Θέσεις και αντιθέσεις σχετικά με την γερμανική συμπεριφορά στα πλαίσια της ΕΕ

Bild-Spiros-Paraskebopoulos-e1300008665236-250x160Γράφει ο Δρ. Σπύρος Παρασκευόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής της Οικονομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λειψίας.

– Θέσεις για τη κοινωνικοοικονομική συμπεριφορά των Γερμανών
– Ο ρόλος των Γερμανών στο σχηματισμό και διαμόρφωση της ΕΕ
– Η Αρχή της Επικουρικότητας
– Η Αρχή της Αλληλεγγύης
– Μερικά συμπεράσματα:
– Παράδειγμα η Ελλάδα:
– Υπάρχουν ελπίδες;

– Θέσεις για τη κοινωνικοοικονομική συμπεριφορά των Γερμανών:

Ακόμη και με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ γερμανόφιλος ή ακόμη και Γερμανός και το πιο χειρότερο αφελής, θα προσπαθήσω να παίξω το συνήγορο του διαβόλου.
Αυτά που τα τελευταία τρία χρόνια διαβάζω, βλέπω (βλέπε σκίτσο στον Εκονομιστ) και ακούω από φίλους, από δημοσιογράφους, από πολιτικούς ακόμη και από επιστήμονες για τη Γερμανία και την συμπεριφορά των πολιτικών της και του λαού της εντός της ΕΕ, μου δίνουν την εξής εντύπωση.
Εγώ που ζω ενσωματωμένα 52 χρόνια στη Γερμανία, δεν κατάλαβα στο διάστημα αυτό, ότι οι μεταπολεμικοί Γερμανοί (ηγέτες και πολίτες), οι οποίοι μάλιστα σχεδόν 50%  δεν έχουν σήμερα ούτε καν καθαρή εθνική γερμανική προέλευση, εξακολουθούν να πρεσβεύουν και να επιδιώκουν τα ίδια περίπου που πρέσβευαν στην εποχή του Bismark και του Hitler. Δηλαδή ότι εξακολουθούν να έχουν σαν στόχο τους, την γερμανική επικράτηση και ηγεμονία στην Ευρώπη αν όχι σε παγκόσμιο επίπεδο. Και αφού δεν το κατόρθωσαν αυτό με δύο παγκόσμιους πολέμους το επιδιώκουν τώρα – και ιδιαίτερα μετά την επανένωσή τους – με την οικονομική τους ισχύ.
Αυτό είναι το ένα σκέλος της επιχειρηματολογίας και αξιολόγησης εκ μέρους των μη Γερμανών, ιδίως Νότιο-Ευρωπαίων και όχι μόνον, για τη συμπεριφορά των Γερμανών. 
Το δεύτερο σκέλος είναι για μένα ακόμη πιο ακατανόητο και μάλιστα πολύ αντιφατικό. Οι ίδιοι που κατηγορούν τους Γερμανούς για τάσεις ηγεμονίας και ευρωπαϊκής επικράτησης τους κατηγορούν συγχρόνως, ότι δεν παίρνουν οι πολιτικοί τους μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρωτοβουλίες, ως ο μεγαλύτερος και οικονομικά ισχυρότερος λαός, να ηγηθούν στην Ευρώπη, δηλαδή να οδηγήσουν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους σε ένα καλό και κοινά αποδεκτό κοινωνικοοικονομικό δρόμο. Με άλλα λόγια κατηγορούν τους πολιτικούς τους ότι αρνούνται να αναλάβουν τον ρόλο του ηγέτη μέσα στην ΕΕ. Σκεφτήκαμε ποτέ τι θα συνέβαινε στην Ευρώπη και ειδικά στην Νότια Ευρώπη, αν οι Γερμανοί αποδέχονταν πράγματι τον ρόλο αυτόν; !!
Και τώρα η δική μου αξιολόγηση όσον αφορά τη μεταπολεμική οικονομική, κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά των Γερμανών, όπως την έζησα και τη ζω εγώ στα 52 χρόνια παραμονής μου στη Γερμανία.
Είτε μας αρέσει είτε όχι έχουμε να κάνουμε (κατά τη δική μου αξιολόγηση) με ένα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά  «σοφό» λαό. Και εξηγώ τι εννοώ. Σοφός είναι εκείνος που έχει όλες τις γνώσεις που ανταποκρίνονται στο διανοητικό, μορφωτικό και επαγγελματικό του επίπεδο. Αυτό όμως δεν φθάνει για να είναι κανείς σοφός, αν δεν έχει συγχρόνως και την απαιτούμενη λογική και την εμπειρία της ζωής να αξιολογεί και να υλοποιεί σωστά τις γνώσεις του επιπέδου του. Και τέλος η σοφία ολοκληρώνεται, αν υπάρχει συγχρόνως και η σχετική διαίσθηση και το απαιτούμενο συναίσθημα.
