«Θα πρέπει να διαφυλάξουμε τον δημόσιο χαρακτήρα των μουσείων, εφόσον επιθυμούμε ένα μουσείο ανοικτό στην κοινωνία»

 

«Αυτό που πάντα έλειπε από την Ελλάδα […] είναι ο εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός για τη μουσειακή πολιτική […]».

 

 

 

Συνέντευξη με τη

Δρ. Αγαθονίκη Δ. Τσιλιπάκου,

Διευθύντρια Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού


Επιμέλεια: Δρ. Νικόλαος Β. Παππάς

kat_nikpap@yahoo.gr

 

 

Η κυρία Αγαθονίκη Τσιλιπάκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της (Ελληνικό Κολλέγιο-Δημοτικό, Γυμνάσιο–tsilipakou2Λύκειο Γερμανικής Σχολής). Σπούδασε στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1988) με υποτροφία του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.), καθώς και στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θtsilipakou1. (1992). Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές, ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ., στη Βυζαντινή Αρχαιολογία του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. (1993), όπου και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ (2002). Η διδακτορική της διατριβή με θέμα «Η μνημειακή ζωγραφική στη Βέροια το 17ο αι.», τελεί υπό έκδοση από το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Μακεδονίας-Θράκης.

Το 1990 διορίστηκε στο τότε Υπουργείο Πολιτισμού, κατόπιν πανελληνίου διαγωνισμού, και υπηρέτησε διαδοχικά στην 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Ε.Β.Α.) Βέροιας (1991-2010), όπου διατέλεσε Προϊσταμένη του Τμήματος Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρχαιογνωστικής Έρευνας (2008-2010), και στη 18η Ε.Β.Α. Άρτας – Πρέβεζας, την οποία διηύθυνε για έναν και πλέον χρόνο (2011-2012). Από τον Φεβρουάριο του 2012 είναι Διευθύντρια του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα, μελέτες και μονογραφίες, έχει συμμετάσχει σε πανελλήνια και διεθνή αρχαιολογικά συνέδρια, έχει συμμετάσχει στην οργάνωση επιστημονικών συνεδρίων και αρχαιολογικών εκθέσεων και έχει συνεργαστεί στην οργάνωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για παιδιά της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Δίδαξε στο Κ.Ε.Κ. Ν.Ε.Λ.Ε. Ν.Α. Ημαθίας (1999-2000), σε εκπαιδευτικά προγράμματα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Βέροιας (1998), σε προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ευέλικτης ζώνης, τοπικής ιστορίας της Πρωτοβάθμιας – Προσχολικής Εκπαίδευσης στους Ν. Κοζάνης και Ημαθίας (2003-2004), καθώς και στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Ψηφιακής Τεχνολογίας και Ψηφιακού Πολιτισμού» για μαθητές και εκπαιδευτικούς Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ημαθίας, στο πλαίσιο του διακρατικού ευρωπαϊκού προγράμματος «Light– Bring to Light the value of Cultural Heritage» (INTERREG IIIC Ανατολική Ζώνη)».

Για δέκα χρόνια (1991-2010) δραστηριοποιόταν σε εκδηλώσεις του Τμήματος Λαογραφίας της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτισμού Βέροιας ασχολούμενη με την έρευνα εθίμων και παραδοσιακών χορών και την παρουσίαση των ετήσιων εκδηλώσεων του Τμήματος με αφιερώματα στον εθιμικό κύκλο και γενικότερα σε λαογραφικά ζητήματα.

Έλαβε τιμητική διάκριση και της απονεμήθηκε ειδικό μετάλλιο από την Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας για τη συμβολή της στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο των Θ΄ Παυλείων (2003), καθώς και τιμητική πλακέτα από τον Δήμο Αμυνταίου για την αφιλοκερδή συγγραφή της μονογραφίας της «Ο ναός του Αγίου Νικολάου Πετρών & οι εικόνες του» (έκδοση Δήμου Αμυνταίου) (2006).

Είναι μέλος της Ελληνικής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών, της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της Εταιρείας Μελετών Ιστορίας και Πολιτισμού Ν. Ημαθίας (Ε.Μ.Ι.Π.Η.), του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, του Συλλόγου Υπαλλήλων του ΥΠ.ΠΟ. Βορείου Ελλάδας, ενώ διετέλεσε Πρόεδρος του πολιτιστικού μη κερδοσκοπικού σωματείου «Οι Φίλοι της Τέχνης» στη Βέροια (2003-2005) και Γραμματέας του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του Φιλίππειου – 1ου Γυμνασίου Βέροιας (2006-2008). Παράλληλα -εξαιτίας της ενασχόλησής της με τη μουσική (έλαβε μαθήματα κλασικής κιθάρας και θεωρίας στο Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης)- υπήρξε μέλος της χορωδίας της Γερμανικής Σχολής Θεσσαλονίκης, της Μικτής Τετράφωνης Χορωδίας του Ωδείου «Φίλιππος» Βέροιας (2001-2004),  με συμμετοχές σε φεστιβάλ και εκπομπές της κρατικής τηλεόρασης, καθώς και στην Ολυμπιάδα Χορωδιών (Αθήνα 2004), της μικτής χορωδίας του «Ωδείου Δημητρίου» Βέροιας (2006-2010), της μικτής χορωδίας εκπαιδευτικών και δασκάλων Ν. Ημαθίας (2007-2010) και της Χορωδίας Ενηλίκων του Πολιτιστικού Συλλόγου «Μακρυγιάννης» Άρτας (2011-2012).

