Η τελευταία φορά που το Ισραήλ εφάρμοσε τη θανατική ποινή ήταν το 1962, όταν εκτέλεσε τον Άντολφ Άιχμαν, κορυφαίο στέλεχος του ναζιστικού Ολοκαυτώματος, ύστερα από μακρά δίκη στην Ιερουσαλήμ.
Ωστόσο, δεκαετίες αργότερα και στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 7ης Οκτωβρίου 2023, υπό την ηγεσία της Χαμάς, υπήρξε νέα ώθηση από Ισραηλινούς βουλευτές για την ψήφιση ενός ιδιαίτερα αμφιλεγόμενου νόμου που θα επανεγκαθιδρύει τη θανατική ποινή για Παλαιστινίους, οι οποίοι καταδικάζονται από ισραηλινά στρατιωτικά δικαστήρια.
Οι αντίπαλοι του νομοσχεδίου υποστηρίζουν ότι είναι ανήθικο και ρατσιστικό, καθώς εισάγει διακρίσεις μεταξύ Εβραίων Ισραηλινών και Παλαιστινίων, δεδομένου ότι έχει σχεδιαστεί να εφαρμόζεται αποκλειστικά στους Παλαιστινίους. Το σχέδιο νόμου, στην τρέχουσα μορφή του, προβλέπει υποχρεωτική θανατική ποινή για ορισμένα εγκλήματα που εκδικάζονται σε στρατιωτικά δικαστήρια και αφορούν Παλαιστινίους. Επιπλέον, καταργεί κάθε δυνατότητα χάριτος ή μετατροπής της ποινής.
Το σχέδιο νόμου πέρασε την πρώτη του ανάγνωση τον Νοέμβριο του 2025 στην Κνεσέτ του Ισραήλ. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Επιτροπή Εθνικής Ασφάλειας για περαιτέρω διαβουλεύσεις και θα πρέπει να περάσει από δεύτερη και τρίτη ανάγνωση για να καταστεί νόμος. Δεν είναι σαφές αν και πότε θα συμβεί αυτό.
Το νομοσχέδιο προωθείται από βουλευτές του ακροδεξιού κόμματος Εβραϊκή Δύναμη, με τη στήριξη βουλευτών του Λικούντ και του Ισραέλ Μπεϊτένου. Μετά την ψηφοφορία, ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, επικεφαλής της Εβραϊκής Δύναμης και υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «το πιο σημαντικό στην ιστορία του κράτους του Ισραήλ».
«Ας γνωρίζει κάθε τρομοκράτης: αυτό το νομοσχέδιο είναι εκείνο που θα αποτρέψει. Είναι εκείνο που θα φοβίσει. Είναι εκείνο που θα τους κάνει να σκεφτούν χίλιες φορές πριν διαπράξουν μια ακόμα 7η Οκτωβρίου», δήλωσε.
Πολέμιοι του νομοσχεδίου και στο Ισραήλ
Ισραηλινοί πολέμιοι του νομοσχεδίου, μεταξύ των οποίων αξιωματούχοι ασφαλείας, πρώην δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, γιατροί και ραβίνοι, το επέκριναν σε ανοιχτή επιστολή ως «ιδιαίτερα ακραίες και εξαιρετικές διατάξεις».
Ο Χάγκαϊ Λεβίν, πρόεδρος της Ένωσης Ισραηλινών Γιατρών Δημόσιας Υγείας, συμμετείχε στις συζητήσεις στην Κνεσέτ και αντιτίθεται στη νομοθεσία. «Είμαστε αντίθετοι σε αυτού του είδους τη θανατική ποινή, η οποία είναι ρατσιστική και χωρίς δίκαιη κρίση, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη όλες οι διαφορετικές παράμετροι που πρέπει να εξεταστούν», δήλωσε ο Λεβίν, ο οποίος ηγήθηκε επίσης της ιατρικής ομάδας του Φόρουμ Οικογενειών Ομήρων και Αγνοουμένων κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ο Λεβίν αναγνωρίζει ότι το κλίμα σε τμήματα της ισραηλινής κοινωνίας έχει αλλάξει, με ορισμένους να ζητούν αυστηρότερες ποινές μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Κατά τη διάρκεια των ετών υπήρξαν αρκετές προσπάθειες επαναφοράς της θανατικής ποινής, αλλά δεν προχώρησαν ιδιαίτερα.