Αυτές τις ιδιότητες της σοφίας διέκρινα ότι υπάρχουν – λίγο ή πολύ όλες – στους Γερμανούς, είτε αυτός είναι εργάτης, τεχνίτης, εργοδότης, επιστήμονας ή πολιτικός. Και αυτές οι ιδιότητες είναι εκείνες που οδηγούν τους Γερμανούς σε μία πολύ παραγωγική και αξιοκρατική κατανομή της εργασίας σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, αφού ο καθένας προσπαθεί να κάνει αυτό που ανταποκρίνεται στις ικανότητές του και στις γνώσεις του. Λειτουργεί δηλαδή στη γερμανική κοινωνία αυτό που ονομάζουμε αξιοκρατία.
Γι αυτό π.χ. ένας Γερμανός κρεοπώλης ξέρει πως θα σφάξει το ζώο χωρίς να το ταλαιπωρήσει, ξέρει πως θα κόψει το κρέας χωρίς να το κατακρεουργήσει, ξέρει πως θα χωρίσει το ψαχνό από το λίπος και τα κόκκαλα και έτσι γνωρίζει να αξιοποιήσει όλο το κρέας του ζώου και οικονομικά και ποιοτικά σωστά. Ο Γερμανός λοιπόν προσπαθεί να αποκτήσει γύρω από το αντικείμενό του τις απαιτούμενες ειδικές γνώσεις, οι οποίες τον καθιστούν ικανό να έχει γύρω από αυτό και όσο το δυνατό περισσότερο αντικειμενική γνώμη. Ποτέ όμως αυτός ο Γερμανός κρεοπώλης  δεν θα εκφράσει γνώμη γύρω από το αντικείμενο ενός ξυλουργού  που έχει σαν αντικείμενό του την επεξεργασία του ξύλου.
Αυτή τη στάση και συμπεριφορά τη διακρίνει κανείς σε όλα τα επίπεδα της γερμανικής ιδιωτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής. Αυτή η συμπεριφορά, που συνοδεύεται και από την ανάλογη συνέπεια, οδηγεί τελικά σε αξιοκρατικό καταμερισμό εργασίας, ο οποίος έχει ατομικά και κοινωνικά τα ανάλογα παραγωγικά αποτελέσματα που βλέπουμε σήμερα στη Γερμανία.    
Αυτή λοιπόν η «σοφία» και η συνέπεια των Γερμανών, καθώς και η εμπειρία των δύο παγκοσμίων πολέμων, που σχεδόν τους κατέστρεψαν τελείως και τους έκαναν παγκοσμίως μισητούς, όχι μόνον αφύπνισαν τους Γερμανούς αλλά και τους συνέτισαν, ώστε μεταπολεμικά να αξιοποιούν τη σοφία τους προς όφελος όχι μόνον για τους ίδιους αλλά και για όλους τους πάλαι εχθρούς τους μέσα στα πλαίσια της ΕΕ.
Αυτή η σοφία τους οδήγησε ώστε να καταδικάσουν μετά το 1945 την πολεμική και θηριώδη συμπεριφορά τους, να ζητήσουν και έμπρακτη συγνώμη από τα θύματά τους, να την ονομάζουν με όλες τις οικτρές της και απάνθρωπες λεπτομέρειες, να την διηγούνται με απέχθεια και ντροπή στα παιδιά τους και να την καταδικάζουν συνεχώς στα σχολεία τους – ακόμη και σήμερα. Με άλλα λόγια η ιστορία  τους δίδαξε να απεχθάνονται τον πόλεμο και όλες τις συμπεριφορές που ενέχουν βία και αδιαλλαξία στις διεθνής σχέσεις.
Και το καλύτερο, όχι μόνον αναγνώρισαν και αποδέχτηκαν, αλλά και υλοποίησαν με λεπτομερή συνέπεια και σαφήνεια το δημοκρατικό πολίτευμα και το οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς, που επέβαλαν στο δυτικό και μεγαλύτερο τμήμα  οι νικήτριες κατοχικές Δυνάμεις (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία). Τα νέα γι αυτούς συστήματα τα επεξεργάστηκαν και τα προσάρμοσαν με συνέπεια στην νοοτροπία τους, αξιοποιώντας συγχρόνως – σε αντίθεση με άλλους Ευρωπαϊκούς λαούς – επενδυτικά και παραγωγικά και την αμερικανική οικονομική βοήθεια (σχέδιο Μάρσαλ), που τους εδόθη μεταπολεμικά, με αποτέλεσμα να εκπλήξουν με τις επιτυχίες τους όλους τους πάλαι ποτέ εχθρούς και φίλους τους, δημιουργώντας το λεγόμενο οικονομικό γερμανικό θαύμα.