Είναι παντρεμένη με τον Μαθηματικό Ελευθέριο Ασβεστόπουλο και έχει δύο γιους.

 

 

Κυρία Τσιλιπάκου, εδώ και δύο χρόνια κρατάτε το πηδάλιο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού. Πόσο όμως ευέλικτο μπορεί να είναι ένα δημόσιο μουσείο σε περίοδο έντονης οικονομικής ύφεσης;

Για την ακρίβεια τον προσεχή Φεβρουάριο συμπληρώνω δύο χρόνια. Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού είναι ένα δημόσιο μουσείο και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Είναι ένα βραβευμένο δις μουσείο τόσο στο εσωτερικό (2001, Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής) όσο και στο εξωτερικό (2005, Βραβείο Συμβουλίου της Ευρώπης) ως κτίριο και ως μουσειολογική αντίληψη, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εκθεμάτων του, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του ίδιου του επισκέπτη, ένα μουσείο πρωτοπόρο, ιδιαίτερα για την εποχή που ιδρύθηκε, σταθμός στα μουσειολογικά δρώμενα διεθνώς. Είναι ένας χώρος έρευνας, παιδείαςtsilipakou και πολιτισμού. Επιθυμούμε να παράγουμε και να μεταδίδουμε τη γνώση μέσω νέων ερμηνευτικών προσεγγίσεων και προτάσεων κάθε φορά με στόχο «τον εκδημοκρατισμό της προσφερόμενης γνώσης», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο αείμνηστος Αρχαιολόγος και οραματιστής Δημήτρης Κωνστάντιος (ομόλογός μου στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας). Οι δυσκολίες -είναι αλήθεια- έχουν πολλαπλασιαστεί. Ωστόσο, η οικονομική ευμάρεια δεν είναι από μόνη της πανάκεια για την επίτευξη στόχων. Το ζήτημα είναι να έχουμε στόχους, να θέτουμε τους σωστούς στόχους, να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες της κοινωνίας, να συνειδητοποιούμε τι οραματιζόμαστε να δώσουμε σε αυτήν και να προχωράμε.   

 

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, το Μουσείο έχει μια δυναμική παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Πώς το καταφέρατε;

Θέτοντας τους προαναφερόμενους στόχους. Με πολλή δουλειά εκτός ωραρίου, μεράκι και πείσμα. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβα τη Διεύθυνση του Μουσείου έθεσα το στοίχημα, ανεξαρτήτως της «κρίσης», να αξιοποιήσω το ανθρώπινο δυναμικό του και όσους οικονομικούς πόρους θα είχα στη διάθεσή μου, ανεξαρτήτως προέλευσης, με τον καλύτερο τρόπο, με χρηστή διαχείριση, σε συνδυασμό με την αναζήτηση συνεργασιών και συνεργειών εκτός Μουσείου για να καταστήσουμε το Μουσείο χώρο παραγωγής πολιτισμού υψηλού επιπέδου, ανοικτό στην κοινωνία, όχι μόνο στο επιστημονικό αλλά και στο ευρύ κοινό. Να αποτελέσει το Μουσείο έναν ελκυστικό χώρο προορισμού για όλες τις ηλικίες, ανάλογα με τα ενδιαφέροντα των επισκεπτών και ανεξάρτητα από το επίπεδο εκπαίδευσής τους. Ένα Μουσείο προσβάσιμο σε όλους με επίκεντρο τον άνθρωπο. Το προσωπικό του Μουσείου εργάστηκε πλείστες φορές εθελοντικά για να μένει ανοικτό το Μουσείο μέχρι και τις βραδινές ώρες, για να δημιουργήσουμε δράσεις εκπαιδευτικού και πολιτιστικού περιεχομένου.

 

Εκτός από την κρατική χρηματοδότηση, βασίζεστε για την υλοποίηση των δράσεων και σε χορηγίες; Υπάρχουν σήμερα χορηγοί που συμβάλλουν έμπρακτα, κρατώντας όμως την ανωνυμία τους ή όλοι χρησιμοποιούν τον θεσμό για να προβληθούν;

Για την υλοποίηση των δράσεων στηριζόμαστε σε συνέργειες και σε φίλους, παλαιούς και νέους συνεργάτες, οι οποίοι μας υποστηρίζουν με αφιλοκερδή συμμετοχή. Σε ανταπόδοση αναφέρεται η συμβολή τους αυτή κατά τη διάρκεια της δράσης και στα έντυπα μέσα προβολής. Το Σωματείο των Φίλων του Μουσείου στέκεται επίσης, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του, αρωγός στις δράσεις μας.

