Το Μέτσοβο πανοραμικά

Για να γνωρίσουμε την Πατρίδα μας Ελλάδα

Ήπειρος
Μέτσοβο: Μοναδικός προορισμός με πλούσια ιστορία

Ξεναγήσεις από τον δημοσιογράφο
Αποστόλη Ζώη

Το Μέτσοβο είναι μια από τις γραφικές παραδοσιακές πόλεις της Ελλάδας. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 1.156 μ. και βρίσκεται σε μια από τις ψηλότερες βουνοκορφές της Πίνδου, στο μεταίχμιο των ορίων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας.

Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας με πληθυσμό γύρω στους 6.000 κατοίκους. Σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος ΕΓΝΑΤΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, το Μέτσοβο αναφέρεται για πρώτη φορά το 1380 μ.Χ. στο χρονικό των αυταδέλφων Φιλανρωπηνών Πρόκλου και Κομνηνού.

Αρχικά ήταν ένας μικρός συνοικισμός ποιμένων. Αργότερα, λόγω της σημαντικής γεωγραφικής του θέσης έτυχε ιδιαιτέρης προνομιακής μεταχείρισης, που συνέβαλε στην επιβίωση και επιτάχυνε τους ρυθμούς της πολυσχιδούς ανάπτυξης σε δύσκολους καιρούς.

Αναφέρεται ότι το 1430 μ.Χ. χορηγήθηκαν προνόμια στους Μετσοβίτες από τον Σουλτάνο Μουράτ τον Β’ ως επιβράβευση της καλής συμπεριφοράς των Μετσοβιτών φυλάκων του Ζυγού προς τα τουρκικά στρατεύματα του Σινάν Πασά, που κατευθυνόταν στα Γιάννινα. Ανανέωση των προνομίων αυτών έχουμε το 1659 από τον Σουλτάνο Μεχμέτ το Δ’. Με βάση τα προνόμια αυτά το Μέτσοβο και τα γύρω χωριά Μαλακάσι, Μηλιά, Ανήλιο, Βοτονόσι, Παλιά Κουτσούφλιανη (Πλατάνιστος) και Δερβεντίστα (Ανθοχώρι) αποτέλεσαν ένα είδος ομοσπονδίας, μια αυτόνομη δημοκρατική πολιτεία μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το Μέτσοβο πανοραμικά

Τα προνόμια του Μετσόβου καταργήθηκαν το 1795 από το συγκεντρωτικό κράτος του Αλή Πασά. Εξαίρεση αποτέλεσε η Πατριαρχική Εξαρχία, η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1924. Το 1700 μ.Χ. ιδρύθηκε στο Μέτσοβο ιδιοσυντήρητο ελληνικό σχολείο, που αναδείχτηκε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παιδείας, όπου δίδαξαν οι επιφανέστεροι δάσκαλοι της εποχής. Μεγάλη καταστροφή υπέστη το Μέτσοβο στις 27 Μαρτίου 1854 από τα τουρκικά στρατεύματα του Αβδή Πασά. Πρόκειται για τον περίφημο «Χαλασμό του Γρίβα».

Η πρόοδος που σημειώθηκε στο Μέτσοβο μετά την καταστροφή του Γρίβα οφείλεται στους πολλούς ευεργέτες που ανέδειξε η πόλη, οι οποίοι με τα πλούσια κληροδοτήματα που άφησαν, το στήριξαν οικονομικά.

Το Μέτσοβο απελευθερώθηκε από τον Τουρκικό Ζυγό στις 31 Οκτωβρίου 1912 από δυνάμεις του τακτικού Ελληνικού στρατού, των Κρητών εθελοντών προσκόπων και των Hπειρωτών εθελοντών.

Αποφασιστικής σημασίας γεγονός για τη σύγχρονη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του Μετσόβου αποτελεί το Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα, που δημιουργήθηκε το 1948, από τον ίδιο τον Ευεργέτη με την παρακίνηση και ενθάρρυνση του Ευάγγελου Αβέρωφ Τοσίτσα.

Στους μεγάλους άνδρες του Μετσόβου συγκαταλέγονται: ο Μετσοβίτης νεομάρτυς Νικόλαος (+17 Μαϊου 1617), οι Διδάσκαλοι του Γένους Νικόλαος Τζαρτζούλης, Παρθένιος Κατζιούλης, Δημήτριος Βαρδάκας, Τρύφων ο ιερομόναχος, Αδάμ Τσαπέκος, οι Εθνικοί Ευεργέτες Γεώργιος Αβέρωφ, Νικόλαος Στουρνάρας, Μιχαήλ Τοσίτσας, Τριαντάφυλλος Τσουμάγκας, Κυριάκος Φλόκας, Βαρώνος Μιχαήλ Τοσίτσας, οι Εθνικοί αγωνιστές Δημήτριος Ίπατρος, Αναστάσιος Μανάκης, Ιωάννης Γκαδέλος, Απόστολος Χατζής, Δημήτριος Ζαμάνης και ο πολιτικός και Ευεργέτης Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας.