– Ο ρόλος των Γερμανών στο σχηματισμό και διαμόρφωση της ΕΕ:

Πρωτοστάτησαν με τους Γάλλους αμέσως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στη δημιουργία αρχικά της Κοινής Αγοράς και κατόπιν της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, δημιουργώντας έτσι όχι μόνον τις προϋποθέσεις της πάνω από 65 χρόνια ειρηνικής διαβίωσης των Ευρωπαϊκών λαών (πρωτοφανές γεγονός στην Ευρωπαϊκή ιστορία), αλλά και συνέβαλαν στη δημιουργία μίας μέχρι τότε γι αυτούς και τους λοιπούς Ευρωπαίους άγνωστης οικονομικής ευημερίας.
Με τις γνώσεις και τις δυναμικές αποφάσεις χαρισματικών πολιτικών ηγετών τους, όπως τους Konrad Adenauer, Ludwig Erhard, Willi Brand, Helmut Schmidt, Helmut Kohl κ.α., κατόρθωσαν να εδραιώσουν στον τόπο τους ζηλευτά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά συστήματα, αποδεχθέντες συγχρόνως για πάντα τις επιπτώσεις και όλες τις σκληρές συνέπειες του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.
Ως γνωστόν υπέστησαν το ξερίζωμα πάνω από 20 εκατομμυρίων Γερμανών από τις πατρίδες τους, παραιτήθηκαν τελείως και για πάντα από τα ανατολικά γερμανικά εδάφη του μεγέθους μίας Ελλάδας, και τελικά συμφιλίωσαν έτσι με αυτή τη συμπεριφορά έμπρακτα και πειστικά τους  για δεκαετίες άσπονδους ευρωπαϊκούς εχθρούς τους με το γερμανικό λαό.
Με το ιδιαίτερα αποκεντρωμένο πολιτειακό ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης της Χώρας και με το πρωτόγνωρο στην παγκόσμια οικονομική ιστορία οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς με κοινωνικό πρόσωπο, απέκτησαν οι Γερμανοί μία άγνωστη οικονομική ευημερία και κοινωνική ειρήνη, και έδωσαν με αυτό και στους υπόλοιπους Ευρωπαϊκούς λαούς αξιοθαύμαστα παραδείγματα δημοκρατικής διακυβέρνησης και οικονομικής συμπεριφοράς προς μίμηση. Μπροστά στον τότε επερχόμενο κομμουνιστικό κίνδυνο κατόρθωσαν όχι μόνο να τον αποφύγουν με ειρηνικά μέσα αλλά και να συμβάλουν σημαντικά με το πετυχημένο εναλλακτικό πολιτειακό και κοινωνικοοικονομικό τους μοντέλο στην τελική κατάρρευσή του.
Οι Γερμανοί κατόρθωσαν με τον αποτελεσματικό συνδυασμό των κοινωνικών αρχών της επικουρικότητας (εγγύτητας, αμεσότητας και υπευθυνότητας στη λήψη αποφάσεων) και της αλληλεγγύης να εφαρμόσουν το κοινωνικοοικονομικό σύστημα της Ελεύθερης Οικονομίας με κοινωνικό πρόσωπο ή όπως αλλιώς λέγεται της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς. Και οι δύο αυτές συνιστώσες (επικουρικότητα και αλληλεγγύη) του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου είναι ο γνώμονας της οικονομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς σχεδόν όλων των Γερμανών και έγινε τελικά γνώμονας των Χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

