Ιερόν Κοράνιον (ALCORAN) και Χριστιανική Εκκλησία Τού ιερέως συγγραφέα-θεολόγου Κωνσταντίνου Χαλβατζάκη

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Θεσσαλονίκη. Μπροστά σε μια πλειάδα επιστημόνων, συγγραφέων και διανοουμένων, πλήθους κόσμου κάθε ηλικίας και φύλου έγινε η παρουσίαση του βιβλίου τού Καβαλιώτη ιερέως -θεολόγου-συγγραφέα π. Κωνσταντίνου Χαλβατζάκη με τίτλο: «Ιερόν Κοράνιον (Alcoran) και Χριστιανική εκκλησία» με τη συνεργασία του Εκδοτικού Οίκου «Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε» και Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης στην αίθουσα εκδηλώσεων τής Ε.Λ.

Τον πρωτοπρεσβύτερο συγγραφέα π. Κωνσταντίνο Χαλβατζάκη, τους ομιλητές και το ακροατήριο χαιρέτησε ο Πρόεδρος τής Ε.Λ.Θ. δικηγόρος Κωνσταντίνος Αποστολίδης και ακολούθησε η παρουσίαση τού βιβλίου από τον νευρολόγο-ψυχίατρο Σταύρο Μπαλογιάννη. Ο ομιλητής, που μίλησε από καρδιάς, μπήκε μέσα στην ψυχή τού συγγραφέα και στο βαθύ νόημα τού βιβλίου, αναφέρθηκε κάποιες φορές στον προβληματισμό των ανθρώπων όταν πρόκειται να συγκρίνουν κυρίως θεολογικά βιβλία και κείμενα, αλλά το εν λόγω πόνημα δίνει απαντήσεις που δεν αφήνουν κενά στον αναγνώστη. Αναφέρθηκε ακόμα για την πλούσια δραστηριότητα τού π. Κωνσταντίνου Χαλβατζάκη από την μακρόχρονη παρουσία που είχε στην Κορέα, τις Ινδίες, το Πακιστάν, τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, για να καταδείξει τις εμπειρίες του μέσα από τα διάφορα πολυπολιτισμικά κράτη που πέρασε. Το βιβλίο είναι μια εμπειρία ζωής μέσα από την καρδιά του, είναι εμπειρία σκέψης, γαλήνης και αναφοράς. Σε άλλο σημείο τής ομιλίας του ο Σταύρος Μπαλογιάννης έκανε αναφορά στον ισλαμιστή γιατρό και μέσα από εικόνες κατέδειξε τις ομοιότητες Παλαιάς και Νέας Διαθήκης με το Κοράνιο, που φανερώνουν ότι σε πολλά σημεία αντέγραψε ο Ισλαμισμός μαρτυρίες από τις Διαθήκες τής Χριστιανοσύνης. Κλείνοντας την παρουσίαση τού βιβλίου ο κ. Μπαλογιάννης αποκάλεσε τον ακούραστο Πρωτοπρεσβύτερο «αιώνιο έφηβο» για την μακρόχρονη έντονη δραστηριότητά του στην έρευνα, πέρα από το λειτούργημά του.

Ο επόμενος ομιλητής, Πρόεδρος του Συλλόγου Καβαλιωτών «Οι Φίλιπποι» και Πρόξενος της Μάλτας Ανδρόνικος Σινιόρης τόνισε μεταξύ άλλων:

1. Δυσκολία κατανόησης του κορανίου.