 

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι τα ελληνικά δημόσια μουσεία, για να είναι αποτελεσματικά, όπως τα μουσεία του εξωτερικού, θα πρέπει να ιδιωτικοποιηθούν. Εσείς, τι πιστεύετε; Πρέπει να διαφυλαχθεί ο δημόσιος χαρακτήρας των μουσείων ή η αλλαγή και μόνο του νομικού καθεστώτος είναι πανάκεια;

Εφόσον επιθυμούμε ένα μουσείο προσβάσιμο από όλους και ανοικτό στην κοινωνία θα πρέπει να εξασφαλίζουμε και τα μέσα για να το πετυχαίνουμε κάθε φορά και θα πρέπει να διαφυλάξουμε τον δημόσιο χαρακτήρα των μουσείων. Τα δημόσια μουσεία σήμερα στην Ελλάδα μετά τις επανεκθέσεις, νέες εκθέσεις και την ίδρυση ή βελτίωση των κτιριακών υποδομών τους, που υλοποιήθηκαν κυρίως με το Β΄ και Γ΄ Κ.Π.Σ., με σύγχρονες υποδομές και μουσειολογικές πρακτικές, δεν έχουν να ζηλέψουν το παραμικρό από τα μουσεία του εξωτερικού και μάλιστα τα ιδιωτικά. Αυτό που έλειπε πάντα από την Ελλάδα, παρά την ύπαρξη θεσμοθετημένων γνωμοδοτικών οργάνων, είναι ο εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός για τη μουσειακή πολιτική ανεξαρτήτως εναλλαγών στην εκάστοτε Κεντρική Διοίκηση και Κυβέρνηση. Επίσης είναι απαραίτητο να βελτιωθεί το θεσμικό πλαίσιο για τα δημόσια μουσεία με στόχο την αύξηση της κινητικότητας και αυτενέργειάς τους, την ελεγχόμενη αυτοδιαχείριση, τη νομική κατοχύρωση του εθελοντισμού και τη βελτίωση του θεσμού της πολιτιστικής χορηγίας ώστε να καταστεί περισσότερο ευέλικτος και ελκυστικός και τα χρήματα να καταλήγουν στον πραγματικό προορισμό της επιθυμίας του χορηγού.

 

Αυτόν τον καιρό φιλοξενείται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού η έκθεση: «Η τιμή του αγίου Μάμαντος στη Μεσόγειο: Ένας ακρίτας άγιος ταξιδεύει». Τι μας μηνύει και τι μας υπενθυμίζει η πρωτότυπη αυτή έκθεση;

Η έκθεση εντάσσεται στην 4η Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης με θέμα τη Μεσόγειο. Αποτελεί μια συνεργασία του Μουσείου μας με τον Δήμο Μόρφου και την Ι. Μητρόπολη Μόρφου. Κατ’ επέκταση πρόκειται για μια συνεργασία δύο χωρών της Μεσογείου και της Ευρώπης, της Ελλάδας και της Κύπρου, που τις συνδέει κοινή πολιτιστική παράδοση. Το Μουσείο μας σχεδίασε μουσειολογικά, μουσειογραφικά, οργάνωσε και συντόνισε τη δράση. Το θέμα της έκθεσης, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ειδικού ερευνητικού προγράμματος, αντιμετωπίζεται επιστημονικά και μουσειολογικά για πρώτη φορά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Μέσα από επτά ενότητες και έντεκα υποενότητες παρουσιάζεται η ταυτότητα και η προϊστορία του αγίου Μάμαντος, η διάδοση της τιμής του στη Μεσόγειο με έμφαση στην Κύπρο και την Ελλάδα μέσα από τις πηγές, τις απεικονίσεις του στην τέχνη, τους τόπους λατρείας του από τους πρώτους χριστιανικούς έως και τους νεότερους χρόνους. Στόχος η αναζήτηση και επισήμανση των διαχρονικών πολιτισμικών σχέσεων στον χώρο της Μεσογείου μέσω των θαλάσσιων οδών επικοινωνίας, των κοινών σημείων αναφοράς. Τι εντέλει μας ενώνει σε έναν πολύπαθο χώρο και τόσο σημαντικό από γεωπολιτική άποψη. Για τον λόγο αυτόν οι πέντε κύριες ενότητες αναπτύσσονται μουσειογραφικά σε ενιαίο χώρο, ο οποίος ανακαλεί τη λεκάνη της Μεσογείου με τη γραφιστική απεικόνιση της θάλασσας που περιτρέχει το χαμηλότερο τμήμα των φερόντων ψευδότοιχων και της επιλεγμένης χρωματικής κλίμακας. Η κλίμακα των χρωμάτων των αφρισμένων κυμάτων, της άμμου και του ουρανού στο φόντο επιλέγεται από τα αυθεντικά έργα της έκθεσης. Η ζωηρότητα και η φωτεινότητά της υπαγορεύεται από τη νεαρή ηλικία του μάρτυρος και το φως της Μεσογείου και συνάδει με την τέχνη των ζωγραφικών έργων της έκθεσης. Σε ειδικά διαμορφωμένο, προβεβλημένο χώρο, που παραπέμπει σε παρεκκλήσι και καταλαμβάνει όλο το πλάτος της αίθουσας, ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται τη δεύτερη κεντρική ιδέα της έκθεσης, τη σχέση των δύο αγίων, Μάμαντος, πολιούχου της Μόρφου και Δημητρίου, πολιούχου της Θεσσαλονίκης, καθώς οι δύο άγιοι λατρεύονται και συναπεικονίζονται ως ιαματικοί και μυροβλύτες.