– Η Αρχή της Επικουρικότητας

Η Αρχή της Επικουρικότητας καθιερώθηκε το 1992 και στη Συνθήκη του Μάαστριχτ σαν θεμελιώδης αρχή της ΕΕ. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή η ΕΕ μπορεί ν’ αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες και δράσεις που ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη. Αυτό όμως είναι επιτρεπτό μόνον όταν οι μεμονωμένες δυνατότητες των κρατών μελών για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού είναι ανεπαρκείς. Η Αρχή της Επικουρικότητας προϋποθέτει για όλα τα κράτη μέλη δημοκρατικό πολίτευμα καθώς και ένα οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς.
Με βάση αυτή την Αρχή το κάθε κράτος μέλος της ΕΕ είναι υποχρεωμένο να ρυθμίζει τα του οίκου του μόνο του. Εκεί όμως που τα κράτη μέλη αδυνατούν ν’ ανταποκριθούν σε αυτή την απαίτηση, τότε η ΕΕ έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να επεμβαίνει και να ρυθμίζει αναγκαίες και απαραίτητες υποθέσεις των κρατών μελών προς όφελος όλων. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις ατόμου – Κράτους. Το κάθε άτομο είναι υποχρεωμένο το ίδιο να εξαντλεί και να αξιοποιεί εντός του κοινωνικού πλαισίου όλες του τις ικανότητες και δυνατότητές για τους επιθυμητούς οικονομικούς  στόχους, πριν ζητήσει τη βοήθεια των άλλων (π.χ. του κράτους, δηλαδή των υπόλοιπων φορολογουμένων).
Η Αρχή της Επικουρικότητας στα πλαίσια της ΕΕ σημαίνει λοιπόν ότι, όχι μόνον το κάθε Κράτος, αλλά και ο κάθε πολίτης της ΕΕ, σε κάθε ατομική και συλλογική του δραστηριότητα έχει την νομική (προερχόμενη από τη συνθήκη του Μάαστριχ) και την ηθική υποχρέωση να χρησιμοποιεί όλες τους τις δυνατότητες και ικανότητες για να εξασφαλίζει τη καλύτερη δυνατή ευημερία και την  κοινωνική ειρήνη.
Βέβαια στα πλαίσια ενός οικονομικού συστήματος της ελεύθερης αγοράς, όπου ισχύει η αρχή του ανταγωνισμού, ο οποίος βέβαια δεν πρέπει να είναι αθέμιτος και άπληστα κερδοσκοπικός. Η αρχή της επικουρικότητας δεσμεύει τα Κράτη μέλη και τους πολίτες τους, ώστε οι οικονομικές δραστηριότητές τους ν’ αναπτύσσονται σ’ έναν στίβο ευγενικής άμιλλας και αμοιβαίας αναγνώρισης και προσοχής.
Τα κερδοσκοπικά παιχνίδια στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων που ζούμε στις ημέρες μας με τον αθέμιτο ανταγωνισμό, την πονηριά, την πανουργία και την εξαπάτηση, δεν έχουν καμία θέση σε ένα οικονομικό σύστημα ελεύθερης αγοράς.
Το ότι σήμερα έχουμε τέτοιου είδους συμπεριφορές, οφείλεται στο μη σεβασμό των κανόνων του οικονομικού συστήματος, για τον οποίο υποτίθεται όλοι οι «παίκτες» έχουν δεσμευθεί. Και εδώ είναι υπεύθυνο το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του.