Ο συγγραφέας εισαγωγικά μας προετοιμάζει για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε στην προσπάθεια μας να κατανοήσουμε το Κοράνι, εμείς που δεν είμαστε Μουσουλμάνοι και έχουμε χριστιανικές καταβολές. Οι λόγοι είναι πολλοί. Οι αντιφάσεις των θέσεων, τα αλληλοαναιρούμενα εδάφια, η κορανική γλώσσα στη διατύπωση των διανοημάτων, η κατάργηση και αχρησία αρχών και θέσεων του κορανίου στην πρακτική τους εφαρμογή , οι ατέλειωτες επαναλήψεις των ίδιων και ίδιων θεμάτων και ιστοριών. Ευτυχώς το ίδιο το Κοράνι μας προειδοποιεί για τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε. Φαίνεται πως ο Μωάμεθ γνώριζε πολύ καλά αυτές τις δυσκολίες τις οποίες ομολογεί, αναγνωρίζει και καταγράφει σε πολλά εδάφια. Μουσουλμάνοι απλοί άνθρωποι και μορφωμένοι, που ο συγγραφεύς ζήτησε κατά την διάρκεια της ερευνάς του, να δώσουν επεξηγήσεις για την έννοια των εδαφίων αυτών, είπαν πως έχουν την άδεια του Αλλάχ να μην διαβάσουν τα δύσκολα του κορανίου. Η θέση αυτή αποτελεί γενική αποδοχή στον κόσμο του Ισλάμ.

2. Το Ιερό Κοράνιο και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη.

Ο Μωάμεθ, του οποίου η γέννηση προσδιορίζεται το 570 μ. χ. γνώριζε πολλά από τα ιστορούμενα θέματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης της οποίες αναφέρει απλώς ως Πεντάτευχο και Ευαγγέλιο αντίστοιχα και για το λόγο αυτό επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα κείμενα τους κατά τη συγγραφή τού Κορανίου. Σέ όλο το Κοράνι απαντούν ιστορίες, παραβολές, λόγοι ευαγγελικά κείμενα και διάφορες ρήσεις. Τα κείμενα που δανείζεται από την Παλαιά και τη Καινή διαθήκη έχουν απίθανες μεταλλαγές, αλλοιώσεις, κενά και τρομερές διαφοροποιήσεις. Από την αντιπαραβολή των εδαφίων του κορανίου με τα αντίστοιχα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης θα αναφέρω επιγραμματικά ορισμένα από τα κυριότερα σημεία, που ο συγγραφέας με λεπτομέρεια περιγράφει και αναλύει.

  1. Ιησούς Χριστός. Οι διηγήσεις του Κορανίου για τον Ιησού Χριστό, την εκ Πνεύματος Αγίου σύλληψη του, την γέννησή του, την διδασκαλία του και την ανάστασή του είναι πολύ συχνές και προβληματίζουν γιατί αφενός περιέχουν στοιχεία που δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να τα εντοπίσουμε σε όλη τη χριστιανική γραμματολογία και αφετέρου είναι διατυπωμένες με πολύ απλοϊκότητα, φαντασία, μυθοπλασία, αντιφάσεις και πολλές ανακρίβειες. Χαρακτηριστικά σημειώνεται η άρνηση της θεότητας του Ιησού, που σε ορισμένα χωρία παίρνει τη μορφή χλεύης, ειρωνείας και περιφρόνησης και ο ισχυρισμός ότι ο Χριστός προφήτευσε την έλευση του Μωάμεθ.
  2. Η Παναγή. Σε δέκα τρία εδάφια το Κοράνι ομιλεί για την Παναγία με μεγάλο σεβασμό ή ευλάβεια στο πρόσωπο της εκφρασμένη με κοσμητικά επίθετα εγγίζει την ευλάβεια των χριστιανών. Όμως θεωρείται απλώς ως μητέρα του υιού της Ιησού Χριστού και δεν είναι αποδεκτή ως μητέρα του θεού, ούτε ως Θεοτόκος, αφού το Κοράνι δεν δέχεται το Χριστό ως. θεό ή υιό του θεού αλλά απλό κτίσμα αυτού.
  3. Άρνηση του χριστιανικού δόγματος περί τριαδικού θεού.
  4. Ιωσήφ, μια πολύ ευχάριστη έκπληξη.

