Γιάννης Δελόγλου
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ.

Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια: Λαογραφικά του Πόντου.

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου.

ΣΤΟΥΤΓΑΡΔΗ. Ένας μεγάλος και αληθινός ύμνος, πραγματικός ψαλμός, μια βαθειά εισπνοή στα άδυτα της ζωής των ανθρώπων που δεν γνώρισαν κινηματογράφο, αεροπλάνο, τηλέφωνο, τηλεόραση, αλλά γνώρισαν και έζησαν την αγνή ζωή με δική τους σοφία, με δικές τους μαρτυρίες, που πήγασαν μέσα από το ανεξάντλητο βάθος του μεγαλείου τους και ένα βήμα έκφρασης στους κόλπους της νεολαίας, είναι για όλους μας το νέο βιβλίο της λαογράφου Ελσας Γαλανίδου – Μπαλφούσια, μέλους της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών με τίτλο «Λαογραφικά του Πόντου», «από όσα μου είπαν και … άλλα».

Όμως γιατί αυτή η νεανική πνευματική ψυχή μας φέρνει στους δρόμους της ιστορίας και της παράδοσης του μαρτυρικού Πόντου κάνοντας ένα απολογισμό λατρείας για τον τόπο που όρθωσε τον Χριστιανισμό και τον λάτρεψε με βάθος και πάθος ο Ποντιακός Ελληνισμός σε χρόνια δύσκολα και καιρούς επικίνδυνους;

Γιατί αυτή η χαριτωμένη φιλόλογος μας βάζει σε προβληματισμούς για κάτι που είχαν οι δικοί μας και χαίρονται κάποιοι άλλοι και μάλιστα αλλόθρησκοι;

Γιατί αυτή η ανοιχτή καρδιά μας ταξιδεύει στα βάθη τής φυλής μας, δίνοντας τον εαυτό της ως παράδειγμα, αλλά και αναζητεί την πλούσια κληρονομιά του Ποντιακού χώρου με λαογραφικά που πρέπει να κληρονομήσουν όλοι οι Έλληνες; Μήπως για να θυμηθούμε τις ρίζες μας, αφού πέρα από κάθε άλλη εκδήλωση αυτό που μας φέρνει πιο κοντά είναι η παράδοση;

Μήπως υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα που ξεχάστηκαν από το πέρασμα του χρόνου και την ευμάρεια της εποχής και μας οδήγησαν στη λησμονιά;

Ή μήπως είναι καιρός να πάρουν την σκυτάλη νέοι με σκέψεις και θέληση γερόντων από τους γέροντες με νεανική σκέψη;

Το βιβλίο αυτό που ξεχειλίζει από αγάπη και ανθρωπιά αποτελεί μια «ακτινογραφία» βιωμάτων με νοηματική καθαρότητα και συμπύκνωση. Στις σελίδες του ο αναγνώστης χαίρεται τη δροσιά και τον αυθορμητισμό τής γραφής, στοιχείο που έλκει το ενδιαφέρον να το διαβάσουν όσοι αναζητούν μια «ψυχογραφική» γεύση.

Αφού μας αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια τους πληροφορητές της, μας δίνει και την ταυτότητά της για να γνωρίσουμε από κοντά αυτό το υπέροχο μυαλό που κρύβεται στο κεφάλι τής Ελσας. Αλλά και ο κορυφαίος παράγοντας του παγκόσμιου οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού και επίτιμος πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ποντίων Ευρώπης, ΗΠΑ, Καναδά Χρήστος Γαλανίδης (αδελφός της συγγραφέως), αναφέρει στον πρόλογό του ότι γράφει όλα όσα της εμπιστεύτηκαν οι ξεριζωμένοι Πόντιοι της πρώτης γενιάς.

«Η αγαπημένη μας Ελσα δεν θέλησε να κρατήσει τίποτε για τον εαυτό της, μια και ο προφορικός λόγος δεν μεταφέρεται σε πολλούς και μετά ξεχνιέται. Αντί τη σιωπή του λόγου, προτίμησε την κραυγή του γραπτού κειμένου» καταλήγει ο οικονομολόγος και πολιτικός μηχανικός Χρήστος Γαλανίδης.

Η Ελσα μας θυμίζει τις θέσεις του πνευματικού ανδρός Δημήτρη Ψαθά με δύο άρθρα του στην «Ελευθεροτυπία» 8/7/1978 «Το παιδίον το Λαζίον» και το άλλο 3/10/1978 «Ποιος Ηλίθιος».

