Η συνάντηση με την Έρρικα

Διήγημα του συγγραφέα  και εκπαιδευτικού στα εκπαιδευτήρια Δούκα Μάριου Μιχαηλίδη.

Έρρικα είναι πρόσωπο υπαρκτό και ο πυρήνας της μυθοπλασίας αφορά σε ένα πραγματικό γεγονός. Γι’ αυτή της την πράξη -πράξη  ανθρωπισμού και αυτοθυσίας- η Έρρικα θα βραβευτεί από την Κυπριακή Δημοκρατία,  σε τελετή που θα γίνει στο σπίτι της Κύπρου
την Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013, ώρα 8:00 μμ,   http://www.elliniki-gnomi.eu/archives/41688
).

 Ομολογώ πως όταν πρωτοείδα την Έρρικα προσπάθησα να κρύψω την αμηχανία μου. Ο πατέρας της, αδελφικός μου φίλος, πολύ πριν μου την γνωρίσει, με έμφαση επαινούσε τα ξεχωριστά της προσόντα, Να δεις που η Έρρικα αυτό, η Έρρικα εκείνο, παρ’ ότι εγώ ήξερα για την κατάστασή της. Ο Πέτρος, ωστόσο, επέμενε σε όρους δύσληπτους και μάλλον άγνωστους για τους πολλούς. Μιλούσε για μια ξεχωριστή νοημοσύνη, όχι αυτήν της διάνοιας αλλά εκείνη του συναισθήματος και καθόλου δεν του διέφευγε πως ακόμη και οι πιο στενοί του φίλοι, πολύ πιθανόν, να τον άκουγαν με συμπάθεια, όχι όμως χωρίς κατανόηση. Κι αυτό τον πλήγωνε.

Βέβαια, δε ζει με αυταπάτες. Η Έρρικα γεννήθηκε με φυσική αρτιμέλεια, έχει όμως μια μορφή διανοητικής υστέρησης –ντρέπομαι που το λέω έτσι απλά με τον κυνικό ιατρικό όρο- κι αυτό δεν της επιτρέπει να αρθρώνει σωστά τις λέξεις και γενικά είναι άτομο που παρουσιάζει μέγιστη αδυναμία στο λόγο. Μόνο αυτό. Γιατί, κατά τα άλλα, κατανοεί τα πάντα, πιο πολύ  όμως διαισθάνεται και αντιδρά πολύ πιο μπροστά από τους άλλους, τους “κανονικούς”. Κι αυτό που της προκαλεί δυσφορία και εκνευρισμό είναι η συγκατάβαση με την οποία την αντιμετωπίζουν όσοι δεν την γνωρίζουν καλά.

Τη μέρα εκείνη -Αύγουστος ήταν- η Έρρικα ήταν που με προϋπάντησε με τον δικό της χαρούμενο τρόπο. Όταν χτύπησα το κουδούνι της εισόδου, μου άνοιξε με κομμένη την ανάσα, με αγκάλιασε, με φίλησε και προσπαθούσε να μου δείξει πόσο ενθουσιασμένη ήταν που με γνώριζε. Κάθε τόσο στρεφόταν στον πατέρα της, κάτι έλεγε, κι εκείνος, με προλάβαινε: της έχω μιλήσει για σένα. Σε περίμενε. Την ευχαρίστησα και μάλλον σαν να ήθελα κάτι να αποφύγω, ρώτησα για τη Ρένα, την ίδια στιγμή που ακούστηκε η φωνή της να με καλωσορίζει.

Το σπίτι στην Εύβοια, αληθινός παράδεισος. Ο Πέτρος είναι περήφανος για το κατόρθωμά του. Όπως ο κήπος μας στην Κερύνεια, επαναλάμβανε και αφηνόταν στην πιο γλυκιά νοσταλγία… Αλήθεια, ένας τεράστιος κήπος  κατάφυτος με λουλούδια, θάμνους και δέντρα, όλα φερμένα από την Κύπρο. Να  ’ναι καλά ο Ερρίκος. Δεν ξεχνά. Όποτε έρχεται, μας φέρνει και κάτι. Όταν μιλάει για τον πατέρα του ο Πέτρος, δεν κρύβει τη συγκίνησή του. Κι εκείνη τη φορά το ίδιο συνέβη κι ακόμη κάτι που με άγγιξε βαθιά. Μόλις η Έρρικα άκουσε το όνομα του παππού της, λαχτάρισε και χώθηκε στην αγκαλιά του πατέρα της, αφήνοντας να της ξεφύγουν ήχοι που έμοιαζαν με αναφιλητά. Δεν μπορώ να πω πως ένιωθα βολικά. Δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Εκείνο που καταλάβαινα ήταν πως είχε πάνω της κάτι, που την έκανε πλάσμα ξεχωριστό.