«Ήμουν ο γιατρός των ομήρων και των οικογενειών τους και είδα τον φρικτό αντίκτυπο στις ζωές των ανθρώπων και τη δολοφονία αθώων. Και κατανοώ απόλυτα αυτά τα αισθήματα εκδίκησης. Όμως, δεν λαμβάνεις αποφάσεις με βάση τον θυμό και την εκδίκηση. Είμαστε μια δημοκρατική χώρα. Πρέπει να παίρνουμε σωστές αποφάσεις προς όφελος της χώρας», είπε.
Περίπου 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια της βίαιης επίθεσης και 251 Ισραηλινοί και ξένοι υπήκοοι απήχθησαν από τη Χαμάς. Στον επακόλουθο καταστροφικό πόλεμο στη Γάζα, περισσότεροι από 70.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί, ενώ πολλοί ακόμα αγνοούνται κάτω από τα ερείπια. Αρκετές εκατοντάδες Ισραηλινοί στρατιώτες έχουν επίσης χάσει τη ζωή τους.
«Αυτό το ισραηλινό νομοσχέδιο τρομοκρατεί τον παλαιστινιακό λαό, και είμαστε αντίθετοι σε αυτό», δήλωσε από τη Ραμάλα ο Άμτζαντ Αλ Νατζάρ, εκπρόσωπος της Παλαιστινιακής Εταιρείας Κρατουμένων, στην DW. «Δημιουργεί μεγάλη ένταση και φόβο στις οικογένειες των Παλαιστινίων κρατουμένων».
Τι περιλαμβάνει το προτεινόμενο νομοσχέδιο;
Το σχέδιο νόμου προβλέπει ότι όποιος προκάλεσε τον θάνατο Ισραηλινών πολιτών «εκ προθέσεως ή από αδιαφορία, με κίνητρο ρατσισμού ή εχθρότητας απέναντι σε έναν πληθυσμό, και με σκοπό να βλάψει το Κράτος του Ισραήλ και την εθνική αναβίωση του εβραϊκού λαού στην πατρίδα του, θα καταδικάζεται σε θάνατο», σύμφωνα με ανακοίνωση της Κνεσέτ μετά την πρώτη ανάγνωση.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο ενισχύει τις αρμοδιότητες των στρατιωτικών δικαστηρίων στην κατεχόμενη από το Ισραήλ Δυτική Όχθη, η οποία τελεί υπό στρατιωτική διοίκηση και όπου οι Παλαιστίνιοι δικάζονται αποκλειστικά βάσει στρατιωτικού δικαίου. Σύμφωνα με το κείμενο, τα στρατιωτικά δικαστήρια θα μπορούν να επιβάλλουν «θανατική ποινή με απλή πλειοψηφία των δικαστών της σύνθεσης, ενώ η ποινή που επιβλήθηκε δεν θα μπορεί να μετατραπεί ή να χαριστεί».
Το νομοσχέδιο δεν ορίζει με σαφήνεια τι συνιστά πράξη που αποσκοπεί στη «βλάβη του Κράτους του Ισραήλ» ή στην «αναβίωση του εβραϊκού λαού στην πατρίδα του».
Ο ΟΗΕ ζητά την απόσυρση του νομοσχεδίου
Ισραηλινοί, Παλαιστίνιοι και διεθνείς επικριτές έχουν επισημάνει ότι το νομοσχέδιο παραβιάζει το δικαίωμα στη ζωή, ενδέχεται να οδηγήσει στην εκτέλεση αθώων ανθρώπων και απέχει πολύ από το να αποτελέσει πραγματικό αποτρεπτικό μέτρο.
Αρκετοί εμπειρογνώμονες του United Nations Human Rights Council κάλεσαν το Ισραήλ να αποσύρει «το νομοσχέδιο που προτείνει την υποχρεωτική επιβολή της θανατικής ποινής για τρομοκρατικές πράξεις, το οποίο θα παραβίαζε το δικαίωμα στη ζωή και θα εισήγαγε διακρίσεις εις βάρος των Παλαιστινίων στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη».
Στη δήλωσή τους, οι εμπειρογνώμονες ανέφεραν επίσης ότι «με την αφαίρεση της διακριτικής ευχέρειας δικαστών και εισαγγελέων, το δικαστήριο εμποδίζεται να εξετάσει τις ατομικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων ελαφρυντικών παραγόντων, και να επιβάλει μια αναλογική ποινή που να αντιστοιχεί στο έγκλημα».
