποχή ήταν η καλύτερη. Η παλιότερη εποχή, όταν όλα ήταν αγνά και ανθρώπινα, αλλά υπήρχε φτώχεια και στερήσεις ή η σύγχρονη εποχή που υπάρχει πληθώρα αγαθών αλλά οι άνθρωποι ζουν μέσα στην υποκρισία και τον άκρατο ατομικισμό και οι ηθικές αξίες έχασαν το νόημά τους; Ο συγγραφέας βιώνοντας και τις δύο εποχές αδυνατεί να δώσει απάντηση. Ίσως κάποιοι διαβάζοντας το βιβλίο να προσδοκούν να διαφωτιστούν ιστορικά για τα τεκταινόμενα στην Κασσάνδρα. Πιστεύω όμως πως ο Γιώργος Δαλαμάγκας δεν είχε πρόθεση να παρουσιάσει την ιστορία του τόπου μας· εξάλλου αυτό είναι έργο των ιστορικών και ο συγγραφέας μας δεν είναι ιστορικός. Έγραψε ένα καθαρά λογοτεχνικό εγχειρίδιο με κάποια ιστορικά στοιχεία, όπου το έκρινε απαραίτητο. Εξάλλου η ιστορία εναρμονίζεται απόλυτα με την μυθοπλασία σε αρκετά σημεία της αφήγησης. Ένα είναι το βέβαιο, ότι το βιβλίο αυτό παρουσιάζει πολλές λογοτεχνικές αρετές. Υπάρχουν σε αυτό αρκετά ηθογραφικά στοιχεία καθώς περιγράφει τα ήθη, τις ασχολίες και τις συνήθειες των Κασσανδρινών. Ευδιάκριτα είναι επίσης και τα λαογραφικά στοιχεία καθώς ο συγγραφέας αναφέρει πολλά από τα εργαλεία των αγροτών και αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι Κασσανδρινοί στις  καθημερινές τους ανάγκες. Από την άποψη της τεχνικής το μεγαλύτερο μέρος το καταλαμβάνουν η αφήγηση και η περιγραφή. Η αφήγηση διακόπτεται από τους διαλόγους στους οποίους κυριαρχεί η Κασσανδρινή ντοπιολαλιά με την γνησιότητα και την ενάργεια της. Στο πρώτο μέρος η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη καθώς ο συγγραφέας- αφηγητής δεν συμμετείχε στα δρώμενα εφόσον δεν είχε γεννηθεί. Στο δεύτερο και τρίτο μέρος η αφήγηση γίνεται κυρίως σε πρώτο πρόσωπο αφού ο συγγραφέας- αφηγητής μετέχει στα γεγονότα. Βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής ο Γιώργος Δαλαμάγκας προχωρεί και σε ψυχογραφικές αναλύσεις των ηρώων του, αφού σε κάποια σημεία παρουσιάζει τις μύχιες σκέψεις τους αλλά και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις. Θα αναφερθώ σε κάποια παραδείγματα που τεκμηριώνουν την άποψή μου αυτή. Ένα είναι το σημείο στο οποίο περιγράφει τον έρωτα του προπάππου του Θανάση Δαλαμάγκα για την Βασίλω. Ο Θανάσης δεν μπορεί να ηρεμήσει, όλο το είναι του είναι ταραγμένο και είναι αποφασισμένος για όλα αν δεν του την δώσουν. Σε κάποιο άλλο σημείο ο συγγραφέας περιγράφει τα συναισθήματα του προπάππου και του πατέρα του για τα παιδιά τους, συναισθήματα αγάπης, που όμως δεν έπρεπε να τα εκδηλώνουν για να μην γίνουν τα παιδιά κακομαθημένα. Διαβάζοντας το βιβλίο οι Κασσανδρινοί της γενιάς του Γιώργου Δαλαμάγκα αλλά και οι λίγο νεώτεροι, θα νιώσουν ιδιαίτερη συγκίνηση, όπως ένιωσα και εγώ καθώς μέσα από συνειρμικές διεργασίες του μυαλού ανασύρθηκαν μνήμες των παιδικών μου χρόνων. Η σκιαγράφηση του πατέρα του για παράδειγμα μου θύμισε και τον δικό μου πατέρα, που όντας άνθρωπος του μόχθου και της βιοπάλης αγωνίστηκε μέσα σε συνθήκες φτώχιας και στέρησης για να μας προσφέρει μία καλύτερη ζωή. Θα ήθελα να τονίσω και την αξία της περιγραφής, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Πώς θα ήταν δυνατόν να απουσιάζει από ένα τέτοιο λυρικό βιβλίο η περιγραφή του τοπίου της Κασσάνδρας, του πανέμορφου αυτού τόπου, της γης της επαγγελίας όπως σε κάποιο σημείο αποκαλείται από τον συγγραφέα;

Ευχαριστούμε πολύ τον κύριο Γιώργο Δαλαμάγκα που έγραψε το εκλεκτό αυτό βιβλίο, ένα διαμάντι πραγματικό, που θα λάμπει για πάντα κάτω από το ζεστό ήλιο της Κασσάνδρας μας. Τελειώνω την παρουσίαση με τις σκέψεις που προτάσσει ο συγγραφέας στο τρίτο κεφάλαιο. σελ.211».