Η τέχνη του πηλού στον ελλαδικό χώρο

Του Σπύρου Κουγιουμτζόγλου, αρχαιολόγου.

Η τέχνη του πηλού δεν έπαψε ποτέ να ασκείται στον ελλαδικό χώρο, διαγράφοντας μια μακρά και ενδιαφέρουσα πορεία από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Την περίοδο που ακολούθησε την τουρκική κατάκτηση του Βυζαντινού κράτους, αλλά και πιο πριν, τα κεραμικά αντικείμενα αποτελούσαν απαραίτητα χρηστικά αντικείμενα για κάθε νοικοκυριό ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης.

Το μεταβυζαντινό τραπέζι στρωνόταν με εφυαλωμένα επιτραπέζια αγγεία, όπως κανάτες, κούπες και πινάκια, φλιτζάνια και μαστραπάδες. Μπορούμε με βεβαιότητα να υποστηρίξουμε ότι κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους στα κατά τόπους εργαστήρια του ελλαδικού χώρου εξακολουθούσαν να παράγονται εφυαλωμένα επιτραπέζια κεραμικά παρόμοια με βυζαντινά ως προς το σχήμα αλλά και τη διακόσμηση.

Η τοπική παραγωγή φαίνεται ωστόσο να επηρεάστηκε αισθητά και από τις αθρόες εισαγωγές κεραμικών αγγείων, πρακτική διαδεδομένη ήδη από τα υστεροβυζαντινά χρόνια. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η διεξαγωγή του εμπορίου στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου από τους Βενετούς, οι οποίοι αποτελούσαν τη σημαντικότερη εμπορική δύναμη στους πρώτους μεταβυζαντινούς αιώνες. Από τον 17ο αιώνα και εξής εξίσου δραστήριοι παρουσιάζονται οι Άγγλοι και οι Ολλανδοί και από τον 18ο αιώνα και οι Γάλλοι. Την εποχή αυτή στον ελλαδικό χώρο εισάγονται αντικείμενα προερχόμενα από τα γνωστά αγγειοπλαστικά εργαστήρια της Βενετίας, του Μοντελούπο ή της Φαέντσας.

Παράλληλα η συμμετοχή των Ελλήνων στο εμπορικό δίκτυο της Ανατολικής Μεσογείου συνέβαλε κατά πολύ στην προώθηση κεραμικών από την Ανατολή και τη Δύση στις αγορές του ηπειρωτικού αλλά κυρίως του νησιωτικού Ελλαδικού χώρου. Σημαντικό ρόλο στην προώθηση των ελληνικών εμπορικών διεκδικήσεων έπαιξε η σύναψη συνθηκών, όπως αυτής του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774 ή εκείνης της Κωνσταντινούπολης το 1783, που έθεταν ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες εμπόρους. Έτσι, οι Έλληνες έμποροι δραστηριοποιηθήκαν στην περιοχή της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ελέγχοντας μάλιστα μετά το 1774 και τους Ναπολεόντειους πολέμους (1792-1815) μεγάλο μέρος του εμπορίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ παράλληλα συμμετείχαν στο εμπόριο που διεξαγόταν προς και από τις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, όπου σπουδαίες ελληνικές κοινότητες είχαν αναπτυχθεί. Την ίδια εποχή η ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη προμηθεύεται πορσελάνινα σερβίτσια, κοσμημένα με μυθολογικά ή ελληνικού ενδιαφέροντος θέματα, από τα φημισμένα ευρωπαϊκά εργοστάσια.

Παράλληλα, πινάκια και κούπες από τα γνωστά αγγειοπλαστικά εργαστήρια της Μικράς Ασίας κατέφθασαν στον ελλαδικό χώρο σε μεγάλες ποσότητες για να χρησιμοποιηθούν στο καθημερινό τραπέζι ή, μερικές φορές για να κοσμήσουν τους τοίχους των σπιτιών ως πολύτιμα αποκτήματα.

ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Κατά τη διάρκεια της μεταβυζαντινής εποχής συνεχίζεται η παραγωγή εφυαλωμένων κεραμικών αγγείων σε αρκετές πόλεις του ελλαδικού χώρου προκειμένου να καλυφθούν οι τοπικές απαιτήσεις για διακοσμημένη κεραμική. Έτσι, κατά τους πρώιμους μεταβυζαντινούς αιώνες κεραμικά κατασκευάζονται σε περιοχές όπως η Θεσσαλονίκη, η Βέροια, τα Τρίκαλα, η Λάρισα, αλλά και η Άρτα και η Αθήνα, ενώ αργότερα η αγγειοπλαστική τέχνη ανθεί σε πόλεις με οικονομική ανάπτυξη, όπως τα Γιάννενα ή το Διδυμότειχο.

Τα μεταβυζαντινά επιτραπέζια εφυαλωμένα κεραμικά ακολουθούν τη βυζαντινή παράδοση ως προς τις τεχνικές κατασκευής και διακόσμησης των αγγείων αλλά και ως προς τα σχήματα, που είναι ωστόσο πιο περιορισμένα. Οι μικρές και βαθιές κούπες της υστεροβυζαντινής περιόδου εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρύτατα στους πρώτους μεταβυζαντινούς αιώνες (15ος – 16ος αι). Κοινά αυτή την εποχή είναι και τα πινάκια με την επίπεδη βάση και τα όρθια τοιχώματα. Τη μεταβυζαντινή εποχή χρησιμοποιούνται ακόμη μεγάλου μεγέθους κούπες, συχνά με επίπεδο φαρδύ χείλος. Διαφόρων ειδών και μεγεθών είναι τα κανάτια για το σερβίρισμα ή τη μεταφορά υγρών-συνήθως έχουν ωοειδές σώμα, επίπεδη βάση και τριφυλλόσχημο χείλος, ενώ άλλοτε ανεξαρτήτως του σχήματός τους καταλήγουν σε σωληνωτή προχοή.

Την εποχή αυτή συνεχίζονται οι βυζαντινές παραδοσιακές τεχνικές στη διακόσμηση των εφυαλωμένων κεραμικών, εκείνων δηλαδή που έχουν επενδυθεί πριν από το τελικό ψήσιμο με λεπτό στρώμα γυαλιού. Στα εφυαλωμένα αγγεία η εγχάρακτη διακόσμηση που πραγματοποιείται με αιχμηρό εργαλείο εφαρμόστηκε επιτυχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής αλλά και της μεταβυζαντινής εποχής. Στα μεταβυζαντινά χρόνια ωστόσο το χάραγμα έγινε χονδρότερο ενώ τα διακοσμητικά μοτίβα εμπλουτίστηκαν με πινελιές πράσινου και καφέ -κίτρινου χρώματος, ακολουθώντας μια πρακτική που εφαρμοζόταν ήδη από τον 13ο αιώνα.

Ο διάκοσμος των έγχρωμων εγχάρακτων, όπως ονομάστηκαν, αγγείων απλωνόταν πλέον άτακτα πάνω στην κεραμική επιφάνεια.

Στους πρώτους μεταβυζαντινούς αιώνες στη διακόσμηση επικρατούν οι σπείρες, οι ρόδακες, οι ελισσόμενες γραμμές ενώ εγχάρακτες παράλληλες γραμμές που περιτρέχουν συνήθως το χείλος συμπληρώνουν τον διάκοσμο. Δεν λείπουν ακόμη τα πτηνά ή τα ψάρια, ενώ σπάνιες είναι και οι απεικονίσεις ανθρωπίνων μορφών. Συνήθης στα μεταβυζαντινά κεραμικά είναι και η φολιδωτή διακόσμηση που καλύπτει την κοιλιά των τριφυλλόσχημων μαστραπάδων, μέσα σε χαρακτό στρογγυλό πλαίσιο.