Η ιστορία τού Ιωσήφ, όπως περιγράφεται στο Κοράνι είναι απαλλαγμένη από αναλήθειες. Είναι πιστή στο αρχέτυπο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, χωρίς μυθώδη και φαντασιώδη αφηγήματα. Επισημαίνεται η εύλογη απορία του συγγραφέα γιατί η ιστορία του Ιωσήφ δεν έγινε παράδειγμα για να παρουσιαστούν τα άλλα ιερά πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης στις πραγματικές τους διαστάσεις, απαλλαγμένα από ανιστόρητες και μυθώδεις διηγήσεις; Ο οποίος βέβαια αμέσως δίνει κάποιες προσωπικές εξηγήσεις βασισμένες στο κοράνι. Στο κεφ. 80 εδ. 15 αναφέρεται επί λέξει «Το Κοράνι γράφτηκε από χέρια δίκαιων και ενάρετων». Άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι γράφτηκε από περισσότερους τού ενός ανθρώπους. Ένας απ αυτούς ο συντάκτης της βιογραφίας τού Ιωσήφ θα πρέπει να ήταν πολύ προσεκτικός και να γνώριζε πολύ καλά την ιστορία του Ιωσήφ. Οι άλλοι συγγραφείς ενδεχομένως δεν ήταν καλοί γνώστες των ιστοριών, Άραβες, ή αγράμματοι μονοφυσίτες και αρειανοί Χριστιανοί καλόγεροι, ίσως και προσηλυτισθέντες στον ισλαμισμό Εβραίοι. Δεν παραβλέπονται καθόλου τα εδάφία που μιλούν ότι το Κοράνι γράφτηκε και καταπέμφθηκε στους ανθρώπους από τον Αλλάχ, (κεφ. 39.1, 10.38 και άλλα συναφή). Προκύπτει εύλογα όμως το απλό ερώτημα γιατί στο 80.15 καταγράφεται ότι «γράφτηκε από χέρια δικαίων και ενάρετων;».

Για τον συγγραφέα μίλησε και ο Πρόεδρος Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος Ταξίαρχος ε.α. Νικηφόρος-Βύρων Καμπάς που επισήμανε:

Μεγάλες του αγάπες, πέρα βέβαια από την οικογένειά του, η Ορθοδοξία και η Ελλάδα. Αφιερώθηκε στις δύο μεγάλες αυτές ιδέες και τις υπηρέτησε και τις υπηρετεί με πάθος και υπερβάλλοντα ζήλο. Ιεραπόστολος στις Ινδίες, το Μπαγκλαντές και την Κορέα, οργάνωσε συσσίτια, βάπτισε Χριστιανούς, άφησε έργο μεγάλο, Αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά μόχθησε για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία κι άφησε κι εκεί ανεξίτηλα τα σημάδια της παρουσίας του.

Ένα στοιχείο τού πατέρα Κωνσταντίνου, που μας κάνει εντύπωση, είναι οι πολύ καλές σχέσεις που έχει με την νεολαία. Οι νέοι και οι νέες τον υπεραγαπούν, αλλά και η δική του αγάπη προς αυτούς δεν είναι μικρότερη. Μπορεί βιολογικά να έχουν πολλά χρόνια διαφορά, όμως ψυχικά έχουν την ίδια ηλικία. Είπαμε ότι ο πατέρας Κωνσταντίνος είναι αιώνιος έφηβος. Έτσι μπορεί να καταλαβαίνει τους νέους και τα προβλήματα τους και με την πείρα, τις γνώσεις και την αγάπη του να βρίσκει λύσεις κάνοντας άνετα παρέα μαζί τους και πίνοντας τον καφέ μαζί τους στην καφετέρια.

Την πατρίδα την υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον πόλεμο της Κορέας και από τότε συνεχίζει να την υπηρετεί με ζήλο και πάθος σ’ όποιο σημείο τού πλανήτη κι αν βρεθεί. Κάτω από το ράσο κρύβεται μια γαλανόλευκη, γιατί Ορθοδοξία και Ελλάδα πάνε μαζί, είναι δύο έννοιες αλληλένδετες, που μεγαλούργησαν στο διάβα των αιώνων.