– Η Αρχή της Αλληλεγγύης

Η Αρχή της αλληλεγγύης είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για την συνοχή ατόμων, Κοινωνιών και Κρατών. Η  αλληλεγγύη βασίζεται πρωτίστως στην αρχή της ισότητας των ευκαιριών. Έκφραση της αλληλεγγύης αποτελεί η εξάλειψη κάθε ανισότητας ευκαιριών που προέρχεται από άτυπους ή τυπικούς κοινωνικούς περιορισμούς. Τέτοιοι περιορισμοί απορρέουν βέβαια από το ευρύτερο κοινωνικό και γεωγραφικό περιβάλλον (π.χ. από το αν κανείς είναι Αφρικανός, Νότιος ή Βόρειος Ευρωπαίος), την οικογενειακή καταγωγή, αν είναι πλούσιος ή φτωχός, έμφυτες φυσικές ικανότητες ή αδυναμίες, αν είναι έξυπνος ή λιγότερο έξυπνος, ή ακόμη και από τον παράγοντα τύχη.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου υπάρχουν χώρες με διαφορετικά επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας, καταβάλλεται προσπάθεια μέσω των ποικίλων ευρωπαϊκών ταμείων και τις επιδοτήσεις των πλουσιοτέρων χωρών προς στις φτωχότερες, να μειώνονται βαθμιαία οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες ανάμεσα στα κράτη μέλη. Π.χ. από το 1981 μέχρι σήμερα, η έκφραση αλληλεγγύης της ΕΕ προς την Ελλάδα ξεπερνά τα 150 δις Ευρώ. Από τα οποία τουλάχιστον τα 40 δις Ευρώ προέρχονται από τους Γερμανούς. Οι αρχές της επικουρικότητας και τις αλληλεγγύης μπορούν να χαρακτηρισθούν ως οι δύο κύριες βάσεις πάνω στις οποίες βασίζεται το οικοδόμημα της ΕΕ.
Το κοινωνικοοικονομικό σύστημα «Kοινωνική Οικονομία της Αγοράς» (Soziale Marktwirtschaft), που μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπως αναφέραμε, επινοήθηκε και εφαρμόστηκε στη Δυτική Γερμανία, αποτελεί σήμερα ένα κοινωνικά από όλους αποδεκτό συνδυασμό μεταξύ της αρχής της επικουρικότητας και της αρχής της αλληλεγγύης και επομένως πρότυπο σε όλες τις Χώρες της ΕΕ.

– Μερικά συμπεράσματα:

Από τα δεδομένα αυτά βγαίνουν ορισμένα σημαντικά νομίζω συμπεράσματα για τις απαιτούμενες κοινωνικές και οικονομικές συμπεριφορές των Κρατών μελών και των πολιτών τους στις μεταξύ τους σχέσεις.
Πρώτον, η αρχή της επικουρικότητας σημαίνει από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς, ότι το κάθε Κράτος της ΕΕ, δηλαδή οι ιθύνοντες πολιτικοί,  οφείλουν από μόνοι τους να λάβουν τα απαραίτητα οικονομικά και κοινωνικά μέτρα ώστε να αξιοποιούνται όλες οι υπαρκτές δυνατότητες του Κράτους και των πολιτών του προς όφελος όλων.
Δεύτερον,  η αρχή της αλληλεγγύης σημαίνει ότι, αν Κράτη μέλη της ΕΕ καθώς και οι επί μέρους Περιφέρειές τους, πρέπει να εξαντλήσουν αποδεδειγμένα όλες τις δυνατότητές τους προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απαιτεί η αρχή της επικουρικότητας, και παρ’ όλα αυτά αν η ανάπτυξη τους υπολείπεται της μέσης ανάπτυξης των Χωρών της ΕΕ, τότε πρέπει να τύχουν βοήθειας (επιδοτήσεων) από τις πιο αναπτυγμένες Χώρες της ΕΕ. Γεγονός που μέχρι σήμερα πραγματοποιήθηκε σε κάποιο αρκετά ικανοποιητικό βαθμό.
Τρίτον, η αλληλέγγυα προσφορά όμως, έχει όρια, έχει υποχρεώσεις και ασφαλώς κάποιο κόστος. Τα όρια είναι ότι η Βοήθεια (οι επιδοτήσεις της Κοινότητας) δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 15% του ετήσιου κρατικού προϋπολογισμού της επιδοτούμενης Χώρας. Η επιδοτούμενη Χώρα αναλαμβάνει την υποχρέωση να χρηματοδοτεί με τις επιδοτήσεις όσο το δυνατόν περισσότερο αναπτυξιακές επενδύσεις. Επίσης έχει το κόστος απώλειας μέρους της εθνικής ανεξαρτησίας, αφού οι χρηματοδότες θέλουν να ελέγχουν (με το δίκιο τους) τη διαχείριση των επιδοτήσεων που παρέχουν.
Η χρηματοοικονομική και εν μέρει οικονομική παγκόσμια κρίση του 2008 απεκάλυψε ότι ένα μέρος των κρατών μελών της ΕΕ και ιδιαίτερα τα μέλη της Νομισματικής Ένωσης, απέκρυβαν (εσκεμμένα;) για πολλά χρόνια συμπεριφορές τους που αντίκεινται στις απαιτήσεις των αρχών της επικουρικότητας και της αλληλεγγύης, με συνέπεια να απειλείται σήμερα σοβαρά το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