Κατά τη μεταβυζαντινή εποχή ιδιαίτερα διαδεδομένη στα εφυαλωμένα κεραμικά ήταν και η γραπτή διακόσμηση, η αποτύπωση δηλαδή του θέματος με ποικίλα χρώματα σε λεπτό στρώμα άσπρου επιχρίσματος.

Στην ομάδα των γραπτών αγγείων εντάσσονται και τα λεγόμενα blue and white, με τα χαρακτηριστικά περιγράμματα από διπλούς κύκλους διακοπτόμενους από κάθετες γραμμές (μετάλλιο σαν σκάλα), τα οποία πρωτοεμφανίζονται σε κανάτια της Βόρειας Ιταλίας.

Κατά τη μεταβυζαντινή εποχή εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και η γραπτή δια επιχρίσματος διακόσμηση, ευρύτατα διαδεδομένη από τα βυζαντινά χρόνια (11ος – 14ος αι.). Για την απόδοση των διακοσμητικών θεμάτων, συνήθως ομόκεντρου κύκλων ή κηλίδων, χρησιμοποιείται ως χρωστική ύλη το επίχρισμα απευθείας πάνω στον γυμνό πηλό.

Λιγότερο διαδεδομένη φαίνεται να είναι η ανάγλυφη διακόσμηση, η οποία και επιτυγχάνεται με τη βοήθεια πήλινης σφραγίδας πάνω στον νωπό πηλό πριν ακόμα μπει η εφυάλωση.

Την ίδια εποχή απαντά στα εφυαλωμένα αγγεία και ένα είδος μονόχρωμης διακόσμησης: ο νωπός πηλός καλύπτεται με επίχρισμα και στη συνέχεια με στρώμα εφυάλωσης, συνήθως πράσινου χρώματος, καφέ ή ώχρας, δίδοντας ένα μονόχρωμο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει τέλος ένα ακόμη είδος διακόσμησης που απαντά την ίδια εποχή σε χρηστικά αγγεία, κυρίως κανάτια. Η συγκεκριμένη διακόσμηση είναι υποτυπώδης, σχεδόν ανύπαρκτη: εφυάλωση καλύπτει μόνο το χείλος του αγγείου ή περιχύνεται άτακτα πάνω στο σώμα του.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΥΣΗ

Η εμφάνιση σε κέντρα του ελλαδικού χώρου κεραμικών αγγείων κατασκευασμένων στη Δυτική Ευρώπη και κυρίως στην Ιταλία, χρονολογείται ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, ωστόσο καθίσταται εντονότερη κατά τη μεταβυζαντινή εποχή. Η εισαγωγή αγγείων είναι τότε ιδιαίτερα αυξημένη στις λατινοκρατούμενες περιοχές της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όπως για παράδειγμα στη Ρόδο, την Κρήτη ή την Κύπρο, μαρτυρώντας την έντονη εμπορική δραστηριότητα στον χώρο της ανατολικής Μεσογειακής λεκάνης.

Στον ελλαδικό χώρο απαντούν εισηγμένα κεραμικά κοσμημένα με την πολύχρωμη γραπτή κεραμική τύπου marbled, με ρέουσες και αναμεμειγμένες πινελιές διαφορετικού χρώματος επιχρισμάτων και εφυαλώσεων, που μιμούνται τα νερά του μαρμάρου. Τα κεραμικά αυτά χρονολογούνται από τον όψιμο 16ο αι. έως και τον 18ο αι.

Από την ιταλική χερσόνησο προέρχεται μεγάλος αριθμός αγγείων που παράγονται μαζικά κυρίως τον 15ο και 16ο αι. και έφεραν φυτικές και γεωμετρικές διακοσμήσεις, πορτρέτα ανδρών και γυναικών ή τοπία με κτίρια που κατασκευάζονται κυρίως στη Βενετία και τη Γένοβα.

Τα κεραμικά αυτά χαρακτηρίζει η κασσιτερούχα εφυάλωση, τεχνική ιδιαίτερα ακριβή. Η χρήση κασσιτερούχων υαλωμάτων στην κεραμική ξεκινά τον 9ο αιώνα στην Περσία, διαδίδεται στην Ισπανία με την εξάπλωση του Ισλάμ, και από εκεί στην Ιταλία μέσω εμπορικών σταθμών όπως η Μαγιόρκα, στην οποία οφείλεται και το όνομά τους μαγιόλικα.

