«Μια χαμένη τριακονταετία»

 

Μιλά σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ για όσα έγιναν μέχρι σήμερα αλλά και για την επόμενη μέρα στον αγροτικό κλάδο ο κ. Αντώνης Μωυσίδης ο οποίος είναι Καθηγητής Αγροτικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

«Κάθε χώρα έχει πόρους και συγκριτικά πλεονεκτήματα που πρέπει να εκμεταλλευτεί. Το πώς τα οργανώνει και πώς κινητοποιεί τους πόρους αυτούς είναι δικό της πρόβλημα. Και για να αναφέρω ένα παράδειγμα, όταν εξάγεις το εκλεκτό σου λάδι χύμα στην Ιταλία, η οποία το τυποποιεί και το εξάγει κερδίζοντας πολλαπλά, αυτό είναι πρόβλημα και οργανωτική αδυναμία δική σου». Αυτά δηλώνει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ  ο κ. Αντώνης Μωυσίδης ο οποίος είναι Καθηγητής Αγροτικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου.

Ποια η δική σας άποψη για όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό, στα πλαίσια της τραγικής οικονομικής κρίσης, πως θα πρέπει να δοθεί ώθηση στον πρωτογενή τομέα και κυρίως να επιστρέψουν οι πολίτες στα χωράφια;

«Ασφαλώς, ο παραμελημένος και απαξιωμένος για πολλά χρόνια, αγροτικός τομέας μπορεί και πρέπει να αποτελέσει έναν από τους βασικούς  πυλώνες οικονομικής ανάπτυξης και ανάταξης της επαρχίας και της συνολικής εθνικής οικονομίας. Δε διαθέτουμε άλλωστε, ως χώρα, και πολλές άλλες αναπτυξιακές διεξόδους. Φέρουν τεράστια ευθύνη όλοι όσοι αντιμετώπισαν με περιφρόνηση τον κρίσιμο αυτό τομέα παραγωγής και απασχόλησης και τον εγκατέλειψαν ουσιαστικά , πιστεύοντας ότι η τεχνητή ευμάρεια των περασμένων χρόνων θα συνεχιστεί για πολύ χωρίς πραγματική παραγωγή. Ηταν εγκληματική η αδιαφορία τους  για την οργάνωση και κινητοποίηση των διαθέσιμων πόρων και πηγών πλούτου της χώρας, όπως είναι ο πρωτογενής τομέας . Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επιβάλλεται να ρίξουμε μια καινούργια ματιά για να αναστήσουμε ουσιαστικά την παραμελημένη αυτή παραγωγική βάση».

Πόσο εφικτό αλλά και αποτελεσματικό είναι να πάρει σάρκα και οστά σήμερα στην ελληνική κοινωνία;

«Για το πώς μπορεί να γίνει εφικτό, δε χρειάζεται να ειπωθούν πολλά καινούργια πράγματα, σε σχέση με αυτά που λέγονταν  εδώ και χρόνια. Χρειαζόμαστε σχεδιασμό και οργάνωση για όλες τις φάσεις της παραγωγικής διαδικασίας και διάθεσης των προϊόντων, στήριξη των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, προώθηση νέων και δυναμικών ιδεών και καινοτομιών, στήριξη των εναλλακτικών μορφών παραγωγής και της βιολογικής γεωργίας,  συνεπής ροή χρηματοδότησης, έλεγχο των τιμών των αναγκαίων εισροών, δημιουργία δομών πληροφόρησης και εφαρμογών, εκπαίδευση και έρευνα, ανανέωση και βελτίωση των υποδομών, διαρκή μελέτη των διεθνών αγορών από αξιόπιστους εθνικούς φορείς, ανασύνταξη με κάθε μέσο και τρόπο των συλλογικών μορφών οργάνωσης των αγροτών και της παραγωγής τους,  και διαρκής αγώνας διεκδίκησης πολιτικών και μέτρων στο πλαίσιο της ΚΑΠ που δε θα οδηγούν στο περιθώριο αγροτικούς τομείς με μικρο-δομές και αναπτυξιακή υστέρηση, όπως είναι ο ελληνικός. Και τόσα άλλα που δε μας παίρνει ο χώρος να απαριθμήσουμε.