Δεν άργησα να διαπιστώσω πόσο ξεχείλιζε από αγάπη. Το βλέμμα της κι η κάθε της κίνηση είχαν τον παλμό μιας γνήσιας αγάπης. Καμιά προσποίηση, τίποτα από αυτά που βλέπεις καθημερινά γύρω σου και όταν πια δεν αντέχεις, σε κάνουν να θέλεις να φωνάξεις δυνατά: θεέ μου, γιατί τόση υποκρισία! Η καθημερινή επικοινωνία με τους “κανονικούς” συχνά μεταβάλλεται σε δοκιμασία. Και όμως, οι κοινωνικές συμβάσεις ή όπως αλλιώς λέγεται αυτό που σε περιορίζει σε μιαν εύθραυστη ανεκτικότητα, σε αναγκάζει να μηρυκάζεις τη χολή σου. Και έτσι, πικραινόμενος εν εαυτώ, μετακινείς τα όρια της ανοχής σου και επαναπροσδιορίζεις το περιεχόμενο της αξιοπρέπειάς σου…

Ναι. Αυτά με τους κανονικούς. Όταν όμως συναντάς στο δρόμο σου μιαν Έρρικα, ντρέπεσαι. Ντρέπεσαι, όπως εγώ που την κοίταγα κατά πώς άγγιζε τα τριαντάφυλλα και με πόση στοργή ψιθύριζε στο αφτί της γάτας, που την ακολουθούσε παντού σαν ορφανό παιδί, ζητώντας μιαν αλλιώτικη αγκαλιά. Κι όταν ξαφνικά αντιλαμβανόταν ότι μας είχε αφήσει μόνους για πολλή ώρα, ερχόταν, κρατώντας μυριστικά και μας τα έδινε με μια κίνηση που τη συνόδευε η χάρη μιας αυθεντικής αθωότητας.

Ο Πέτρος με κοιτούσε, μετρώντας ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες αντιδράσεις μου. Η Ρένα, φίλη κι αυτή από τα μαθητικά μας χρόνια, δεν είχε καμιάν ανάγκη να επιβεβαιώσει ή να αναιρέσει κάτι. Με θαυμαστή απλότητα και καθόλα φυσιολογική στο φέρσιμό της, τον κοιτούσε και με τη ματιά της  προσπαθούσε να τον επαναφέρει. Εκείνος όπως πάντα με μειλίχιο τρόπο: ο Γεράσιμος είναι αδελφός και γυρνώντας προς το μέρος μου άφηνε εκείνο το αδυσώπητο: ξέρεις πόσα χρόνια γνωριζόμαστε; Το είπε κι αμέσως δαγκώθηκε.

Τελευταία όλο και πιο πολύ νιώθω κάτι να με πνίγει, κάθε φορά που γίνεται λόγος για το χρόνο. Ενοχλούμαι. Το ξέρει. Ιδίως όταν οι αφορμές που ανοίγουν την αυλαία των αναπαραστάσεων της μνήμης ξαφνιάζουν, για το αναπάντεχο φορτίο που  άθελά τους κουβαλούν. Γιατί Πέτρος κι εγώ, όπως και τόσοι άλλοι, πολύ πικραθήκαμε στην εφηβεία μας. Τη συντροφικότητά μας τη στήριζε εκείνη η αδελφοσύνη των ατόμων που συναντιούνται στην κόψη μεγάλων αποφάσεων κι ακολουθούν κοινή πορεία, χωρίς ποτέ να  μετανιώνουν ή να ντρέπονται… Όσο κι αν κρατά αυτή η πορεία. Γιατί κάποτε οι δρόμοι…

Αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις φρόντισε να τις απομακρύνει η ευαίσθητη Ρένα. Ναι. Το πιο καλό που είχαμε να κάνουμε, ήταν να κατεβούμε στην παραλία. Η Έρρικα δεν έκρυβε τη χαρά της. Όλο μιλούσε και τραβούσε τον πατέρα της από το χέρι, ενώ με το βλέμμα της με καλούσε να βιαστώ. Αυτό μάς άλλαξε τη διάθεση. Άλλωστε, καθώς περνούσε η ώρα, η απαλή δροσιά του πρωινού όλο και υποχωρούσε.