Μεταξύ άλλων τονίζει ο Δημ. Ψαθάς: «Αυτά, που λέτε, Πόντιοι αδελφοί. Μια φορά κι ένα καιρό είμαστε οι «αούτηδες». Εδώ και μισό αιώνα όμως πήραμε τα πάνω και σήμερα δεν κοροϊδεύει πια κανείς, αλλά όλοι τιμούν … το παιδίον το Λαζίον …». Και αλλού: «Οι Πόντιοι είναι πασίγνωστοι για τον τολμηρό χαρακτήρα τους, για τον ηρωισμό τους και για την παροιμιώδη φιλοξενία τους. Δεν λέω για την εργατικότητα και την εξυπνάδα τους στο εμπόριο και την βιομηχανία, όπου κατάκτησαν, ως πασίγνωστον, μια ζηλευτή θέση …»,

«… ποιος ηλίθιος, λοιπόν, μάζεψε όλα τα ξένα ανέκδοτα και τα φόρτωσε στους Ποντίους; Αλλά πρόκειται τάχα για ηλιθιότητα ή για κακοήθεια που έχει κάποιους άγνωστους, βαθύτερους λόγους;».

Όμως η Ελσα σε αυτό της το βιβλίο με τα λαμπρά και αγνά ανέκδοτα, δίνει μετωπική απάντηση στους μακαρίως κοιμώμενους αλεξιπτωτιστές της ευκαιρίας. Δίνει απάντηση στην προμελετημένη και προκατειλημμένη ανάρμοστη συμπεριφορά σε όσους συνεργούν και στο «μάζεμα του δημοσιογραφικού τραχανά» που απλώνουν τα σκάρτα φυλλάδια.

Κάνει αναφορά στην οικονομική ζωή στον Πόντο, τους μεγάλους τραπεζικούς και εμπορικούς οίκους, την οικογενειακή ζωή, την αγάπη, την εκτίμηση, τον θαυμασμό και τον σεβασμό που υπήρχαν μέσα σε κάθε σπίτι. Πώς γινόταν οι προξενιές, η επιλογή της νύφης, οι γάμοι. Όλα αυτά και πολλά άλλα με αναλύσεις, αφού διέφεραν τα έθιμα σε κάθε περιοχή του Πόντου. Μας φέρνει στις ορεινές περιοχές, τα λεγόμενα Παρχάρια, την ζωή της Παρχαρομάνας με δίστιχα που δίνουν την εικόνα της ευτυχισμένης εξοχικής ζωής των Ποντίων, όπου ετοίμαζαν πολλά αγαθά για τα νοικοκυριά τους.

«Παρχάρα ας έεις τα μάραντα, ας έεις τα μανουσάκια σ’, ας έεις τα κρύα τα νερά σ’ και τ’ έμορφα τ’ ομάλια σ'». Και υπάρχουν βέβαια τα δημοτικά τραγούδια «Αϊλί εμάς και βάϊ εμάς, πάρθεν η Ρωμανία», «Η κόρ’ επήεν σον ταρχάρ’, να γίνεται Ρομάνα και κυνηγός θα γίνουμαι, για τ’ ατέναν’σ σ’ ορμάνια», «Ανάθεμα και τα μακρά, όθεν κι πάει λαλία, τ’ ομάτια μ’ εσκοτείνεψαν ας’ σην αροθυμίαν».

Σημαντικό ρόλο είχαν στα έθιμα του Πόντου και τα ρόδια. Ξεσκονίζοντας τη μνήμη της η λαογράφος Ελσα Γαλανίδου – Μπαλφούσια, αναφέρει την χρησιμότητα του ροδιού ως επιτραπέζιου φρούτου, αλλά και την χρησιμοποίησή του στα κόλλυβα. Γίνεται λόγος και στη μυθολογία, όπου το χρησιμοποιούσε ο Πλούτωνας στην Περσεφόνη ως μαγικό είδος για να την κρατάει κοντά του.

Για πολλούς ο Πόντος είναι η πατρίδα πολλών μαρτύρων του χριστιανισμού. Οι Πόντιοι, πιστοί στη θρησκεία, γέμισαν τον τόπο τους με εκκλησίες, εξωκκλήσια και μοναστήρια. Δεν είναι λίγες οι εκκλησίες που σώζονται μέχρι σήμερα. Εκεί ήταν και τα μεγάλα μοναστήρια της Παναγίας Σουμελά, του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, του Βαζελώνος και άλλα. Μέσα όμως από τη θρησκεία υπάρχουν οι συνήθειες και τα διάφορα έθιμα «Χριστός ‘γεννέθεν; Χαρά’σ σον κόσμον», «Σ σην έμπαν είναι τα Κάλαντα και ‘σ σ’ έξ τα Φώτα», δηλ. στην είσοδο του Γενάρη είναι η Πρωτοχρονιά και στις έξι τα Θεοφάνια, Καθαρή Δευτέρα, το κάψιμο του Ιούδα, τα πασχαλινά αυγά και η Πεντηκοστή, ήταν γιορτές και συνήθειες που ευλαβικά διατηρούσαν και διατηρούν οι Πόντιοι, όπως και όλοι οι Ορθόδοξοι Έλληνες.

