«Κάποτε στην Άρτα»

Ένα συγκινητικό ταξίδι στον χωροχρόνο της Άρτας, με «όχημα» τον έρωτα από τον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Γράφει ο Βασίλης Μαλισιόβας*.

«Στον Βασίλη, για να ξανανιώσει τις μυρωδιές του γενέθλιου τόπου». Με αυτή την τόσο ζεστή αφιέρωση, μου χάρισε το βιβλίο ο φίλος συγγραφέας Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης.

Και επειδή και μόνο λόγω του τίτλου διαισθάνθηκα το διαμάντι που κρυβόταν, ήθελα να έχω τον χρόνο μου για να το διαβάσω αυτό το βιβλίο απερίσπαστος, με καθαρό μυαλό, αποστασιοποιημένος, όσο αυτό είναι δυνατόν, από τις βιοτικές μέριμνες. Όπως ένα καλό κρασί, που θες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να το ανοίξεις και να το γευτείς: καλή παρέα και διάθεση.

Έτσι και το νέο βιβλίο του Ελπιδοφόρου. Σαν παλιό κρασί, η βάση δηλαδή του μυθιστορήματος, το οποίο όμως μπαίνει σε ένα υπέροχα δουλεμένο μπουκάλι, το οποίο είναι η μορφή που έδωσε στην ιστορία ενός ανεκπλήρωτου έρωτα ο προικισμένος συγγραφέας.

Το ήθελα πολύ ένα τέτοιο βιβλίο. Ειλικρινά. Ίσως να είναι το συναισθηματικό ξέσπασμα του κάθε ανθρώπου που ζει τη φρίκη της καθημερινότητας, όπως αυτή που βιώνουμε τα δύο τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Το ήθελα, γιατί αποζητούσα τη λυτρωτική συγκίνηση, το δάκρυ που βγαίνει αβίαστα από μια ιστορία συγκλονιστικά ανθρώπινη. Ίσως να είναι το δάκρυ που βρίσκεται στην άκρη του ματιού για τους δυστυχισμένους συνανθρώπους μας, όμως ένας γελοίος καθωσπρεπισμός, δυτικόφερτη επιβολή της ατσαλάκωτης εικόνας, επιβάλλει να μην μουσκέψει τα μάγουλά μας, ιδίως σε δημόσιο χώρο.

Ένα σενάριο -ο ανεκπλήρωτος έρωτας των ηρώων του μυθιστορήματος- από αυτά που μόνο η ζωή ξέρει να υφαίνει και να μας εκπλήσσει. Αυτή, εξάλλου, είναι και η μαγεία της: το απρόβλεπτο.

Και οι ανατροπές είναι πάμπολλες στο βιβλίο «Κάποτε στην Άρτα» του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη. Αυτό είναι μία από τις αρετές του μυθιστορήματος, δηλαδή το αμείωτο ενδιαφέρον από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Ένα μυθιστόρημα με αρμονικά δεμένο λόγο και θαυμαστή αφηγηματική ενάργεια, με ιδιαίτερα επιτυχημένη αναπαράσταση καταστάσεων που έλαβαν χώρα όχι μόνο στην Άρτα, αλλά και στη Λέσβο, στο Νταχάου, στην Αγγλία, στην Αθήνα.

Όλα αποτυπώνονται με έναν τρόπο πραγματικά αριστοτεχνικό: Η Άρτα του Μεσοπολέμου, με τα εμπορικά της, τη ζωοπανήγυρη, τα λαϊκά εστιατόρια, τα ανόθευτα πανηγύρια, όλα προκαλούν νοσταλγία για όσα χάθηκαν οριστικά. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στο βιβλίο: «Όταν τα όργανα έπαιζαν τα ηπειρώτικα, σειόταν η Βαλαώρα και πλάταινε ο κάμπος από την περηφάνια κι από την ευχαρίστηση που έφερναν ο χορός και το πάτημα των ποδιών στη γη. Σαν το κλαρίνο λαλούσε το ηπειρώτικο μοιρολόι ή τον σκοπό της ξενιτιάς, τα μαντίλια ένωναν τους Αρτινούς και η ψυχή ταξίδευε μέσα από τα λαγκάδια στις κοιλάδες, στους λόφους, κι έφτανε ψηλά στον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων, εκεί που οι τσοπάνηδες έπιαναν τον ρυθμό και τον σιγόπαιζαν με τη φλογέρα, για να διώξουν τη μοναξιά και να πλανέψουν τα μέρη που τους πλήγωναν και που τόσο βαθιά αγαπούσαν». Πόση θλίψη προκαλούν τα γραφόμενα, όταν αναλογιστεί κανείς τις σημερινές κακόγουστες… πολιτιστικές εκδηλώσεις ανά τα χωριά του νομού, με τις ξενόφερτες «φίρμες» και τα τσιφτετελοπόπ τραγούδια, τα αρμόνια, τα ντραμς, το κιτς στην πιο ακραία του μορφή…