Τα μαγιόλικα  έχουν επηρεάσει και την παραγωγή του ελλαδικού χώρου, όπως το χαρακτηριστικό μετάλλιο «σαν σκάλα».

Από τον 17ο αιώνα και μετά η διακόσμηση των μαγιόλικων αγγείων αρχίζει σταδιακά να διαφοροποιείται καθώς επικρατούν σε αυτή μοτίβα grotesque, όπως πουλιά, γοργόνες, σφίγγες, θηρία κ.α. Τον 18ο αιώνα εισάγονται οι γνωστοί ιταλικοί μαστραπάδες μαγιόλικα με την τριφυλλόσχημη προχοή, που χρησιμοποιούνταν κυρίως ως κανάτες κρασιού στο σπίτι, σε γάμους ή κηδείες και φυσικά ως διακοσμητικά σκεύη στα ελληνικά σπίτια. Στην πρόσθια όψη φέρουν συχνά τοπία ή θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως δικέφαλους αετούς, πουλιά, ή στιχουργήματα που αναφέρονται στη φιλία, στην οινοποσία, γραμμένα πάντοτε στα ελληνικά.

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Εισαγωγές αγγείων από τα γνωστά εργαστήρια της Ανατολής, του Ιζνίκ, της Κιουτάχειας και του Τσανάκ Καλέ εντοπίζονται σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Καθοριστικός παράγοντας για την προώθηση των προϊόντων τους υπήρξε η σημαντική γεωγραφική θέση των πόλεων αυτών, καθώς αποτελούσαν ενδιάμεσους σταθμούς στους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής ή σημαντικά λιμάνια.

Παράλληλα από τα μέσα του 18ου αιώνα με την ελεύθερη ναυσιπλοΐα των ελληνικών πλοίων υπό ρωσική σημαία, η διακίνηση των εμπορικών αγαθών από την Ανατολή γίνεται ευκολότερη με αποτέλεσμα τη μαζική εισαγωγή στον ελλαδικό χώρο κεραμικών προϊόντων από τα γνωστά αγγειοπλαστικά κέντρα της Μ. Ασίας.

Η ΚΕΡΑΜΙΚΗ ΤΟΥ ΙΖΝΙΚ

 

Τα γνωστά και εντυπωσιακά κεραμικά του Ιζνίκ πήραν το όνομα τους από τον τόπο κατασκευής τους, την πόλη Ιζνίκ, τη βυζαντινή Νίκαια, παλαιά πρωτεύουσα του ομώνυμου κράτους κατά τα έτη 1204-1261.

Η πόλη αυτή αναδείχτηκε σε ανθηρό καλλιτεχνικό και πολιτιστικό κέντρο από τις αρχές του 16ου αιώνα, λόγω της κατασκευής κεραμικών υψηλής αισθητικής και ποιότητας.

Οι κεραμίστες του Ιζνίκ κατασκεύαζαν χρηστικά αγγεία σε μεγάλη ποικιλία σχημάτων και διακοσμητικά πλακίδια τα οποία κοσμούσαν τις προσόψεις και το εσωτερικό μαυσωλείων, τζαμιών και παλατιών.

Η κεραμική του Ιζνίκ δέχτηκε σημαντική επιρροή από τις κινέζικες πορσελάνες του 14ου και 15ου αιώνα, οι οποίες αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή έμπνευσης.

Κατά τον 16ο αιώνα, εποχή της μεγάλης ακμής των κεραμικών του Ιζνίκ, εντυπωσιάζει η διακόσμηση με φύλλα σαζ, γαρύφαλλα, τουλίπες, τριαντάφυλλα και υακίνθους σε ποικιλία χρωμάτων. Παράλληλα κάνουν την εμφάνιση τους θέματα εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή, όπως ανθρώπινες μορφές, φίδια, δέντρα, κ.ά. τα οποία θα επικρατήσουν στην κεραμική του 17ου αιώνα. Ιδιαίτερα αγαπητό θέμα διακόσμησης είναι και τα καράβια, τα οποία προορίζονταν για το ελληνικό αγοραστικό κοινό.