Στον άξονα της παραπάνω ενότητας και στο κέντρο του κύριου εκθεσιακού χώρου τοποθετείται διαγωνίως, με προσανατολισμό ΒΔ–ΝΑ, ειδική κατασκευή, όπου παρουσιάζονται εκθέματα από το μεγάλο προσκύνημα του αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, το κέντρο της τιμής του σήμερα στην Ανατολή, παραπέμποντας και υποδηλώνοντας τον προσανατολισμό της Μεγαλονήσου σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα γενικότερα.

Το 50% του συνόλου των εκθεμάτων προέρχεται από την Κύπρο. Για πρώτη φορά μετά από δεκαέξι χρόνια (από το 1997) το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού υποδέχεται βυζαντινές αρχαιότητες, εικόνες και ιερά κειμήλια από τη Μεγαλόνησο, ιδιαίτερης θρησκευτικής, ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας, που χρονολογούνται από τον 13ο αι. κ. ε.Tα υπόλοιπα εκθέματα προέρχονται από τη Θεσσαλονίκη, τη Χαλκιδική, την Αθήνα και την Κρήτη. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό. Εκθέματα ωστόσο δεν αποτελούν μόνον τα 18 κειμήλια – λατρευτικά αντικείμενα, αλλά και οι ισάριθμες γραφιστικές-φωτογραφικές αποδόσεις σειράς άλλων που προέρχονται από την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γαλλία και την Ιταλία.

  Ιδιαίτερη συμβολή στην επιστήμη αποτελεί το πρωτότυπο corpus των τοπωνυμίων, οικισμών, ναών και απεικονίσεων του αγίου Μάμαντος στον μεσογειακό χώρο που αποτυπώνονται παραστατικά σε ειδικό χάρτη στον προθάλαμο της έκθεσης και εμπεριέχονται στον επιστημονικό κατάλογο, εγχείρημα που στοχεύει στο άνοιγμα ενός διαλόγου και δίνει το έναυσμα περαιτέρω διερεύνησης του θέματος. Πρέπει επίσης να τονιστεί η κινητοποίηση πάνω από τριάντα φορέων από την Κύπρο, την Ελλάδα και το εξωτερικό, ιερών μητροπόλεων και μονών, μουσείων, εφορειών αρχαιοτήτων, ιδιωτών συλλεκτών, για την υλοποίηση της έκθεσης και την εκπόνηση του προαναφερθέντος επιστημονικού καταλόγου, ο οποίος χρηματοδοτήθηκε από τον Δήμο Μόρφου.   

 

Το γεγονός ότι τα εγκαίνια της τελέστηκαν από τον ίδιο τον Προκαθήμενο της Ορθοδοξίας καταδεικνύει -θαρρώ- τη σπουδαιότητά της. Δεν νομίζετε όμως ότι υπολανθάνει και κάποιον συμβολισμό;

Σύμφωνα με τον χαιρετισμό της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου στον επιστημονικό κατάλογο της έκθεσης,η αξία της έκθεσης είναι μεγάλη γιατί «πυροδοτεῖ τὸν ἔνθεον ζῆλον τῶν πιστῶν» και καθιστά ευρύτερα γνωστό τον άγιο Μάμαντα στο επιστημονικό κοινό και στους ιδιώτες. Και είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή «ὁ ἐν λόγῳ Ἅγιος ὑπάρχει παιδομάρτυς καὶ ἀποτελεῖ σπουδαῖον πρότυπον πρὸς μίμησιν διὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους» […]. «Διότι ὁ Ἅγιος οὗτος, παρὰ τὸ νεαρὸν καὶ ἄνηβον ἔτι τῆς ἡλικίας, ἠγάπησεν ἐκ καρδίας τὸν Κύριον καὶ Δημιουργὸν ἡμῶν […]», «[…] κατηξιώθη τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας» […], «ἐτήρησεν ἐπακριβῶς καὶ τελείως τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης. Ἡ προβολὴ τοιούτων λαμπρῶν ἰνδαλμάτων πρὸς παραδειγματισμὸν δι᾿ ἅπαντας, ἐξόχως δὲ διὰ τὴν νεολαίαν, δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολὴ νὰ εἴπωμεν ὅτι συμβάλλει εἰς τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς κρίσεως, ἥτις […] δὲν εἶναι τόσον οἰκονομική, ὅσον πρωτίστως καὶ κυρίως πνευματική, ἔχουσα ἀντίκτυπον εἰς πάσας τὰς ἐκφάνσεις τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου».

