Γράφει ο Νίκος Κοτζιάς*.

Ο τρόπος που διεξάγεται η συζήτηση γύρω από τη Λίστα Λαγκάρντ και τις συνέπειές της, συσκοτίζει τις στρατηγικές που ακολουθεί το κυρίαρχο σύστημα σήμερα. Ταυτόχρονα, τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται τα γενικότερα πλαίσια εντός των οποίων εντάσσεται αυτή η υπόθεση.

Πιο σοβαρό θέμα από εκείνο της «εσωτερικής» αριθμητικής της λίστας Λαγκάρντ είναι «ο εξωτερικός παράγοντας» που συνδέεται με αυτήν. Ουδείς μπορεί να αποκλείσει ότι οι Γαλλικές υπηρεσίες πιθανά να κράτησαν εκτός παραδοτέας ύλης ονόματα «ιδιαίτερης αξιοποίησης» για εκείνους ή πρόσωπα με ειδικές διασυνδέσεις μαζί τους. Κάτι ανάλογο έπραξαν και πράττουν οι Γερμανικές αρχές που κατακρατούν την πολύ σημαντικότερη για την Ελλάδα «λίστα Χριστοφοράκου» προκειμένου να κάνουν τα εκβιαστικά τους παιχνίδια. Θυμίζω ότι η λίστα Χριστοφοράκου δεν αφορούσε φοροδιαφυγή ή, έστω, φοροκλοπή, αλλά ονόματα διαφθαρμένων πολιτικών που κυριολεκτικά τα έπαιρναν από τους Γερμανούς.

Σημαντικότερο της αριθμητικής και «του εξωτερικού παράγοντα», είναι η στρατηγική που κρύβεται πίσω από την Λίστα Λαγκάρντ. Αυτή  έχει κατά τη γνώμη μου, τρία κύρια συστατικά:

Πρώτον, ο τρόπος χειρισμού της λίστα Λαγκάρντ και εκείνης του Χριστοφοράκου, είναι κομμάτι μιας γενικότερης στρατηγικής που έχει επιλέξει το κυρίαρχο σύστημα. Σύστημα που ονομάζω ως Σύστημα Παρακμής. Αυτό συναποτελείται από το συντηρητικό Βερολίνο, τμήματα της κυβέρνησης καθώς και της διαπλοκής. Το Σύστημα Παρακμής ασφαλώς επιθυμεί να ελέγξει τις εξελίξεις. Προς το σκοπό αυτό, επιδιώκει να αναπτύξει μια πολιτική πρωτοκαθεδρίας (ηγεμονίας δεν είναι σε θέση) στην αντιμετώπιση της κρίσης. Να εμφανιστούν, δηλαδή, οι δυνάμεις που οδήγησαν τη χώρα σε κρίση και παρακμή, ως οι δυνάμεις οι οποίες θα την οδηγήσουν σε ανάκαμψη. Να εμφανιστούν, οι υποκριτές της διαπλοκής και χρηματοδότες της διαφθοράς ως αυτοί που θα μας απαλλάξουν από τα δεινά της διαπλοκής και της διαφθοράς.

Δεύτερον, προκειμένου να πετύχει η στρατηγική του κυρίαρχου συστήματος Παρακμής ώστε να εμφανιστεί εκείνο ως η δύναμη αλλαγής και εχθρός του κατεστημένου, δεν έχει κανένα πρόβλημα να «θυσιάσει» αν χρειαστεί όποιον από τους καναλάρχες, επιχειρηματίες, ή άλλα στηρίγματα της διαπλοκής δεν τους ακολουθήσει. Μπορεί δε να κάνει τέτοιες «θυσίες», προκειμένου να πετύχει εκείνο που πρωτίστως επιθυμεί, ιδιαίτερα το Βερολίνο. Επιθυμία και στόχοες είναι η υποταγή της ελληνικής Ολιγαρχίας στις επιδιώξεις του. Η αναδιάταξη, ακόμα, του επιχειρηματικού κόσμου με ανθρώπους που βρίσκονται πιο κοντά του.

Το Σύστημα παρακμής, προκειμένου να γίνει πειστικό πρέπει να δώσει «θύματα». Τόσο για να πειστεί η κοινή γνώμη για την «κάθαρση», όσο και προκειμένου να μην έχουν καμιά αμφιβολία εκείνα τα τμήματα της διαπλοκής που δεν προσαρμόζονται, ότι σύντομα θα βρεθούν ανάμεσα στους χαμένους αν δεν κάνουν έγκαιρα «τις ορθές επιλογές». Αν πάλι προσαρμοστούν, υπάρχουν δάνεια και μπίζνες για αυτούς.

Τρίτον, η στρατηγική του Συστήματος Παρακμής εμπεριέχει το στοιχείο της αναδιάταξης του κυρίαρχου πολιτικού και οικονομικού κατεστημένου της χώρας. Με τρόπο ασφαλώς ελεγχόμενο. Αλλά και με τρόπο που θα δίνει «εχθρό» στους πολίτες. Σε αντίθεση με τις καμπάνιες των τελευταίων τριών ετών, όπου «ο εχθρός» ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι εργαζόμενοι στη βουλή, οι απεργοί της ΔΕΗ, οι αγρότες που μοίραζαν τρόφιμα, ο σημερινός εχθρός που παρουσιάζει το Σύστημα, πρόκειται για σειρά διαφθαρμένων και διαπλεκομένων, για πραγματικούς εχθρούς. Όχι ασφαλώς τους μοναδικούς και κατά κανόνα «ψόφιους». Το σύστημα, δηλαδή, αποσκοπεί να δώσει «ξηρά» τροφή στο θυμό του λαού παριστάνοντας ότι αλλάζει ώστε να διατηρήσει ανενόχλητα τις κυρίαρχες θέσεις του.

Η δημοκρατική αντιπολίτευση δείχνει να μην έχει κατανοήσει την αλλαγή στις τακτικές του κυρίαρχου συγκροτήματος και τις προσαρμογές που απαιτεί το Βερολίνο από την ντόπια διαπλοκή. Είναι επείγον να διδαχτεί από το τι συνέβη το ’89. Σε αντίθεση με τότε έχει δίκαιο να θεωρεί ότι πρέπει τα στηρίγματα του συστήματος να καταδικαστούν πολιτικά και ορισμένοι από αυτοί ποινικά. Από την άλλη, όμως, δεν πρέπει να χάσει από τα μάτια της τη μεγάλη εικόνα και την προσπάθεια αναδιάταξης του όλου συστήματος από τις δυνάμεις της παρακμής με τρόπο που να διασφαλιστεί η επιβίωσή του. Η ελεγχόμενη «αλλαγή» για να μείνουν όλα ίδια, αποτελεί, αυτή τη στιγμή, το κύριο πολιτικό ζήτημα.

 

 

*Ο Νίκος Κοτζιάς σπούδασε οικονομικές επιστήμες (πτυχίο), πολιτική και φιλοσοφία (μεταπτυχιακά), δίκαιο, καθώς και πολιτική της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης (διδακτορικό και post-doc) στην Ελλάδα και στη Γερμανία.
Εργάστηκε ως ερευνητής και δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Χάρβαρντ, της Οξφόρδης και του Μαρβούργου. Σήμερα είναι καθηγητής «Πολιτικών Θεωριών των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών» στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Διετέλεσε πρόεδρος του Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ). Υπήρξε μέλος της FEG (Ερευνητική Ομάδα για την Ε.Ε.) στο Μαρβούργο Γερμανίας, Senior Associated Member στο St. Antony’s College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Senior Fellow στο Weatherhead Centre for International Affairs του Χάρβαρντ.