Γράφει ο Αλέξανδρος Βαναργιώτης.

«Αυτή η γενιά δεν θα ορθοποδήσει εύκολα», άκουγα τον πατέρα να λέει στη μητέρα προφητεύοντας για μας, προς το τέλος της επταετίας των συνταγματαρχών, όταν καμιά αισιόδοξη μεταβολή δεν φαινόταν στον ορίζοντα. «Σαν τα κουτσουρεμένα δέντρα είναι. Θα μαραθούν πριν την ώρα τους». Η φράση αυτή είχε χαραχθεί στη σκέψη μου και την ανέσυρα για τον εαυτό μου κάθε φορά που με έδερνε κάποιος δάσκαλος ή έπρεπε να κουρευτώ γουλί για τον φόβο της ψείρας. Θλιβόμουν, κατσούφιαζα και όταν με ρωτούσε η μητέρα «τι έχω» της απαντούσα: «Τι νά ‘χω, νιώθω σαν το κουτσουρεμένο δέντρο».

Όταν τοποθετήθηκα στο Φανάρι, στο μικρό αυτό χωριό με το κάστρο ψηλά στο λόφο που ξεμυτίζει με θράσος στην ισάδα του θεσσαλικού κάμπου, περνούσα μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου. Επιστροφή οριστικά στα πάτρια εδάφη μετά από δεκαπέντε χρόνια απουσίας, με τη μητέρα στο τελευταίο στάδιο της ανθρωποβόρας αρρώστιας. Νέες συνθήκες  ζωής, καινούριο σχολικό περιβάλλον και η συναισθηματική μου ισορροπία στον αέρα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τον Οκτώβρη που η μητέρα κατέληξε και ακολούθησε ο σκληρός χειμώνας της Θεσσαλίας. Ξερά σκαμμένα χωράφια πνιγμένα στην πρωινή καταχνιά και μες στην απέραντη μοναξιά  του κάμπου έρημα γυμνά δέντρα στο έλεος του κρύου και των ανέμων.

Στη διάρκεια του χειμώνα η πληγή μπήκε στη διαδικασία της επούλωσης, όμως η θλίψη μέσα μου γνώρισε μια αιφνίδια έξαρση. Όχι τόσο γιατί συνειδητοποιούσα ότι τα καλοκαίρια περισσότερο τα περιμένουμε παρά έρχονται· στη διάψευση αυτή είχα εμβαθύνει σχεδόν από την ηλικία που μαθαίνουμε ότι δεν φέρνει ο Άι Βασίλης τα δώρα. Ο λόγος  έμοιαζε αστείος. Οι άνθρωποι μιας παρακείμενης κοινότητας, για να πάρουν λίγα παραπάνω ξύλα και να τα πουλήσουν σε έναν τοπικό ξυλέμπορο, κλάδεψαν φριχτά και ανάλγητα τα δέντρα στις άκρες του δρόμου, κάτι λεπτεπίλεπτες ακακίες, κάτι πανέμορφα σφεντάμια και μερικές σφιχτόκορμες σκαμνιές, ενώ περίμενα ότι σε λίγο θα γέμιζαν με άνθη και φύλλα και θα ήταν μια παρηγοριά. Αυτό το άχαρο κουτσούρεμα, που έκανε το πάνω μέρος τους να μοιάζει με πλάτη σκαντζόχοιρου, ανέσυρε όλες τις τραυματικές παιδικές μου μνήμες. Θυμήθηκα σχέδια και όνειρα που δεν πραγματώθηκαν ποτέ. Επιθυμίες που έπνιξε η ανάγκη. Τραύματα εντέλει ανεξίτηλα που σημάδεψαν τη γενιά μου, έστω και αν πολλοί ισχυρίζονται ότι δεν συγκρίνονται με τα τραύματα που γνώρισαν άλλες παλιότερες γενιές. Μπορεί νά ‘χουν δίκιο, όμως ο καθένας τις δικές του πληγές νιώθει και αυτές τον καθορίζουν.

Με το καθημερινό δρομολόγιο συνήθισα την εικόνα. Με κέρδισαν τα στάρια και τα τριφύλλια που μέστωναν καθώς και τα πολύχρωμα χαμολούλουδα που έδιναν μια παραδείσια αίγλη στην πρώην κρύα και ξερή γη. Όπως προχωρούσε όμως η άνοιξη είδα σιγά σιγά να συντελείται το θαύμα. Τα κουτσουρεμένα και βαθιά πληγωμένα δέντρα πέταξαν νέους βλαστούς και κατά τα μέσα της άνοιξης φούντωσαν και κυριάρχησαν πάλι στο τοπίο, γεμίζοντας χαρά και ελπίδα την καρδιά μου. Ένιωθα σαν παιδί που άρχισε ξανά να πιστεύει στα θαύματα. Μόνο μια μικρή σφενδάμη δεν τα κατάφερε. Έμεινε χωρίς φύλλα, οι βαθιές πληγές της δεν επουλώθηκαν και με τον καιρό ξεράθηκε.

 

Αλέξανδρος Βαναργιώτης