 

Φιλοξενούνται επίσης στο Μουσείο δύο ακόμη σημαντικές εκθέσεις –«Το φως των Γραμμάτων», «Και έτσι διέδωσαν τον Λόγο στους νέους λαούς»– με αφορμή την ανακήρυξη από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του έτους 2013 ως «Έτους Κυρίλλου και Μεθοδίου». Τι επιφυλάσσουν στον επισκέπτη οι δύο αυτές εκθέσεις με τους ευρηματικούς ομολογουμένως τίτλους;

Η φωτογραφική έκθεση με τίτλο «Το φως των Γραμμάτων», που παρουσιάζεται στον όροφο της πτέρυγας περιοδικών εκθέσεων «Κυριάκος Κρόκος», αποτελεί μια από τις δράσεις του Μουσείου μας στο πλαίσιο του «Έτους Κυρίλλου και Μεθοδίου», που ανακήρυξε ο Δήμος Θεσσαλονίκης για το 2013, επιθυμώντας να τιμήσουμε και να γνωρίσουμε στο ευρύ κοινό την καθοριστική συμβολή των Θεσσαλονικέων αδελφών Κωνσταντίου-Κυρίλλου και Μεθοδίου στην επινόηση και καθιέρωση του τρίτου επίσημου αλφαβήτου της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, του σλαβικού αλφαβήτου και στη συνακόλουθη διάδοση του Χριστιανισμού στον κόσμο των Σλάβων. 

Η έκθεση δημιουργήθηκε από το Ινστιτούτο Πολιτισμού του Υπουργείου Εξωτερικών της Βουλγαρίας και το Κέντρο Σλαβικών και Βυζαντινών Μελετών,  Ίδρυμα Elena και Ivan Dujčev, με αφορμή τη συμπλήρωση 1150 χρόνων από την ιεραποστολή των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και τη δημιουργία του σλαβικού αλφαβήτου. Ο εμπνευσμένος τίτλος δείχνει ακριβώς τη σημασία του αλφαβήτου ως το φως που φώτισε κυριολεκτικά και μεταφορικά τον σλαβικό κόσμο και καθόρισε την εξέλιξη του πολιτισμού του. Παρουσιάζονται μια σειρά από τα σημαντικότερα διακοσμημένα χειρόγραφα που χρονολογούνται από τον 10ο έως τον 17ο  αιώνα, γραμμένα στο γλαγολιτικό και κυριλλικό αλφάβητο και φυλάσσονται σήμερα σε διάφορα μουσεία και πολιτιστικά ιδρύματα του κόσμου. 

Η οργάνωση της έκθεσης αποτελεί συνεργασία του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού με το Γενικό Προξενείο της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη και το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Έρχεται σε συνέχεια της έκθεσης που παρουσιάστηκε στο Μουσείο μας τον περσινό Μάιο με έργα 30 σύγχρονων καλλιτεχνών από τη Φιλιππούπολη με το τίτλο «Κυρίλλιτσα» εμπνευσμένων από το κυριλλικό αλφάβητο.

 Η δεύτερη, επίσης φωτογραφική, έκθεση με τον τίτλο «Και έτσι διέδωσαν τον Λόγο ανάμεσα στους νέους λαούς», που παρουσιάζεται στον χώρο υποδοχής του Μουσείου μας, αποτελεί μια διοργάνωση του Δήμου Θεσσαλονίκης, του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού και του Γενικού Προξενείου της Δημοκρατίας της Σερβίας  και εντάσσεται επίσης στις δράσεις για το «Έτος Κυρίλλου και Μεθοδίου». Έχει ως θέμα την εξέλιξη της σερβικής κυριλλικής γραφής, από τον 13ο στον 18ο αι., μέσα από αναπαραγωγές πολύτιμων χειρογράφων και παλαιτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Σερβίας. Για δεύτερη συνεχή χρονιά συνεργαζόμαστε με το Προξενείο της Σερβίας. Πέρυσι τέτοια εποχή παρουσιάσαμε στον χώρο μας τη φωτογραφική έκθεση με θέμα «Αρχιτεκτονικοί Θησαυροί από την Καρδιά της Μεσαιωνικής Σερβίας», μια συνεργασία με το Ινστιτούτο Προστασίας της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Κράλιεβο. Η έκθεση των χειρογράφων και παλαιτύπων από τη Σερβία συμπληρώνει τη θεματική της εξέλιξης του σλαβικού αλφαβήτου και αποτελεί εικαστική και απεικονιστική μαρτυρία τεκμηρίων της γραφής που επινοήθηκε στο πρωταρχικό της στάδιο από τους Θεσσαλονικείς αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο και εξελίχθηκε καθορίζοντας τον μετέπειτα πολιτισμό του σλαβικού κόσμου πέρα και από τον εκχριστιανισμό του και τη διάδοση των ιερών κειμένων. Καλώ όλους να επισκεφτούν και τη μόνιμη έκθεση του Μουσείου και ιδιαίτερα την αίθουσα 4 «Από την Εικονομαχία στη λάμψη των Μακεδόνων και των Κομνηνών», όπου ο επισκέπτης καλείται να βιώσει την ατμόσφαιρα της εποχής των αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου, του 9ου αι. και γενικότερα της πόλης της Θεσσαλονίκης των μέσων χρόνων του Βυζαντίου, μέσα από απεικονίσεις ναών, σειρά εκθεμάτων, όπως είναι οι σφραγίδες, τα νομίσματα, τα αρχιτεκτονικά γλυπτά, οι τοιχογραφίες, τα ταφικά μνημεία, οι εικόνες σε ξύλο και μάρμαρο, τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης.