Πλούσιο το συγγραφικό του έργο. Σπουδαίος πεζογράφος, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ασχολείται αρκετά με το ιστορικό μυθιστόρημα και κυρίως με την περίοδο της μεγάλης και μακρόχρονης ελληνικής (βυζαντινής) αυτοκρατορίας. Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα δύσκολο είδος. Πέρα απ’ όλα τ’ άλλα γνωστά εφόδια που πρέπει να έχει ένας λογοτέχνης, εδώ χρειάζεται να έχει και πολλές γνώσεις της ιστορίας, τουλάχιστον της περιόδου με την οποία ασχολείται. Και ο πατέρας Κωνσταντίνος γνωρίζει πολύ καλά τη Βυζαντινή ιστορία και ξέρει πολύ καλά να μας «κοινωνεί» με τον τρόπο του και να μας κάνει να την αγαπάμε.

Όταν άρχισα να γράφω το κείμενο αυτό για τον πατέρα Κωνσταντίνο, μου προέκυψε και μία άλλη δυσκολία. Πώς να χωρέσω σε λίγες σελίδες, τόσα πολλά που θα μπορούσα να πω γι αυτόν τον μεγάλο άνδρα. Σας κούρασα όμως με την πολυλογία μου και πρέπει να σταματήσω. Τελειώνω με μια αφιέρωση και συγχρόνως ένα μικρό ευχαριστώ προς αυτόν, για ότι έχει κάνει για μας και για όλους τους ανθρώπους. Ένα ποίημα μου που έχω γράψει για τον πατέρα Κωνσταντίνο.

Στο ράσο ντύθηκες να διακονήσεις
τον Κύριο και την Ορθοδοξία,
την πέννα άρπαξες να ζωγραφίσεις
με λέξεις όμορφες και φαντασία,

ότι απλόχερα σου χάρισε η Μούσα
στο νου και στην ψυχή να μας δωρίσεις,
να δούμε τη ζωή, φεγγαροβολούσα,
πίστη κι ελπίδα να μας κοινωνήσεις.

Γύρισες χώρες, τόπους μακρινούς
σ’ ανατολή και δύση στον πλανήτη,
φως για τους ξεχασμένους Χριστιανούς
από Αυγερινό κι Αποσπερίτη.

Για Βασιλεύουσα κι ένδοξα χρόνια
με περηφάνια γράφεις στα βιβλία,
τις αλησμόνητες πατρίδες λες αιώνια,
ποτέ να μη ξεχάσει η Ιστορία,

Τέλος, ο ιερέας θεολόγος και συγγραφέας τού βιβλίου βαθιά συγκινημένος έριξε και άλλο φως στην προσπάθειά του σχετικά με την συγγραφή τού βιβλίου:

Ανεβαίνουν στο Ελληνικό καράβι «Ατθίς» τρεις νεαροί Μουσουλμάνο. Μας προσφέρουν ημερολόγια της χρονιάς. Κάθε σελίδα και μια γκραβούρα από τη ζωή του Προφήτη Μωάμεθ. Φιλοτεχνημένες με πολλή προσοχή από Μουσουλμάνους καλλιτέχνες από τον δέκατο ως τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Εντυπωσιάστηκα από τη χειρονομία των παιδιών. Ήταν φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Ντάκκα και πουλώντας ημερολόγια μάζευαν χρήματα για τις σπουδές τους.

Αυτά τα ημερολόγια, με τις απεικονίσεις του Μωάμεθ, έγιναν αιτία να αρχίσω να ασχολούμαι με το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων, το Κοράνι. Στη Ντάκκα και στο Πανεπιστήμιο άρχισα να συζητώ με τα παιδιά πρώτα και με τους Καθηγητές ύστερα, τις θέσεις της πίστης των. Οι Μουσουλμάνοι σε όλον τον κόσμο, όπου κι αν τους συνάντησα, είναι γεννημένοι άνθρωποι του διαλόγου. Η ανατολίτικη καταβολή τους βοήθησε πολύ σ’ αυτό.