ΤΑ ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΤΗΣ ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΑΣ

 

Κέντρο της αρμενικής κεραμικής τέχνης υπήρξε η Κιουτάχεια, μια πόλη της δυτικής Μικράς Ασίας, νοτιοανατολικά της Κωνσταντινούπολης. Είναι πολύ πιθανόν σε Κιουτάχεια και Ιζνίκ να κατασκευαζόταν παρόμοια αντικείμενα, ενδέχεται μάλιστα τα εργαστήρια της Κιουτάχειας να λειτουργούσαν ως παράρτημα εκείνων του Ιζνίκ.

Κατασκεύαζαν συνήθως κεραμικά πλακίδια για τον στολισμό αρμενικών εκκλησιών και τζαμιών αλλά και μικρού μεγέθους αντικείμενα καθημερινής χρήσης με το χαρακτηριστικό εύθραυστο σώμα, όπως φλιτζάνια του καφέ με τα πιάτα τους, μικρά ανθοδοχεία, αλατιέρες, κ.ά. Η διακόσμηση τους, γραπτή κάτω από διαφανές γυάλωμα, είναι κυρίως πολύχρωμη με ένα εντυπωσιακό μελιτζανί-βυσσινί.

Ανθρώπινες μορφές, κυρίως γυναικείες με βράκες και ψηλά ριγωτά σκουφιά, πουλιά, αλογάκια αλλά και ανθικά μοτίβα εμπνευσμένα από τις κινέζικες πορσελάνες στόλιζαν την επιφάνεια αυτών των κεραμικών.

 

ΤΑ ΚΕΡΑΜΙΚΑ ΤΟΥ ΤΣΑΝΑΚ ΚΑΛΕ

 

Η πόλη του Τσανάκ Καλέ, χτισμένη στην είσοδο του Ελλησπόντου, αποτέλεσε γνωστό κέντρο κατασκευής κεραμικών αγγείων στη Μικρά Ασία από τα μέσα περίπου του 17ου αιώνα και μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922. Γνωστή αρχικά με το όνομα Δαρδανέλια, μετονομάστηκε από τα μέσα του 18ου αιώνα σε Τσανάκ Καλέ, που σημαίνει «φρούριο των αγγείων», όνομα που υποδηλώνει την έντονη κεραμική δραστηριότητα η οποία αναπτύχθηκε στην περιοχή.

Αρχικά τα εργαστήρια του Τσανάκ Καλέ κατασκεύαζαν χρηστικά αγγεία, ενώ ήδη από τα μέσα του 18ου αιώνα άρχισαν να παράγουν και διακοσμητικά. Στην πρώιμη φάση (17ος – 18ος αι) οι αγγειοπλάστες κατασκεύαζαν κυρίως βαθιά πιάτα τα οποία κατέληγαν σε πλατύ οριζόντιο χείλος, μικρά πιθοειδή αγγεία και σπάνια μικρές κούπες. Γραπτή διακόσμηση κάλυπτε την επιφάνεια των αγγείων ενώ η εφυάλωση ήταν συνήθως άχρωμη ή υποκίτρινη.

Μετά το 1800 σημειώνονται σημαντικές αλλαγές. Τότε κάνουν την εμφάνισή τους νέα σκεύη χρηστικού ή διακοσμητικού χαρακτήρα σε νέα σχήματα. Μετά τα μέσα του 19ου αι. παράγονται κατά κόρον κανάτια με ραμφόσχημη ή ζωόμορφη προχοή ή τα κανάτια σε σχήμα ραντιστηριού.

Τα κεραμικά του Τσανάκ Καλέ κατέκλυσαν τα σπίτια του νησιώτικου ελλαδικού χώρου.