Σε ότι αφορά τους κατοίκους των αστικών κέντρων που λέγεται ότι επιστρέφουν στα χωριά και θα αποτελέσουν ένα νέο παραγωγικό δυναμικό, ακούγονται πράγματι πολλά και αναφέρονται και διάφοροι αριθμοί που φέρονται να επιβεβαιώνουν αυτήν την τάση επιστροφής. Δεν είμαι σίγουρος για το πώς και από πού προκύπτουν  οι αριθμοί αυτοί  και κατά πόσον ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, πόσο μάλλον αν αφορούν πράγματι κατοίκους αστικών κέντρων που επιστρέφουν και για να ασχοληθούν με την γεωργοκτηνοτροφία. Σίγουρα, στο πλαίσιο της μεγάλης και πολύπλευρης κρίσης, ένας αριθμός κατοίκων των πόλεων θα επιστρέψει στην επαρχία αλλά ότι θα ενεργοποιηθούν στον αγροτικό τομέα, το βλέπω λίγο δύσκολο για πολλούς λόγους. Αναφέρω κάποιους από αυτούς που οι ίδιοι οι ενεργοί αγρότες μας γνωρίζουν πολύ καλύτερα από κάθε άλλον. Η οργάνωση μιας αγροτικής εκμετάλλευσης από την αρχή απαιτεί επαρκή αριθμό κατάλληλων γαιών, κεφάλαια για τις απαραίτητες εισροές, μηχανήματα, αποθήκες, σταύλους, απαιτεί μια συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία, αλλά και δεξιότητες μέσα από την χρόνια επαφή με τη φύση και τα χαρακτηριστικά των διαφόρων καλλιεργειών ή ζώων. Απαιτεί, επίσης, πολύ κουράγιο και αντοχές αλλά και σωματική προσαρμογή στην σκληρή αγροτική εργασία και στις φυσικές συνθήκες. Όλα αυτά αποκτιούνται, επίσης, μέσα από την επί χρόνια άσκηση του επαγγέλματος.  Δεν αρκεί λοιπόν μόνο η έκφραση επιθυμίας από κάποιον για επιστροφή. Πρέπει να μπορεί κιόλας.  Αυτό δε σημαίνει ότι κάποιοι δεν το τολμούν κατά καιρούς ή δε θα το τολμήσουν μέσα σαυτήν την κρίση, την ανεργία και την οικονομική εξαθλίωση στις πόλεις. Στις περιπτώσεις αυτές, όσοι το αποτολμούν, πρέπει να στηριχτούν και από τις τοπικές κοινωνίες και τους συλλογικούς φορείς αλλά και από εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα για να προσαρμοστούν σταδιακά στο νέο τους οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον».

Ποια είναι η θέση του ελληνικού αγροτικού κλάδου σε σχέση με τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε προηγμένες χώρες της Ε.Ε.; Είναι σε θέση να αντέξει στον ανταγωνισμό; Αν ναι με ποιες προϋποθέσεις;

«Είναι σύνθετο και πολύπλοκο ερώτημα. Ασφαλώς σε πολλά ζητήματα σχεδιασμού και οργάνωσης της παραγωγής μας αλλά και στο επίπεδο να διεκδικήσουμε και να επιβάλλουμε τις θέσεις μας, όταν έχουμε, υστερούμε σημαντικά των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης. Σε σχέση με την ανταγωνιστικότητά μας θα μπορούσα να επαναλάβω πολλά από τα παραπάνω που επί χρόνια είπαμε ότι δεν έγιναν στη χώρα μας. Κάθε χώρα έχει πόρους και συγκριτικά πλεονεκτήματα που πρέπει να εκμεταλλευτεί. Το πώς τα οργανώνει και πώς κινητοποιεί τους πόρους αυτούς είναι δικό της πρόβλημα. Και για να αναφέρω ένα παράδειγμα, όταν εξάγεις το εκλεκτό σου λάδι χύμα στην Ιταλία, η οποία το τυποποιεί και το εξάγει κερδίζοντας πολλαπλά, αυτό είναι πρόβλημα και οργανωτική αδυναμία δική σου».

Έπρεπε να γίνουν αλλαγές που δεν έγιναν; Με άλλα λόγια μείναμε στην εύκολη λύση των επιδοτήσεων; Ποια η δική σας άποψη;

«Πράγματι, μπορούμε να μιλήσουμε για μια χαμένη τριακονταετία σε ότι αφορά τις δραστικές παρεμβάσεις που απαιτούνταν και στις διαρθρώσεις και στην παραγωγή. Αλλωστε αυτό επισημαίνεται από τους επιστήμονες και ειδικούς επί χρόνια. Νομίζω ότι όλοι γνωρίζουν ότι η εισροή των κεφαλαίων μέσω των  επιδοτήσεων και των άλλων μέτρων από την Ευρωπαϊκή Ενωση δε χρησιμοποιήθηκαν πάντοτε παραγωγικά. Δε συνέβαλλαν σημαντικά για τη βελτίωση των διαρθρωτικών δομών, των υποδομών, της παραγωγικής διαδικασίας κλπ.  Βελτίωσαν βέβαια το επίπεδο ζωής ενός μέρους των αγροτών στο επίπεδο της κατανάλωσης. Ας μην ξεχνάμε ότι μεγάλο μέρος των αγροτών αποτελούσαν πάντα το πιο φτωχό κομμάτι του ελληνικού λαού και η απαίτηση για βελτίωση των όρων ζωής τους δεν ήταν απαραίτητα αρνητική εξέλιξη. Η απουσία όμως της κεντρικής εξουσίας που μέσα από τους φορείς του και τη σχεδιασμένη πολιτική του θα έκανε  πιο αποτελεσματική την αξιοποίηση των χρηματικών αυτών εισροών, αλλά και οι επιλογές του και συμφωνία του σε αρνητικές πολιτικές της ΚΑΠ μεταθέτει σημαντικό μέρος της ευθύνης για την αποτυχία και τις υστερήσεις. Εδώ αναφέρω πρόχειρα τη συμφωνία των κομμάτων εξουσίας στην τελευταία πολιτική της ΚΑΠ για την αποδέσμευση, μετέτρεψε πολλούς ενεργούς παραγωγούς σε λήπτες προνοιακών επιδομάτων, εξαφανίζοντας ή συρρικνώνοντας την παραγωγή σημαντικών προϊόντων μας».