Η παλαιστινιακή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Addameer, που υπερασπίζεται τους Παλαιστίνιους κρατουμένους, ανέφερε σε έγγραφο θέσεων ότι «η θέσπιση νέου νόμου που επιβάλλει τη θανατική ποινή αποκλειστικά κατά Παλαιστινίων σηματοδοτεί ένα νέο επεισόδιο στη συνεχιζόμενη σειρά καταπίεσης και συνιστά σοβαρή κλιμάκωση στις εκτεταμένες παραβιάσεις του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων εξωδικαστικών εκτελέσεων».
Στο Ισραήλ, η πολιτική ανταποκρίτρια Ταλ Σνάιντερ επεσήμανε ότι η εσωτερική υπηρεσία ασφαλείας της χώρας, Σιν Μπετ, γνωστή και ως Shabak, «στο παρελθόν είχε αντιταχθεί σε αυτό», προσθέτοντας ότι θεωρούσε πως θα μπορούσε να έχει αντίθετα αποτελέσματα, καθώς ενδέχεται να ενθαρρύνει περισσότερες επιθέσεις.
Η ιστορία της θανατικής ποινής στο Ισραήλ
Η θανατική ποινή υφίσταται στο Ισραήλ για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και για αδικήματα που προβλέπονται από τη στρατιωτική νομοθεσία και εκδικάζονται σε στρατιωτικά δικαστήρια. Στις σπάνιες περιπτώσεις που επιβλήθηκε από στρατιωτικά δικαστήρια για αδικήματα που σχετίζονταν με την τρομοκρατία, όλες οι ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια κάθειρξη κατόπιν έφεσης.
Μόνο δύο άτομα έχουν εκτελεστεί στο Ισραήλ κατόπιν καταδίκης σε θάνατο. Η πρώτη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε μετά τον Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του 1948 και την ίδρυση του Κράτους του Ισραήλ. Ο Μέιρ Τομπιάνσκι, αξιωματικός του στρατού, κατηγορήθηκε εσφαλμένα για κατασκοπεία και εκτελέστηκε για προδοσία έπειτα από ένα πρόχειρο στρατοδικείο. Αργότερα αποκαταστάθηκε επίσημα μετά θάνατον.
Η δεύτερη εκτέλεση πραγματοποιήθηκε το 1962, όταν ο Άντολφ Άιχμαν απαγχονίστηκε αφού καταδικάστηκε για ναζιστικά εγκλήματα πολέμου. Είχε συλληφθεί στην Αργεντινή από ισραηλινή μυστική ομάδα και οδηγήθηκε σε δίκη ενώπιον ειδικού δικαστηρίου στην Ιερουσαλήμ.
Αύξηση του δεξιού λαϊκισμού στο Ισραήλ
Κριτικοί υποστηρίζουν ότι όσοι προωθούν την επαναφορά της θανατικής ποινής το κάνουν για πολιτικό όφελος, ενόψει εκλογικού έτους. Οι γενικές εκλογές στο Ισραήλ είναι προγραμματισμένες για τον Οκτώβριο του 2026, αλλά θα μπορούσαν να προκηρυχθούν νωρίτερα.
Ο θπουργός Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, είναι μία από τις ηγετικές φωνές που ζητούν την επαναφορά της θανατικής ποινής. Όπως και σε άλλα θέματα, έχει μετατρέψει το ζήτημα σε λαϊκιστική εκστρατεία και απείλησε επανειλημμένα να εγκαταλείψει τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, ισραηλινές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως οι Γιατροί για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ανέφεραν αύξηση των περιστατικών κακοποίησης και βασανιστηρίων σε ισραηλινές φυλακές και κέντρα κράτησης. Ο Μπεν-Γκβιρ έχει δημοσιεύσει βίντεο όπου κοροϊδεύει Παλαιστίνιους κρατουμένους και υπερηφανεύεται ότι κρατούνται υπό «ελάχιστες συνθήκες».
Σύμφωνα με την ισραηλινή ΜΚΟ ανθρωπίνων δικαιωμάτων HaMoked, τουλάχιστον 94 Παλαιστίνιοι, κρατούμενοι ασφαλείας και φυλακισμένοι, πέθαναν σε ισραηλινές φυλακές ή στρατιωτικές εγκαταστάσεις κράτησης από την έναρξη του πολέμου μέχρι τον Αύγουστο του 2025.
Επιμέλεια: Σοφία Κλεφτάκη