Πολλά αναφέρει για την Ποντιακή διάλεκτο, την οποία διατηρούν μέχρι σήμερα Πόντιοι σ’ όλα τα μέρη του κόσμου. Για να μας φέρει πιο κοντά, μας μεταφέρει τη σκέψη της. Σήμερα είτε εδώ είμαι, είτε θα βρισκόμουν στον Πόντο και έστελνα τον ανιψιό μου να ψωνίσει (όπως είπε και στο δικό του ανιψιό ο δημοσιογράφος Φόρης Πεταλίδης) θα του έλεγα: «Ρίζα μ’ Γιάννε, όντες κατηβαίντς’ς σην Αθήναν (Τραπεζούνταν) δέβα έπαρ’ με ας σην Ηλεκτρονικήν έναν τηλεόρασιν Φίλιπς, έναν τηλέφωνον Νόκια, χαντς φρι θα άς έχ, να επαρώ και συντζαίνω με τον Κύρη σ’ όντες κατ’ θέλω, κι όντες κλώσκεσαι οπίσ’ έμπα απέσ’ς σο Σούπερ Μάρκετ και έπαρ με έναν Tide να πλύνω τα λώματα και να μη ανασπάλτς να φερτς με γκοφρέτας Μαρς και δίγ’ ατα σα παιδόπα τη πολυκατοικίας ίμ’ να χαρεντίζ ατα».

Και τι δε γράφει και τι δεν αναφέρει. Συνδυάζει κάποιες αρρώστιες με την παράδοση στην μητροπολιτική Ελλάδα και τον Πόντο, αλλά και δίνει τόνο και σημασία σε ονομασίες που είχαν διαφορετική ακουστική για το ίδιο αντικείμενο. Μας μεταφέρει στην πλούσια κουζίνα, μια ακόμα τελετή για την Πόντια, αμά Λισάφ μερ εν τω τσεμέν;

Στο ίδιο πάντα τραπέζι και η ιατρική με τα διάφορα γιατροσόφια. Θυμίζει το 17ο Φεστιβάλ Ποντιακών χορών νεολαίας Σάββατο 6 Ιουνίου 1998 στο Wuppertal που διοργάνωσε η ΟΣΕΠΕ (σχετικό ρεπορτάζ κάλυψα προσωπικά) και προτρέπει: «Η Ελλάδα βρίσκεται εκεί, στον απόδημο Ελληνισμό. Συμπαρασταθείτε και προσωπικά και υλικά».

Δεν γράφει για την μεγάλη της προσφορά με εισηγήσεις, στις συνδιασκέψεις νεολαίας και στα σεμινάρια ιστορίας που γέμισε γνώσεις μικρούς και μεγάλους στη Γερμανία, Ενέσπαλες Λισάφ; Η μεγάλη της όμως προσφορά μέσα από αυτό το βιβλίο μας κάνει υπερήφανους γιατί μας κεντρίζει την μνήμη, γιατί μας προσγειώνει στις ρίζες μας και μέσα από ένα θησαυρό με κάθε είδους πολύχρωμα διαμάντια, που είναι τα ανέκδοτα και οι παροιμίες του Πόντου.

«Την γραίαν είπαν ατεν, ‘σ σον ουρανόν χαρά ίνεται, κι εκείνε πα’ ερώτεσεν, η σκάλα αποθενγικαν πάει».

«Τη παλαλού το τερτ κανείς κ’ είχεν κι ο παλαλόν για τ’ ούλτς ενούνιζεν».

«Οσπίτ που κ’ έχτισεν και χαράν που ‘ επεί εν, ας σον κόσμον τίδεν κι εξέρ».

«Ελα ση χορτασμέν την κοιλίαν εχωρούν σαράντα Βούκας κι άλλο».

Και άλλα πολλά σε αυτό το κόσμημα της λογοτεχνίας, της ακούραστης Ελσας Γαλανίδου – Μπαλφούσια.