– Παράδειγμα η Ελλάδα:

Όπως ήδη αναφέραμε, η Ελλάδα από το 1981, που έγινε ισότιμο μέλος τις ΕΕ, απήλαυσε έμπρακτα και έντονα την αρχή της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, αφού εισέπραξε από τότε μέχρι σήμερα καθαρές επιδοτήσεις της τάξης των 150 δις Ευρώ. Αν αυτά χρησιμοποιούντο σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αρχής της επικουρικότητας, δηλαδή με υπεύθυνο τρόπο,  το αναπτυξιακό αποτέλεσμα της Ελλάδας θα ήταν πολύ διαφορετικό για την πλειοψηφία των Ελλήνων.
Τα ελληνικά πολιτικά κοινοβουλευτικά κόμματα και οι πολιτικοί τους, που εξακολουθούν να είναι και σήμερα ακόμη τα ίδια στο προσκήνιο, χρηματοδότησαν με αυτά, δυστυχώς για τους περισσότερους Έλληνες και τους χρηματοδότες Ευρωπαίους, περισσότερο τον εαυτόν τους και τους κομματικά και συντεχνιακά συνδεμένους μαζί τους πελατειακούς φίλους. Και σαν να μη έφθαναν όλα αυτά, στο διάστημα αυτό φόρτωσαν τον ελληνικό λαό με εκατοντάδες δις Ευρώ δημόσια εξωτερικά χρέη και οδήγησαν την Ελλάδα και τους περισσότερους Έλληνες στη ντε φάκτο χρεοκοπία τους.
Και αφού είναι πλέον φανερό σε όλους μας, ότι αυτή η κατάσταση είναι αποτέλεσμα διαφθοράς, διαπλοκής και ανικανότητας των μέχρι τώρα Ελλήνων πολιτικών, συνεχίζουν οι Ευρωπαίοι να είναι αλληλέγγυοι, τώρα πλέον καθαρά όχι στους Έλληνες, αλλά στους διεφθαρμένους πολιτικούς, που τους διατηρούν με την παροχή δανείων ακόμη στην εξουσία.
Ως γνωστόν οι Ευρωπαίοι Εταίροι και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προσφέρουν μέχρι το 2020 δάνεια της τάξης των 240 δις Ευρώ με το πιο χαμηλότερο επιτόκιο που μπορεί να δοθεί. Αυτή η απλοχεριά δεν έχει προηγούμενο στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Το χειρότερο όμως και το πιο αισχρό είναι ότι οι πολιτικοί μας έχουν περάσει το μήνυμα στον ελληνικό λαό, ότι οι δανειστές μας, ιδιαίτερα οι Γερμανοί, που επιβαρύνονται από τα δάνεια με 65 δις Ευρώ το λιγότερο, είναι τοκογλύφοι, σκληροί εκμεταλλευτές και θέλουν να μας κυριεύσουν και να μας υποδουλώσουν. Και αυτό το μήνυμα φαίνεται να έχει εδραιωθεί στην ελληνική Κοινωνία, αφού έχει περάσει σχεδόν σε όλα τα μέσα ενημέρωσης και είναι το πρώτο θέμα στις συζητήσεις των πολιτών στα καφενεία.
Και τώρα ακόμη οι συγκυβερνήτες Σαμαράς και Βενιζέλος, που βλέπουν πως ούτε τα 240 δις Ευρώ θα τους φθάσουν και διαισθάνονται ότι οι Εταίροι μπορεί να τους αρνηθούν τώρα επιπλέον βοήθεια, αποπροσανατολίζουν τους Έλληνες, όταν λένε σε συνεντεύξεις τους  „ότι δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν υπάρχει αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της“. Για ποια αλληλεγγύη μιλάνε Σαμαράς και Βενιζέλος σήμερα;  Δεν θα έπρεπε να ντρέπονται, όταν αυτοί οι ίδιοι και πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και προστατευόμενοι τους (βλέπε λίστα Λαγκάρντ) –  εκατομμυριούχοι σε Ευρώ – που δεν παύουν να εκλιπαρούν για περισσότερες ευρωπαϊκές ελεημοσύνες, που τελικά θα επιβαρύνουν στο παρόν και το μέλλον καθόλου αυτούς τους ίδιους , αλλά πολλές γενεές Ελλήνων;  Αν οι Έλληνες δεν προσέξουν, έστω και τώρα, έναντι των πολιτικών τους, θα επαληθεύσουν δυστυχώς τελικά τη ρήση του Λένιν που λέγεται ότι είπε τα εξής: „Οι οπαδοί (ψηφοφόροι) μας είναι χρήσιμοι ηλίθιοι, αφού μπορούμε να τους σπρώχνουμε και να τους μεταφέρουμε εκεί που θέλουμε, εξυπηρετούντες τους σκοπούς μας“. Οι πολιτικοί μας το εφαρμόζουν πιστά αυτό, εμείς όμως σαν πολίτες τι κάνουμε. Πόσο θα το ανεχόμαστε ακόμη;