Λαϊκή τέχνη και προϊόντα

Το πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, σε κτηριακές εγκαταστάσεις στο Βόλο

Στο Μέτσοβο η λαϊκή τέχνη βρίσκεται σε πολύ μεγάλη ανάπτυξη και αποτελεί μια απ’ τις πιο σημαντικές ασχολίες των κατοίκων. Απ’ τα διάφορα είδη της λαϊκής τέχνης μεγαλύτερη ανάπτυξη έχουν η ξυλογλυπτική και η υφαντουργική.

Απ’ το Μέτσοβο ξεκινούσαν οι περίφημοι ταλιαδούροι, που αναλάμβαναν σε ολόκληρη τη Βαλκανική την κατασκευή διαφόρων ξυλόγλυπτων ειδών. Στο Μέτσοβο σήμερα συνεχίζεται η λαμπρή αυτή παράδοση. Συγκεκριμένα οι σύγχρονοι Μετσοβίτες ξυλογλύπτες κατασκευάζουν τέμπλα, Δεσποτικούς Θρόνους, άμβωνες, παγκάρια, ξυλόγλυπτα ταβάνια, επιταφίους κ.τ.λ.

Άξια ιδιαίτερης αναφοράς είναι και η ποιμενική ξυλογλυπτική, που είναι κυρίως τέχνη των βοσκών, οι οποίοι γεμίζουν τις ώρες της αναγκαστικής τους μοναξιάς σκαλίζοντας μικροαντικείμενα. Βασικά όμως η ποιμενική ξυλογλυπτική παραμένει μια τέχνη μη επαγγελματική. Κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των έργων είναι οι μικρές τους διαστάσεις και η λεπτουργική τεχνική τους. Γκλίτσες, ρόκες κουτάλια, πηρούνια και σφραγιστερά είναι τα κυριότερα έργα αυτού του είδους της ξυλογλυπτικής.

Εκείνα όμως που είναι μοναδικά στο είδος τους είναι τα Μετσοβίτικα υφαντά. Διακρίνονται για την ποικιλία, την πυκνότητα των μοτίβων και τη σταθερότητα των χρωμάτων. Το Μέτσοβο έχει πολύ μεγάλη και παλιά παράδοση στην υφαντουργία. Αντιπροσωπευτικά είδη της υφαντουργικής του Μετσόβου είναι τα περίφημα χαλίμια, τα κελίμια, τα μαξιλάρια, τα στρωσίδια, τα μπαχαροσκούτια, τα χαλιά, τα ντιβανοσκεπάσματα, οι στενόμακροι διάδρομοι, οι φλοκάτες και άλλες ποικιλίες ειδών και σχεδίων εξαιρετικής τέχνης.

Πέρα απ’ το σχέδιο, σημαντικός παράγοντας ομορφιάς στα Μετσοβίτικα υφαντά είναι το χρώμα με τις ζωηρές αντιθέσεις των τόνων, τον διάλογο θερμών και ψυχρών και το δέσιμο σχεδίου και χρώματος. Τα διάφορα διακοσμητικά θέματα δημιουργούνται πάνω σε ομοιόμορφο φόντο κόκκινο ζωηρό, σκουρογάλαζο, καφέ-μαύρο και σπανιότερα άσπρο. Το χρώμα του φόντου δεν επηρεάζει μονάχα τη χρωματική σύνθεση των διακοσμητικών θεμάτων, αλλά και την πυκνότητά τους. Μοναδική ύλη βαφής των νημάτων είναι τα φυσικά χρώματα, που μένουν αναλλοίωτα απ’ το ηλιακό φως και το πλύσιμο, και δίνουν ωραίους και λαμπερούς χρωματισμούς.

Επίσης και η χρυσοκεντητική συνεχίζεται με μεγάλη επιτυχία στο Μέτσοβο, ιδίως απ’ τους χρυσορραφτάδες, που κατασκευάζουν τις θαυμάσιες Μετσοβίτικες στολές, καθώς και τις διάφορες εθνικές για τους χορευτικούς ομίλους της χώρας. Άλλες μορφές λαϊκής τέχνης, που ανθίζουν στο Μέτσοβο, είναι η χρυσοχοϊκή, η ασημουργική και η ξυλοτεχνία με σπουδαιότερες εκφράσεις της τη βαρελοποιία και την κυψελοποιία.