 

Και επειδή μιλούμε για γράμματα, θα θυμίσω εδώ τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη: «[…] πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει […] και μια κακή παιδεία- εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος […]». Τις συνέπειες αυτού βιώνουμε σήμερα;

Στις μέρες μας το ζήτημα της παιδείας επανέρχεται ακόμη πιο επίκαιρο. Τι είδους παιδεία θέλουμε και για ποιον λόγο; Οι ανθρωπιστικές επιστήμες βάλλονται τα τελευταία χρόνια. Προς αυτήν την κατεύθυνση οδηγούμαστε και λόγω των κοσμοϊστορικών, καταιγιστικών αλλαγών στον τομέα της τεχνολογίας, εφόσον ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Ο αλφαβητισμός στις μέρες μας (ΤΠΕ αλφαβητισμός) ορίζεται ως «η ικανότητα να χρησιμοποιούμε ψηφιακή τεχνολογία, εργαλεία επικοινωνιών και δίκτυα για να προσεγγίζουμε, διαχειριζόμαστε, ολοκληρώνουμε, αξιολογούμε και δημιουργούμε πληροφορίες, ώστε να λειτουργούμε στην κοινωνία της γνώσης». Tα παιδιά και οι έφηβοι του 21ου αιώνα θα ζήσουν ως ενήλικες σε έναν αλλιώτικο και σφύζοντα κόσμο, που τον διαμορφώνει η τεχνολογία μέσα από πολύπλευρες διεργασίες και πρέπει να είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτό.Είναι αναγκαίο να ξέρουν πώς να μαθαίνουν συνεχώς, σε όλη τους την ζωή. Ο φιλόσοφος John Dewey (Ντιούη) πίστευε ότι: «Ο σκοπός της εκπαίδευσης είναι να καταστήσει ικανά τα άτομα να συνεχίζουν την εκπαίδευσή τους». Γι’ αυτό και μιλούμε πλέον διαρκώς για τη δια βίου μάθηση – εκπαίδευση. Κι εμείς ως Μουσείο από την πλευρά μας προσπαθούμε να ενταχθούμε ολοένα και περισσότερο στη νέα πραγματικότητα μέσω της χρήσης της ψηφιακής τεχνολογίας στους χώρους του Μουσείου. Εργαζόμαστε επίσης για την υλοποίηση του προγράμματος με τίτλο «Ψηφιοποίηση και Ανάδειξη Πολιτιστικού Αποθέματος του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού», ενταγμένου στο Ε.Π. Ψηφιακή Σύγκλιση, το οποίο θα συμβάλει στη διαχείριση και την αξιοποίηση των εκθεμάτων και συλλογών του με τρόπο φιλικό και προσιτό προς το κοινό, με στόχο μεταξύ άλλων την ψηφιακή συντήρηση και δυνατότητα ευρείας προσπέλασής τους, την ενίσχυση της ψυχαγωγικής και παιδευτικής επαφής του Μουσείου με το κοινό μέσω εκπαιδευτικών διαδραστικών ψηφιακών εφαρμογών, εφαρμογών για έξυπνα κινητά και ταμπλέτες. Προβλέπεται επίσης η ανανέωση της ιστοσελίδας του Μουσείου για τον σκοπό αυτόν. Μέσω της σύγχρονης οπτικής του τρόπου μάθησης προσπαθούμε να προσεγγίσουμε τις νέες ηλικίες για να τις εκπαιδεύσουμε σε ανθρωπιστικά ζητήματα.