Κάποια στιγμή η Έρρικα εμφανίστηκε μέσα σε  ολόλευκο μπουρνούζι, φορώντας ένα αθλητικό σκουφάκι. Μας χαμογέλασε και προχώρησε μέσα από τον κήπο, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια και ρίχνοντας κάθε τόσο κρυφές ματιές πίσω της. Τη θαυμάζαμε. Έμοιαζε με κολυμβήτρια λίγο πριν από επίσημο αγώνα. Τι κρίμα, σκέφτηκα. Θα μπορούσε να ήταν κανονική αθλήτρια ή γιατρός όπως οι γονείς της και η αδελφή της, που έλειπε εκείνες τις μέρες σε συνέδριο στη Γερμανία.

Η φωνή του Πέτρου με επανέφερε: κοίταξέ την πώς καμαρώνει… Μπήκα στον πειρασμό. Τι να σκέφτεται, άραγε, αυτό το πλάσμα που δεν ανήκει στη συνομοταξία των “κανονικών”; Και σαν να διάβασε τη σκέψη μου, Είναι κι αυτή ένας κανονικός άνθρωπος, με πρόλαβε. Το μόνο είναι που διαφέρει και δεν… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Οι απροσδόκητες φωνές και τα καλωσορίσματα έδιναν κι έπαιρναν: Μαμά η Έρρικα… γεια σου Έρρικα… άργησες σήμερα Έρρικα… Κι εκείνη όλο χαμογελούσε και μας κοίταγε, πιο επίμονα εμένα σαν να ήθελε να με πείσει πως είναι κι αυτή όπως όλοι οι άλλοι.

Δεν την προλάβαμε. Άπλωσε την πετσέτα της, έβγαλε το μπουρνούζι της, φόρεσε τα  μικροσκοπικά γυαλιά της, έτρεξε, βούτηξε και με γνώση και χάρη άρχισε να απομακρύνεται. Την ακολουθήσαμε με το βλέμμα μας, μέχρι που τη χάσαμε. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα… πήγε να πει ο Πέτρος μα τον διέκοψε η φωνή ενός φίλου. Γιατρέ μου καιρό έχω να σε δω… κι άρχισε εκείνη η βασανιστική για τους γιατρούς στιχομυθία. Και να, τόσο η πίεση, τόσο η χοληστερίνη κι εκείνος ο πόνος στην πλάτη που δε λέει να σταματήσει… Θαυμάζω την υπομονή τους. Γλύτωσες που δεν έγινες γιατρός είπε γυρνώντας προς το μέρος μου, αφού συμβούλεψε τον επίμονο ασθενή του να κόψει το αλάτι και τα λιπαρά.

Ποτέ δε σκέφτηκα να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Δεν είναι καθόλου επικερδές, βέβαια, -με την τρέχουσα σημασία του όρου- να ασχολείσαι με τον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα ή τον Καβάφη και τον Εμπειρίκο, αλλά αυτό πάει, το ξεπέρασα. Συνήθισα στην ιδέα εκείνου του άλλου, του ηδονικού και κάποτε βασανιστικού κέρδους και τώρα που το σκέφτομαι, αυτός είναι ο πιο ανώδυνος συμβιβασμός που έχω κάνει στη ζωή μου. Και ποτέ δεν το μετάνιωσα. Έχω βέβαια και τα γραφτά μου. Εδώ όμως, πάλι, οι πιο πολλοί βλέπουν το αποτέλεσμα, τη μορφή ενός βιβλίου, ή μια κριτική σε ένα έντυπο και σου λένε Μπράβο, καλοτάξιδο… Όμως, τις στιγμές εκείνης της αλλιώτικης πάλης, που θαρρείς πως κάποιος σου ξεριζώνει τα σωθικά, ή όταν ταξιδεύεις στο σκοτάδι ή όταν δοκιμάζεσαι από το εκτυφλωτικό φως, αυτά ποιος τα υπολογίζει… Ας είναι. Μόνος του πορεύεται κανείς στον έρωτα, τη δόξα και το θάνατο. Κάπως έτσι το είπε ο ποιητής.

Βέβαια και ο Πέτρος έχει τις αυτοβασανιστικές του εμμονές. Από τότε. Διαρκώς στοχάζεται, γράφει και γενικά είναι άτομο που ανήκει σ’ αυτό που πολλοί λένε επιστημονική διανόηση. Έχει τον τρόπο του.

Η ώρα περνούσε κι εμείς μέναμε καθιστοί και αμίλητοι στην άμμο, λες και μας είχε ρουφήξει η νωχελικότητα του πρωινού. Ούτε καν το καταλάβαμε  πότε πήρε να φυσά ο αγέρας, παρά μόνο σαν άρχισε να ρίχνει με ριπές την άμμο επάνω μας. Την ίδια στιγμή ο φλοίσβος, μέχρι πριν μονότονος και ήρεμος, ακούστηκε σαν ρόγχος. Η θάλασσα άρχισε να φουσκώνει. Εδώ έτσι κάνει η θάλασσα και μετά γαληνεύει, είπε ο Πέτρος, αναγνωρίζοντας την ανησυχία μου. Μην τη φοβάσαι την Έρρικα, είναι δελφινοκόριτσο.