Το τελευταίο σας βιβλίο έχει τίτλο «Το αγροτικό κίνημα στην Ελλάδα». Μπορείτε να μας πείτε τι θα διαβάσει ο αναγνώστης σε αυτό;

«Στο βιβλίο μας αυτό ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να διαβάσει την ιστορία του αγροτικού κινήματος και ουσιαστικά του αγροτικού τομέα και της κοινωνίας των αγροτών από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα, σε σύντομα κείμενα που έγραψαν σημαντικοί επιστήμονες και καλοί γνώστες των διαφόρων περιόδων που διήνυσε η Ελληνική κοινωνία.  Σε μεγάλο βαθμό, δηλαδή,  πρόκειται για την ίδια την ιστορία της ιστορικής διαμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας. Ασφαλώς η έμφαση δίνεται στα χαρακτηριστικά των κινητοποιήσεων των αγροτών στις διάφορες ιστορικές περιόδους. Είναι μια συναρπαστική ιστορική πορεία και σε κάθε περίοδο επισημαίνονται όχι μόνο τα ιστορικά, κοινωνικά και οικονομικά στοιχεία που συνθέτουν το πλαίσιο στο οποίο ενεργούν οι αγρότες αλλά και τα προβλήματα, τις δυσκολίες, τις πολιτικές/παραταξιακές διαμάχες και αντιπαλότητες στο εσωτερικό τους κλπ. που αντιμετωπίζουν ή και τις συμμαχίες που διαμορφώνονται για την οργάνωση και την κινητοποίησή τους. Ολα αυτά θεωρώ ότι είναι σημαντικά για να βγάλει κανείς συμπεράσματα  ιδιαίτερα για τις κινητοποιήσεις των τελευταίων χρόνων, σε μια περίοδο που ο αγροτικός χώρος περνάει πολύ δύσκολες στιγμές. Πιστεύω ότι είναι ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα που απευθύνεται όχι μόνο σε ειδικούς ή επιστήμονες αλλά και σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται να μάθει για την ελληνική κοινωνία και ακόμα πιο πολύ για την εξέλιξη της αγροτικής κοινωνίας».

Ποια είναι η επόμενη μέρα στον ελληνικό αγροτικό κλάδο;

«Πρέπει να επισημάνουμε ότι σήμερα έχουμε πια ένα ικανό αγροτικό ανθρώπινο δυναμικό, πολύ πιο μορφωμένο, σε σχέση με το παρελθόν, πληροφορημένους και με ανοιχτούς ορίζοντες και αυξημένες ικανότητες υιοθέτησης των νέων τεχνολογιών, καινοτομιών, νέων προϊόντων, νέων μορφών οργάνωσης κλπ. Πιστεύω πως λείπουν πολύ οι συλλογικές προσεγγίσεις και αντίστοιχοι φορείς και πάνω από όλα, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η οργανωτική και σχεδιαστική παρέμβαση από μέρους του Κράτους που θα καθοδηγήσουν ή θα στηρίξουν τις νέες αναζητήσεις και προσπάθειες. Με την προϋπόθεση, λοιπόν, ότι θα αλλάξουν οι αντιλήψεις για την αναγκαιότητα της αγροτικής παραγωγής και του κόσμου των αγροτών, στη βάση των παραπάνω παρατηρήσεων μας για το τι πρέπει να γίνει για την ανασύνταξη και ουσιαστική αναγέννηση του αγροτικού μας τομέα, οι προοπτικές μπορούν να είναι ελπιδοφόρες. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα μιλάμε για την σταδιακή και οριστική παρακμή του κλάδου και κατ’επέκτασην και της κοινωνίας των αγροτών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο στο επίπεδο της εθνικής οικονομίας, όσο όμως και ίσως κυρίως, στο επίπεδο της διασφάλισης στοιχειώδους παραγωγικής βάσης για τη διασφάλιση της διατροφής του ελληνικού λαού».

Ποιος είναι

 Ο Αντώνης Μωυσίδης είναι Καθηγητής Αγροτικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιου του Bremen της Ο.Δ. Γερμανίας πάνω σε θέματα ανάπτυξης και μετασχηματισμού του αγροτικού χώρου, από όπου πήρε και το διδακτορικό του δίπλωμα. Υπήρξε ερευνητής στο Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών και μέλος της Διεύθυνσης Μελετών και Προγραμματισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος πάνω σε κοινωνικά και αναπτυξιακά ζητήματα του αγροτικού χώρου. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα ανήκουν οι διαρθρωτικές αλλαγές, οι συλλογικές μορφές οργάνωσης και δράσης και θέματα κοινωνικής πολιτικής του αγροτικού χώρου. Εχει δημοσιεύσει σχετικές μονογραφίες και άρθρα καθώς και εργασίες σε συλλογικούς τόμους.