Κάτι άλλο που δένει αρμονικά με το σώμα του μυθιστορήματος είναι η ύπαρξη ιστορικών πληροφοριών, όπως για παράδειγμα οι δύο συναγωγές που υπήρχαν παλιά στην Άρτα, η «Γκρέκα» και η «Κεϊλάτ Κόντες Τασσαβίμ». Το σημαντικό είναι ότι ενσωματώνονται πολύ επιδέξια αυτές οι πληροφορίες που αφορούσαν τους Εβραίους της Άρτας, χωρίς όμως να αναλώνεται ο συγγραφέας σε στοιχεία που ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει σε εξειδικευμένες μελέτες – εξάλλου στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ελληνική και ξένη βιβλιογραφία.

Ας δούμε, όμως, και τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο έρωτας. Ένας έρωτας ακατάλυτος, που νικά κάθε είδους εμπόδια, που γκρεμίζει κάθε τείχος: φυλετική καταγωγή, θρησκεία, απόσταση. Ούτε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν μπόρεσε να μειώσει την ένταση και το πάθος αυτού του έρωτα. Ακόμη κι όταν ο Παναγιώτης, το ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του βιβλίου, βρισκόταν φυλακισμένος στο κολαστήριο του Νταχάου, ακροβατώντας μεταξύ ζωής και θανάτου, ενώ η αγαπημένη του, Εσθήρ, είχε ήδη μεταναστεύσει στην Αγγλία πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και το συνακόλουθο πογκρόμ κατά των ομοεθνών της, Εβραίων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τμήμα εκείνο του βιβλίου που αναφέρεται στις προκαταλήψεις εναντίον όσων είχαν φιλικές ή επαγγελματικές σχέσεις με τους Εβραίους. «Κρυφοεβραίο», λοιπόν, χαρακτήριζε τον Παναγιώτη ο Αρτινός έμπορος-πρώτο αφεντικό του, ο Παρασκευάς, αντανακλώντας την εσωστρέφεια και την καχυποψία, που, δυστυχώς, σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να ενδημούν στον τόπο μας… «Κρυφοεβραίο» τον ονόμαζε μόνο και μόνο επειδή… τόλμησε να φύγει από τη δούλεψη ενός Έλληνα και να εργαστεί στο εμπορικό ενός Εβραίου…

Περηφάνια νιώθει ο αναγνώστης για τα εξιστορούμενα που αφορούν την αντίσταση κατά των κατακτητών (Γερμανών και Ιταλών), αλλά και αποτροπιασμό για τους δωσίλογους που συνεργάστηκαν μαζί τους. Ακόμη μεγαλύτερη φρίκη νιώθει για όσους πρόδωσαν Έλληνες και Εβραίους που κρύβονταν για να σώσουν τη ζωή τους και οδηγήθηκαν σαν ζώα στα στρατόπεδα του θανάτου της Γερμανίας και της Πολωνίας. Και, δυστυχώς, όπως σε όλη την Ελλάδα, προδότες υπήρχαν και στον τόπο μας.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα υπέροχο μυθιστόρημα, ώριμο δείγμα γραφής ενός καταξιωμένου συγγραφέα, ύμνος στην καταλυτική δύναμη του έρωτα, στην υπεράνω εθνικών και θρησκευτικών διαχωρισμών ισχύ του.

Ένα βιβλίο που σας προτείνω από τα βάθη της καρδιάς μου!

ΠΛΑΙΣΙΟ

Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, «Κάποτε στην Άρτα», Σειρά «Σύγχρονοι Έλληνες Συγγραφείς, Α΄ έκδ. 2011, επιμέλεια: Γιώργος Καμπάρας, εκδ. Στοχαστής.

* Ο Βασίλης Μαλισιόβας είναι πτυχιούχος Κλασικής Φιλολογίας και Κοινωνικής Θεολογίας του Παν/μίου Αθηνών. Εξειδικεύτηκε σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο στην Παλαιογραφία, Ιστορία, Έκδοση και Κριτική του Κειμένου. Είναι επιστημονικός συνεργάτης του Κέντρου Λεξικολογίας (επιμέλεια λεξικών Γ. Μπαμπινιώτη).