Τα διάφορα είδη της Μετσοβίτικης λαϊκής τέχνης πωλούνται τόσο από το Πρατήριο του Ιδρύματος Τοσίτσα, όσο και από τα πολυάριθμα καταστήματα λαϊκής τέχνης, που βρίσκονται στις δύο πλευρές του κεντρικού δρόμου, ο οποίος οδηγεί στην κεντρική πλατεία.

Μοναστήρια και εκκλησίες

Το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου

Σημαντικής ιστορικής αξίας είναι τα μοναστήρια και οι εκκλησίες που συναντά ο επισκέπτης στο Μέτσοβο, σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος. Το μοναστήρι του Αγ. Νικολάου βρίσκεται νοτιοδυτικά του Μετσόβου και συγκεκριμένα στην όχθη του Μετσοβίτικου, παραπόταμου του Αράχθου. Σε βυζαντινές πηγές αναφέρεται ο Ησαϊας ως ηγούμενος στα 1380 του Μετσόβου και πιθανόν της Μονής Αγ. Νικολάου. Το μοναστήρι ανακαινίστηκε γύρω στα 1700, καθώς επίσης και στα 1960 από το Ίδρυμα Βαρώνου Μιχαήλ Τοσίτσα.

Το καθολικό του μοναστηριού είναι καμαροσκέπαστο και έχει είσοδο στην νότια πλευρά, κάτω από ένα μικρό προστώο. Το ανατολικό τμήμα του προστώου διαρρυθμίστηκε το 1800 σε παρεκκλήσι του νεομάρτυρα Αγίου Νικολάου εκ Μετσόβου. Στη δυτική εσωτερική πλευρά του παρεκκλησίου υπάρχει κοσμική διακόσμηση, η οποία παριστάνει τον οικισμό του Μετσόβου, έργο του 1800, του λαϊκού ζωγράφου Διονυσίου Μαρέσου.

Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες. Το εικονογραφικό πρόγραμμα είναι πλούσιο και καλύπτει διάφορα θέματα, όπως η Πλατυτέρα, ο Χριστός Παντοκράτωρ, θέματα από τον Χριστολογικό κύκλο κ.α.

Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στα 1702 και είναι έργο του αγιογράφου Ευσταθίου. Εντούτοις στο διάκοσμο του ναού διακρίνουμε δύο τουλάχιστον ζωγράφους, από τους οποίους, ο πρώτος εικονογράφησε το μεγαλύτερο μέρος του ναού, ενώ ο δεύτερος το δυτικό τμήμα του, που χαρακτηρίζεται από έντονες δυτικές επιδράσεις.

Στον νάρθηκα του καθολικού φιλοξενείται συλλογή εικόνων, με κυριότερη την εικόνα του Αγίου Νικολάου (1698). Σήμερα, πολλές από τις εικόνες έχουν μεταφερθεί στο Μουσείο Ιδρύματος Τοσίτσα.

Το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται νοτιοδυτικά του Μετσόβου και συγκεκριμένα στο σημείο που διασταυρώνονται ο Μετσοβίτικος και ο Ανηλιώτικος, παραπόταμοι του Αράχθου. Η Μονή έχει φρουριακή όψη και περιβάλλεται από ψηλό τοίχο.

Το καθολικό της είναι μικρός, μονόχωρος ναός, που χρονολογείται στα 1754, σύμφωνα με την επιγραφή που υπάρχει στο υπέρθυρο της εισόδου. Ο νάρθηκας του ναού κτίστηκε στο β’ μισό του 19ου αι. από τον ηγούμενο Θεοδόσιο Μπαλτατζή.

Το οστεοφυλάκιο βρίσκεται δίπλα στην δεξιά εξωτερική κόγχη του ιερού. Στην ανατολική πλευρά υψώνεται το ψηλό κωδωνοστάσιο (περίπου 7 μ.), που είναι το μισό λιθόκτιστο και το άλλο μισό ξύλινο, το οποίο φέρει την παλιά του καμπάνα, που είχε κατασκευαστεί στα Γιάννενα στα τέλη του 19ου αι.

Το καθολικό, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή, αγιογραφήθηκε στα 1754. Το εικονογραφικό πρόγραμμα διαμορφώνεται σε τρεις ζώνες (ολόσωμοι Άγιοι, στηθάρια Αγίων, σκηνές από τον Χριστολογικό κύκλο κ.α.).

Ένα μέρος από το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού είναι παλαιό. Το επάνω και επιχρυσωμένο τμήμα ανήκει στον 18ο αι. Το κάτω, όμως, τμήμα του έγινε το 1978 και είναι έργο των Μετσοβιτών αδερφών Μερτζάνη. Το τέμπλο έχει εικόνες, από τις οποίες οι περισσότερες χρονολογούνται τον 18ο αι. Στο μοναστήρι φυλάσσονται ασημένια δισκοπότηρα, ασημένιες λειψανοθήκες κ.α.