Συνέδριο «Βελτιστοποίηση παραγωγής και προώθησης ελαιολάδου και ελαιουργικών προϊόντων», Λέσβος.

Σημαντικά είναι τα αποτελέσματα του συνεδρίου «Βελτιστοποίηση παραγωγής και προώθησης ελαιολάδου και ελαιουργικών προϊόντων», που πραγματοποιήθηκε στη  Λέσβο τον περασμένο Νοέμβριο, στο πλαίσιο της Ελληνογερμανικής Συνέλευσης, από το Ελληνογερμανικό Δίκτυο «Περιφέρειες, Δήμοι, Άνθρωποι».

Υφιστάμενη κατάσταση

Η νήσος της Λέσβου αποτελεί με περίπου 11 εκ. ελαιόδεντρα και μια ετήσια παραγωγή 12 εκ. τόνων ελαιολάδου, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν όσοι επιθυμούν να εξαγάγουν ελληνικό ελαιόλαδο στις ευρωπαϊκές αγορές. Τέτοιες δυσκολίες είναι: το υψηλό κόστος μεταφοράς του ελαιολάδου στη Δυτική Ευρώπη (18% επιπλέον κόστος) ή και το γεγονός, ότι οι περισσότεροι ελαιώνες είναι ιδιοκτησία μικροκαλλιεργητών. Επειδή πολλοί ελαιώνες βρίσκονται σε πλαγιές, είναι σχεδόν αδύνατον να χρησιμοποιηθούν μηχανήματα κατά τη σοδειά.
Ταυτόχρονα, οι συνεταιρισμοί υπολειτουργούν, ενώ συμπράξεις μεταξύ των ελαιοπαραγωγών είναι ανύπαρκτες. Επιπλέον, υπάρχει ελάχιστη έως καμία συνεννόηση ως προς την κατάληξη σε μια ΠΟΠ (Προστατευμένη Ονομασία Προέλευσης), για έναν κοινό σχεδιασμό μάρκετινγκ και για μια κοινή πολιτική πωλήσεων του τοπικού ελαιολάδου.
Η συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι, μόνο 2,5% της ετήσιας παραγωγής της Λέσβου να καταλήγει με ιδία συσκευασία στα σούπερ-μάρκετ και μόνο 1,5% στα καταστήματα βιολογικών προϊόντων. 20 έως 25% του ελαιολάδου χρησιμεύει για ιδιοκατανάλωση. Περίπου ¾ του ελαιολάδου πωλείται χύμα σε μια μέσο όρο τιμή 1,70 Ευρώ ανά λίτρο.
Μεγάλες ποσότητες αγοράζουν ιταλικές επιχειρήσεις προκειμένου να αναβαθμίσουν με το ποιοτικά ανώτερο ελληνικό ελαιόλαδο, την ποιότητα του δικού τους (20% του ιταλικού ελαιολάδου θεωρείται ότι είναι ελληνικής προέλευσης). Λόγω αυτής της συναλλαγής, οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους και συνεισφέρουν στην εδραίωση της ήδη ισχυρής θέσης των Ιταλών στην γερμανική αγορά: η εισαγωγή ελαιολάδου από την Ιταλία ανέρχεται σε 70%, ενώ μόλις 10% από την Ελλάδα και σε αντίστοιχο ποσοστό από την Ισπανία.  Η μονοπωλιακή θέση του ιταλικού ελαιολάδου αναπτύχθηκε επί δεκαετίες σε συνεργασία με γερμανικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Η σύναψη συμφωνιών (όγκος παράδοσης, τιμή και ποιότητα ελαιολάδου) δημιούργησε μια βάση εμπιστοσύνης που διαρκεί εκ τότε.

