Του Χρήστου Ηλιόπουλου *
bm-bioxoi@otenet.gr,
ktimatologiolaw@yahoo.gr

Οι συνεχείς και μεγάλες ανακαλύψεις φαρμακευτικών ουσιών, που είναι προϊόν επίμονης και πανάκριβης έρευνας των φαρμακευτικών εταιρειών, συμβάλλει σημαντικά στην προστασία της υγείας εκατομμυρίων ανθρώπων, στην παράταση του προσδόκιμου ζωής και στην καλύτερη ποιότητα ζωής των ασθενών.

Ενίοτε, ωστόσο, παρατηρούνται παρανέργειες των φαρμάκων, με μικρές ή και μεγαλύτερες δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία όσων τα λαμβάνουν, που καμιά φορά, φθάνουν μέχρι και την απώλεια ζωής.

Οι περιπτώσεις αυτές είναι η μικρή εξαίρεση, καθώς ο υπερισχύων κανόνας είναι η σωτήρια δράση του φαρμάκου στην υγεία του ασθενούς. Επειδή όμως το σύστημα δικαίου των πολιτισμένων κρατών προστατεύει με αυστηρό τρόπο την ανθρώπινη ζωή, στις εξαιρετικές περιπτώσεις που αποδεικνύεται υπαιτιότητα και βλάβη της υγείας, επιβάλλονται ποινές και αποζημιώσεις εις βάρων εκείνων που παράγουν και διακινούν το φάρμακο που προκάλεσε την βλάβη.

Με την υπ’ αριθ. 625/2009 απόφασή του ο Άρειος Πάγος απέρριψε αναίρεση της αλλοδαπής εταιρείας παραγωγού φαρμάκου, καθώς και της εταιρείας που το διακινούσε στην Ελλάδα, κατά αποφάσεως του Εφετείου που τις καταδίκαζε για αδικοπραξία, σε καταβολή αποζημιώσεως, λόγω θανάτου προκκληθέντος από φαρμακευτικό σκεύασμα.

Τον Μάρτιο του 1997 μία εικοσάχρονη διεκομίσθη στο Γενικό Κρατικό Νικαίας με συμπτώματα υψηλού πυρετού άνω των 39ο, έντονο διάχυτο κοιλιακό άλγος, εμέτους και διάρροια. Αφού της έγιναν όλες οι απαραίτητες εξετάσεις και ενώ τα συμπτώματα υποχώρησαν, η ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου. Ο εφημερεύων ιατρός ρώτησε τον πατέρα της ασθενούς εάν αυτή είχε αλλεργικό ιστορικό και μετά την αρνητική απάντηση που έλαβε, συνταγογράφησε συγκεκριμένο φάρμακο (S …) με οδηγίες εάν υπάρξει επανάληψη των συμπτωμάτων να επιστρέψει η ασθενής στο νοσοκομείο.

Η χορήγηση του εν λόγω φαρμάκου από τον ιατρό απεδείχθη ότι ήταν ενδεδειγμένη, για την περίπτωση της οξείας γαστρεντερίτιδος της ασθενούς και συμφώνως με τις οδηγίες που το σκεύασμα ανέγραφε τότε, χωρίς καμία αναφορά για θανατηφόρα περιστατικά στις περενέργειες.

Μερικές ώρες αργότερα και αφού η ασθενής είχε λάβει ένα δισκίο του εν λόγω φαρμάκου παρουσίασε αλλεργικό εξάνθημα σε ολόκληρο το σώμα της και αισθανόμενη έντονη δυσφορία διεκομίσθη στο Τζάνειο Πειραιώς, όπου η κατάστασή της επιδεινώθηκε και τελικώς απεβίωσε.

Οι συγγενείς της θανούσης άσκησαν αγωγή κατά της αγγλικής εταιρείας που παρασκεύαζε και είχε την άδεια του συγκεκριμένου φαρμάκου, καθώς και κατά της ελληνικής εταιρείας που το διακινούσε στην Ελλάδα, αλλά και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής.

Το Εφετείο εξατάζοντας μάρτυρες ιατρούς και πλήθος στοιχείων και ισχυρισμών, έκρινε τελικώς ότι ο θάνατος της ασθενούς ήταν συνέπεια των παρενεργειών του εν λόγω φαρμάκου. Από τα στοιχεία προέκυψε ότι στην Αγγλία είχαν αναφερθεί 127 θανατηφόρα περιστατικά μέχρι το 1997 και σύμφωνα με κατάθεση στο δικαστήριο ιατρού, διευθυντή ειδικών λοιμώξεων στον Ευαγγελισμό, το εν λόγω φάρμακο, παρά την πολύ μεγάλη κλινική αποτελεσματικότητά του, είναι δυνατό να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες ακόμη και θάνατο στον λήπτη.

Το δικαστήριο επικέντρωσε την κρίση του στο ότι έως το 2004 στις οδηγίες του φαρμάκου δεν αναφερόταν πουθενά ως παρενέργεια η πιθανότητα θανάτου. Δέχθηκε ειδικώς ότι «… παραλείπεται η επισήμανση του γεγονότος ότι ορισμένες από τις πιο πάνω παρενέργειες μπορεί να έχουν θανατηφόρα αποτελέσματα, παράλειψη η οποία κατά τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, συνιστά παραβίαση εκ μέρους των εναγομένων [παραγωγού και διακινητή του φαρμάκου] της υποχρεώσεώς των να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας των ασθενών από τους εγγενείς κινδύνους της κυκλοφορίας του ανωτέρου σκευάσματος …».

Πουθενά δεν αναφερόταν στις οδηγίες ότι είναι δυνατόν να προκληθεί θάνατος από αλλεργική αντίδραση του ασθενούς, σημείωσε το Εφετείο, ενώ από το 2004 και μετά γίνεται ρητή πλέον μνεία ότι έχουν αναφερθεί θάνατοι.

Οι εναγόμενοι, έκρινε το δικαστήριο, ήταν σε γνώση των θανατηφόρων περιστατικών στην Αγγλία και μπορούσαν να επισημάνουν το γεγονός αυτό στον ΕΟΦ και στις οδηγίες του φαρμάκου.

Έκρινε λοιπόν το Εφετείο ότι η πρώτη εναγομένη, παραγωγός του φαρμάκου, η δεύτερη, θυγατρική της πρώτης στην Ελλάδα, αλλά και ο τρίτος, νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης, από αμέλειά τους παρέλειψαν να ενημερώσουν για την, μικρή έστω, πιθανότητα θανάτου και συνέχισαν την παραγωγή και κυκλοφορία του εν λόγω φαρμάκου.

Εάν ο θεράπων ιατρός γνώριζε την ύπαρξη αρκετών θανατηφόρων περιστατικών από τέτοια παρενέργεια, «είναι βεβαιο ότι θα χορηγούσε στην θανούσα άλλο παρεμφερές κατάλληλο φάρμακο», διεπίστωσε το δικαστήριο.

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι σε αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των συγγενών της θανούσης για την θάνάτωσή της και επεδίκασε σχετική χρηματική αποζημίωση.

* Ο Χρήστος Ηλιόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Master of Laws.