Αφεθήκαμε κι οι δυο στις σκέψεις μας. Η εφηβεία μας φορτώθηκε τόσο πολύ, που καθώς περνούν τα χρόνια είναι αδύνατο ν’ αντέξουμε το απόβαρό της. Τι τα θέλαμε τα τόσα “Ζήτω” και γιατί αφεθήκαμε στις τόσες εμμονές; Θα μου πεις, τώρα τα σκέφτεσαι, τόσο παράωρα; Κι εκείνοι που σκοτώθηκαν; Ποιος παραδαρμός τους χτύπησε κι αφέθηκαν έτσι άωρα στη λάμψη των βεγγαλικών. Και νατος ξανά ο Ευαγόρας μ’ εκείνο το βλέμμα το σπαθί να με κοιτά στα 2010 και να απορεί που κάποιοι τον νοιάζονται ακόμη. Γιατί κι ο Πέτρος τα ίδια ανασκάλευε μες στο μυαλό του, καθώς με κοίταγε και με το νεύμα των ματιών του μ’ έπεισε να τον ακολουθήσω, κρυφοσυλλαβίζοντας: Θα πάρω μιαν ανηφοριά/θα πάρω μονοπάτια/ να βρω τα σκαλοπάτια/ που παν’ στη λευτεριά…

Κι ούτε που το καταλάβαμε. Η Έρρικα, σαν μια νέα Αφροδίτη στεκόταν μπροστά μας κι έσταζε φως και αρμύρα. Μας κοίταξε με κατανόηση και απέραντη στοργή. Και πριν συνέλθουμε από το ευχάριστο ξάφνιασμα, ακούστηκε μια φωνή σπαραχτική, λες και κουβαλούσε την αγωνία όλου του κόσμου: το παιδί μου… πού είναι το παιδί μου… Η θάλασσα άφριζε πάλι. Κοιτάγαμε, τίποτα. Η μάνα να σπαράζει στο κλάμα. Στεκόμαστε άβουλοι μέχρι που κάποιος φώναξε: να εκεί στο βράχο κοντά, κάτι βλέπω… Η Έρρικα στυλώθηκε, κάτι είπε και τρέχοντας βούτηξε. Την βλέπαμε που τη μια την έκρυβε το κύμα και την άλλη τη φανέρωνε κι εκείνη όλο πείσμωνε κι ούτε που άκουγε τα δικά μου Πού πας… πρόσεχε... Ο Πέτρος κοίταγε χωρίς να μιλά. Είχε μια περίεργη γαλήνη στο πρόσωπο κι αυτό με παραξένεψε. Σαν να το περίμενε αυτό που γινόταν, σαν να το ’ξερε πως κάπως έτσι θα συμβεί, αν ποτέ το ’φερνε η ανάγκη.

Στεκόμαστε είκοσι τόσα άτομα στη σειρά, βουτηγμένοι στην απελπισία. Κοιτάγαμε, όπως κοιτάνε οι θεατές στο σινεμά, όπου οι πιο ευαίσθητοι πεθαίνουν στο χτυποκάρδι, μην τύχει και συμβεί κάτι στους πρωταγωνιστές και τους χαλάσει η διάθεση.

Και να την η Έρρικα, Να κολυμπά ανάσκελα με το ένα χέρι και με το άλλο να κρατά στο στήθος της το παιδί και να μας απαλλάσσει από την αγωνία μας. Κρατήσου Έρρικα… κρατήσου… και να έχουν μαζευτεί όλοι και να την ενθαρρύνουν και να κοιτάνε με θαυμασμό αυτό που γινόταν μπροστά τους. Η Έρρικα, η πάσχουσα υπό μετρίας μορφής διανοητική υστέρηση… το πλάσμα το θαυμαστό, έβγαινε στα ρηχά αποκαμωμένη. Τότε τρέξαμε εμείς οι “κανονικοί” να τη στηρίξουμε κι αυτή να μην αφήνει το παιδί από την αγκαλιά της, που κι αυτό κόλλησε το σώμα του στο δικό της και δεν ήθελε να την αποχωριστεί.

Στεκόμουν αποσβολωμένος και κοίταγα. Ασύμμετρη αρμονία… Η αθωότητα στη πιο εκφραστική εκδοχή. Η Έρρικα και το παιδί στην αγκαλιά της… Όσο το σκέφτομαι, νιώθω την ίδια ντροπή με τότε. Κι απελπίζομαι.  Δειλοί, μοιραίοι μα κι άβουλοι αντάμα…