Ιππότης και ευγενής άθεος δεν είμαι, όπως ο Ζοζέ Σαραμάγκου. Μουσουλμάνος δεν είμαι, όπως τα παιδιά του Μπανγκλαντές. Είμαι Έλληνας, Ρωμιός και Χριστιανός. Είμαι ο αρχαίος Δωριεύς, ο Ίωνας, ο Αχαιός, ο Σαλαμίνιος, ο Αλεξανδρινός, ο Βυζαντινός, ο ραγιάς της τουρκοκρατίας, ο ελεύθερος άντρας τού Εικοσιένα.

Με τους άπιστους και άθεους ασχολήθηκαν πάρα πολλοί άντρες του πνεύματος και των γραμμάτων, θρησκευτικοί και διανοούμενοι. Εγώ δεν έχω τίποτα να προσθέσω, σ’ όσα γράφτηκαν και λέχθηκαν ως σήμερα. Άδικος θα είναι ο κόπος. Το θέμα έχε κορεστεί.

Μένει η πίστη των Μουσουλμάνων. Αυτών των ανθρώπων, που έχουν στις μέρες μας κατακλύσει την οικουμένη, με μια άλλου είδους κατάκτηση από την παλιά μέθοδο της βίας των όπλων, Τώρα το νέο όπλο τους λέγεται «μετανάστευση» και εγκαθίδρυση μικρών και μεγάλων θυλάκων Μωαμεθανών στον κόσμο της Δύσης. Αυξάνονται και πληθύνονται και κατακυριεύουν την γη. Έχουν μια πίστη, που δε μοιάζει καθόλου με τη δική μου. Έζησα ανάμεσα τους και προσπάθησα να τους καταλάβω. Οι Βυζαντινοί απαξίωσαν την πίστη τους και δεν υπολόγισαν καλά τη δύναμη τους. Και σαν ώριμος καρπός έπεσαν από το δέντρο τους και παρά ολίγο να αφανιστούν. Σώθηκαν γιατί ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

Εμείς οι Έλληνες και Χριστιανοί και σήμερα ακόμα δεν γνωρίζομε τίποτα για το Κοράνι. Οι γνώσεις μας είναι εμπειρικές και ημιτελείς, θολές και ανεδραίωτες.

Οι δεκαετίες περνούσαν. Βασάνιζα πολύ τον εαυτό μου. Μελετούσα ξανά και ξανά το Κοράνι. Το αντιπαρέβαλα με τις πηγές της δικής μου πίστης. Προσπάθησα να το καταλάβω μέσα από τις σελίδες και των πέντε πιο σπουδαίων μεταφράσεων στην ελληνική γλώσσα. Θέλησα να παρουσιάσω το Κοράνι γυμνό, από κάθε καλλιεπές στοιχείο. Ούτε να το θωπεύσω, ούτε να το αδικήσω. Και πάντα λογιζόμουν: θα βρεθεί άραγε κάποιος γενναίος ανήρ της γης να ειπεί: «θα εκδώσω αυτό το βιβλίο»;

Δεν κατάλαβα ποτέ μου, πώς παρουσιάστηκε μπροστά μου αυτός ο γενναίος άντρας. Ονομάζεται Τάσος Κυριακίδης. Τώρα, οι ιδρώτες αγωνίας δεκαετιών μοιράστηκαν και μεσιάστηκε το βάρος μιας ευθύνης μεγάλης αγάπης στον άνθρωπο τού Ισλάμ, που τον θέλω συγκάτοικο, σύνοικο και μέτοχο στην ανθρωπιά. Χρειάζεται μήπως να ευχαριστήσω τον άνδρα τούτον της Θεσσαλονίκης; Ή να τον συγχαρώ για τα άπατα αποθέματα πίστης του στη Ρωμιοσύνη και την Ορθοδοξία;»