Ευκαιρίες του ελληνικού ελαιολάδου στην αγορά της Δυτικής Ευρώπης

Το ελληνικό ελαιόλαδο θα πρέπει να αποκτήσει στο εξωτερικό ένα δικό του, αναγνωρίσιμο «πρόσωπο», με μια ΠΟΠ, π.χ. «Ελαιόλαδο Λέσβου“, „Ελαιόλαδο Κρήτης“, „Ελαιόλαδο Καλαμάτας“. Η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης θα πρέπει να γίνεται αποδεκτή απ’ όλους του ελαιοπαραγωγούς, και για το σκοπό αυτό, να υπερπηδηθεί η κατάσταση ανταγωνισμού και να δημιουργηθεί ένα υπόβαθρο συνεργασίας. Το εμπορικό επιμελητήριο Λέσβου  και η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου οφείλουν αναλάβουν μια πρωτοβουλία. Μέρος αυτής της πρωτοβουλίας θα πρέπει να είναι ο καθορισμός των ποιοτικών προδιαγραφών που θα δεσμεύουν κάθε παραγωγό που επιθυμεί να πωλήσει το ελαιόλαδό του με μια κοινή ετικέτα.
Οι ποιοτικές προδιαγραφές θα πρέπει να προσανατολίζονται στις απαιτήσεις της αγοράς στόχου. Στην γερμανική αγορά, π.χ. μόνο τα προϊόντα της υψηλότερης ποιοτικής κατηγορίας „Εξαιρετικά Παρθένο Ελαιόλαδο“ έχουν μια ευκαιρία. Το 70% όμως (σύμφωνα μ’ άλλες δηλώσεις, το 90%) της παραγωγής της Λέσβου είναι απλά „Παρθένο Ελαιόλαδο“. Ωστόσο, θα μπορούσε να επιτευχθεί η υψηλότερη ποιοτική κατηγορία. Για το σκοπό αυτό, οι ελαιοπαραγωγοί θα πρέπει να μετεκπαιδευτούν και να βρεθούν νέες αγορές. Για τους σκοπούς αυτούς, απαιτείται μια κοινή στρατηγική μάρκετινγκ, μια ενιαία συσκευασία, προσωπικοί πωλητές του προϊόντος στο εξωτερικό, η διασφάλιση διαφάνειας, από τη δημιουργία του προϊόντος έως τη διάθεση στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η διαφάνεια αυτή θα σήμαινε, την παραγωγή του ελληνικού ελαιολάδου από μικροπαραγωγούς που καλλιεργούν ελαιώνες σε πλαγιές και πρανείς τοποθεσίες. Συνεπώς, η τιμή παραγωγής θα είναι υψηλότερη από π.χ. του ιταλικού ή ισπανικού ελαιολάδου, επειδή στις χώρες αυτές  συμβάλλουν στη διαμόρφωση της τιμής, το μέγεθος των επιχειρήσεων και οι γεωγραφικές συνθήκες που επιτρέπουν την χρήση μηχανημάτων κατά τη σοδειά.

Mάρκετινγκ του ελληνικού ελαιολάδου

Ούτε αυτά τα δεδομένα αλλά ούτε και η ενδεχομένως υψηλότερη τιμή θα ήταν για το ελληνικό ελαιόλαδο ένα μειονέκτημα, αν μπορούσε να βρεθεί ο τρόπος πρόσβασης του ελαιολάδου προς τους καταναλωτές, π.χ. με επιμέρους ιστορίες των ελαιοπαραγωγών: από πότε η οικογένεια καλλιεργεί ελαιόδεντρα, τι τη συνδέει με την ελιά, πως καλλιεργούνται τα ελαιόδεντρα και πως γίνεται η σοδειά της ελιάς, ποια η διαδικασία παραγωγής ελαιολάδου.  Η προβολή μέσω διαδικτύου και η συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις ή σε εκδηλώσεις γευσιγνωσίας είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Ένα επιπλέον σημαντικό μέρος της διαφημιστικής εκστρατείας είναι οι τουρίστες, που επισκέπτονται την Ελλάδα ή τη Λέσβο. Μελέτες έδειξαν, ότι ο τρίτος σημαντικότερος λόγος για τους Γερμανούς παραθεριστές να ταξιδέψουν σε μια ξένη χώρα, είναι η απόλαυση των τοπικών προϊόντων. Βάσει αυτής της προθυμίας θα μπορούσαν να εκδοθούν γαστρονομικοί ταξιδιωτικοί οδηγοί, να διοργανωθούν γαστρονομικά, θεματικά ταξίδια, να αναπτυχθούν ο αγροτουρισμός και οι περιφερειακές αγορές, να οργανωθούν περιηγήσεις στους ελαιώνες (18 από 30 προγραμματισμένες περιηγητικές διαδρομές υποτίθεται ότι έχουν ολοκληρωθεί) και γαστρονομικές περιηγήσεις κ.ά..
Αυτό το είδος τουρισμού θα οδηγούσε σε μια επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν, αλλά πρόκειται να επιτύχει μόνο εάν όλοι οι ενδιαφερόμενοι στην περιφέρεια συμμετάσχουν: ξενοδοχεία, γαστρονομικές επιχειρήσεις, διοικήσεις, επιχειρήσεις επεξεργασίας τροφίμων, πολιτιστικοί φορείς και φορείς περιφερειακής ανάπτυξης.
Το ελαιόλαδο από τη Λέσβο θα πρέπει να διατίθεται προς πώληση σ’ όλο το νησί – ακόμη και στα ξενοδοχεία. Η ιστορία του ελαιολάδου θα πρέπει να κοινοποιείται μέσω φυλλαδίων, θεματικών βραδιών, περιηγήσεων και/ή μουσεία.
Αποτέλεσμα μιας τέτοιας γνωριμίας με το ελαιόλαδο θα ήταν, οι τουρίστες μετά την επιστροφή στην πατρίδα τους, να αναζητήσουν το ανάλογο ελαιόλαδο. Παρόλο που η κατανάλωση ελαιολάδου στην Γερμανία αυξάνεται συνεχώς και βρίσκεται σε 0,85 λίτρα ανά άτομο ετησίως, υπάρχουν ακόμη περιθώρια περαιτέρω αύξησής της.