– Υπάρχουν ελπίδες;

Οι σημερινές εξελίξεις στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα ίσως είναι μια αιτία για τους συνειδητούς Ευρωπαίους και περισσότερο τους Έλληνες πολίτες να επανεξετάσουν τις κοινωνικοοικονομικές τους συμπεριφορές και μπορούν να αποτελέσουν μια καινούρια αφετηρία.
Τα μέχρι τώρα κίνητρα και δράσεις σ’ εποχές πλούτου και συγχρόνως γενικής ανασφάλειας και φτώχιας οφείλουν να αναδιαταχθούν προς νέα κατεύθυνση, σε ότι αφορά τις σχέσεις των Ευρωπαίων και ιδικά των Ελλήνων μεταξύ τους. Και αυτό ισχύει εξίσου και γι’ αυτούς που δίνουν και γι’ αυτούς που παίρνουν.
Απαιτείται από όλους τους Ευρωπαίους  με ειλικρίνεια και με την πιστή εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αλληλεγγύης, η ενεργός αντιμετώπιση των πολιτικοοικονομικών προβλημάτων των καιρών μας.
Ανάλογα με τις δυνατότητες και ικανότητες πρέπει εποικοδομητικά όλοι να συνεισφέρουν με σκέψη και δράση. Ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε, θεμιτές πολιτικές πεποιθήσεις/προτιμήσεις, όλοι πρέπει να προσπαθούν να διαμορφώνουν τις εξελίξεις και να συμβάλλουν έτσι σε μια ειρηνική διαβίωση στην Ευρώπη.
Άλλωστε, η ειρηνική διαβίωση και η κοινωνική δικαιοσύνη θα έπρεπε να είναι στόχος προτεραιότητας, κατευθυντήρια αρχή και εμπνέουσα κινητήρια δύναμη όλων των Ευρωπαίων. Στην αποδοχή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και αναδιαρθρώσεων στον ευρωπαϊκό και ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο είναι αναγκαίο να υπάρξει  η αίσθηση των πολιτών ότι όλα γίνονται δίκαια. Η κατανομή ή ανακατανομή εισοδημάτων και φορολογικών επιβαρύνσεων μόνο τότε θεωρούνται δίκαιες, όταν οι πολίτες βλέπουν ότι όλοι συνεισφέρουν ανάλογα με τις δυνάμεις τους και την απόδοσή τους.