 

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, τα δύο τρίτα περίπου των Ελλήνων απέχουν από τα μουσεία, δεν διαβάζουν βιβλία αλλά ούτε και επισκέπτονται ιστορικά μνημεία. Τα δικά σας στατιστικά δεδομένα τι μας δείχνουν;

Ποτέ δεν φταίει ο εν δυνάμει επισκέπτης για το ότι δεν έρχεται στο σπίτι σου. Φταις εσύ που δεν τον καλείς ή δεν τον κάνεις να θέλει να έρθει. Ωστόσο στην περίπτωση του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού η κατάσταση είναι διαφορετική. Το διάστημα που ανέλαβα τη Διεύθυνση -γι’ αυτό είμαι σε θέση να μιλήσω- οι στατιστικές λένε ότι η επισκεψιμότητα -και όχι φέτος που ούτως ή άλλως έχουμε αύξηση του τουρισμού- αλλά ήδη από το 2012 έχει αυξηθεί τουλάχιστον 50%. Φέτος μιλάμε για ακόμη εντυπωσιακότερη αύξηση. 

 

Τι χρειάζεται, κατά τη γνώμη σας, για να βελτιώσουμε τη σχέση των Ελλήνων με τους μουσειακούς χώρους, ώστε να πάψουν να τους αξιολογούν σύμφωνα με το ποιος έχει το καλύτερο αίθριο και προσφέρει τον καλύτερο καφέ;

Η αισθητική και η ποιότητα του καφέ και των χώρων υποδοχής των μουσείων είναι επιθυμητά και επίσης είναι ένας τρόπος προσέλκυσης που δεν πρέπει να υποτιμούμε. Ζούμε σε μια νέα πραγματικότητα. Εμείς οι άνθρωποι του πολιτισμού κάνουμε ό,τι μπορούμε, και με τα μέσα που διαθέτουμε, για να δημιουργούμε σύγχρονες δράσεις που να αγγίζουν το ευρύ κοινό, να το προσελκύσουν, χωρίς όμως έκπτωση στην ποιότητα προς όφελος της αύξησης της επισκεψιμότητας. Γι’ αυτό επιζητούμε, όπως είπα και στην αρχή, συνέργειες και συνεργασίες προς αυτήν την κατεύθυνση, επιλέγοντας δράσεις και θεματικές που δεν εντάσσονται στα στενά όρια της βυζαντινής περιόδου αλλά προάγουν την ευαισθητοποίηση του κοινού σε ζητήματα ιστορίας, πολιτισμικής κληρονομιάς και τέχνης, καθημερινού βίου, ιδιαίτερα όσον αφορά σχέσεις μεταξύ πολιτισμών και λαών, κοινωνικών ομάδων στη διαχρονία, για να μάθουμε να συμβιώνουμε. Στόχος μας είναι να προσελκύσουμε το κοινό που δεν ενδιαφερόταν μέχρι σήμερα για το παρεξηγημένο Βυζάντιο -άλλο μεγάλο θέμα- να μπει για κάποιο λόγο στο Μουσείο και να γνωρίσει τον Βυζαντινό Πολιτισμό. Να βιώσει πόσο κοντά του βρίσκεται. Σχεδιάζουμε βιωματικές δράσεις πουεμπεριέχουν το παρελθόν σε συνδυασμό με τη δημιουργική ανανέωση του παρόντος, το οποίο στηρίζεται αρκετές φορές στο παρελθόν. Ο επισκέπτης δεν ζητά απαραίτητα να μάθει, όσο να αισθανθεί, να βιώσει, να νιώσει την ιστορία και τη διαφορετικότητα ενός τόπου, όχι αποκομμένου ωστόσο από το πολιτισμικό περιβάλλον μιας χώρας ή μιας ευρύτερης συλλογικότητας, κατανοώντας την εξέλιξή του στη διαχρονία.

 

Μήπως ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το ξένο κοινό και αδιαφορούμε να κάνουμε κοινωνούς του πολιτισμού μας τους ίδιους τους Έλληνες;

Δεν νομίζω ότι αυτό ισχύει. Τουλάχιστον από τη δική μας πλευρά ο προσανατολισμός μας έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο γενικότερα είτε αυτός είναι γηγενής είτε έρχεται ως επισκέπτης από το εξωτερικό. Όλες οι δράσεις μας, ιδιαίτερα οι πολιτιστικές και εκπαιδευτικές, προσφέρονται εκ των πραγμάτων στο κοινό της πόλης μας, στους Έλληνες γενικότερα, γιατί αυτοί έχουν τη δυνατότητα και την ευχέρεια, λόγω απόστασης, να τις παρακολουθήσουν όποτε εκείνοι το επιθυμούν. Για την προβολή των δράσεών μας εκτός από τα σχετικά αφιερώματα, τα δελτία τύπου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, χρησιμοποιούμε και την ιστοσελίδα του Μουσείου (http://mbp.gr) και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από τα οποία κάθε ενδιαφερόμενος ανεξαρτήτου καταγωγής και εθνικότητας μπορεί να ενημερώνεται. Οι εκθέσεις μας άλλωστε συνοδεύονται πάντοτε από επεξηγηματικό και πληροφοριακό δίγλωσσο κείμενο (ελληνικά–αγγλικά/ενίοτε γαλλικά).

 

Για αρκετά χρόνια συμμετείχατε σε διάφορες χορωδίες με εμφανίσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας. Έχετε κάνει ανάλογες δράσεις και στο Μουσείο; Έχετε εντάξει τη μουσική στα προγράμματά του, ενισχύοντας τον μορφωτικό του ρόλο;

Η μουσική είναι τέχνη, φιλοσοφία, μαθηματικά, επιδρά ευεργετικά στον ανθρώπινο οργανισμό, είναι πολιτιστικό και παιδαγωγικό προϊόν. Για αυτούς τους λόγους και γνωρίζοντας και η ίδια μουσική (παρακολούθησα μαθήματα και κλασικής κιθάρας έως τη μέση τάξη) θέλησα να εντάξω στις δράσεις του Μουσείου μεταξύ άλλων και μουσικές εκδηλώσεις. Έχει καθιερωθεί, με μουσικά σχήματα που συμμετέχουν αφιλοκερδώς, να πλαισιώνονται τα εγκαίνια όλων των περιοδικών εκθέσεων του Μουσείου μας. Επίσης μουσικές εκδηλώσεις διοργανώνουμε, μεταξύ άλλων δράσεων, με αφορμή πανελλήνιους και πανευρωπαϊκούς ή διεθνείς εορτασμούς, όπως η Διεθνής Ημέρα Μουσείων, οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς, η Πανσέληνος του Αυγούστου. Αλλά και ανεξάρτητες μουσικές εκδηλώσεις και συναυλίες πραγματοποιούνται στο Μουσείο μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το ίδιο το Σωματείο των Φίλων του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού διαθέτει χορωδιακό σχήμα. Το έτος 2012 παρουσιάστηκαν, συνδιοργανώθηκαν, φιλοξενήθηκαν οκτώ μουσικές εκδηλώσεις. Τον ίδιο αριθμό θα φτάσουμε και φέτος.  

 

Θα συνεχίσετε την πορεία εξωστρέφειας του Μουσείου προς την κοινωνία, που έχετε ήδη χαράξει, ή οι παρούσες συνθήκες θα αποτελέσουν τροχοπέδη στα σχέδιά σας;

Οι παρούσες συνθήκες, όσο υπάρχουμε και εργαζόμαστε σε αυτόν τον υπέροχο χώρο, μας οδηγούν ακριβώς στο να μην σταματήσουμε την προσπάθειά μας. Επιθυμούμε να υλοποιούμε μοναδικά πολιτισμικά γεγονότα προωθώντας όχι μόνο την επιστημονική έρευνα αλλά και τη διάχυση της γνώσης στο ευρύ κοινό σε ποικίλα θέματα που σχετίζονται με εκφάνσεις του Βυζαντινού, Μεταβυζαντινού Πολιτισμού και γενικότερα των αλληλεπιδράσεων με ομόδοξους και ετερόδοξους λαούς στο πλαίσιο της οικουμενικής βυζαντινής αυτοκρατορίας και του ρόλου της Θεσσαλονίκης ως του σημαντικότερου πολιτικού, οικονομικού, πνευματικού και καλλιτεχνικού κέντρου μετά την Κωνσταντινούπολη και καθ’ όλη την πορεία ενσωμάτωσής της στο νεοελληνικό κράτος, ως σταυροδρόμι πολιτισμών. Υλοποιούμε εκπαιδευτικές δράσεις και συνεργαζόμαστε με τις αρμόδιες διευθύνσεις εκπαίδευσης με στόχο την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σε θέματα προσέγγισης των μουσειακών αντικειμένων, ενθαρρύνοντας παράλληλα δράσεις σχολείων που αφορούν τη βιωματική προσέγγιση πτυχών του Βυζαντινού Πολιτισμού. Προσπαθούμε να εντάξουμε το Μουσείο ως χώρο πολιτισμού και παιδείας στον κοινωνικό ιστό της πόλης, στην πολιτιστική της ζωή, με εναλλαγή περιοδικών εκθέσεων ευρύτερου ενδιαφέροντος, με διοργανώσεις εκδηλώσεων λόγου και τέχνης, εικαστικών γεγονότων, συνεδρίων και ημερίδων με σύγχρονες θεματικές που άπτονται του πολιτισμού, σε συνεργασία πρωταρχικά με μουσεία, φορείς και οργανισμούς της Θεσσαλονίκης, επιδιώκοντας παράλληλα αντίστοιχες ευρύτερες συνεργασίες στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Ανοίξαμε τους χώρους μας, τους διαθέσαμε σε πανεπιστημιακά ιδρύματα, συλλόγους μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στην τοπική αυτοδιοίκηση για να γνωρίσει ο κόσμος το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Ο κόσμος έχει ανάγκη από μια συνεχή όαση πολιτισμού στο κέντρο της πόλης και μάλιστα με δράσεις που του παρέχονται δωρεάν.

 

Σας ευχαριστώ πολύ για τον πολύτιμο χρόνο που μας διαθέσατε.

Κι εγώ σας ευχαριστώ.