Μικρό σε μέγεθος κράτος με σταθερό πολιτικό περιβάλλον

Γράφει ο Στέφανος Παπαδάμου*, Επίκουρος καθηγητής Νομισματικής και Τραπεζικής Οικονομικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα αποδεινύει ότι η Πολιτική και η Οικονομία είναι αλληλένδετες έννοιες.  Βασικός προσδιοριστικός παράγοντας της οικονομικής ανάπτυξης στα οικονομικά υποδείγματα αποτελεί η πολιτική σταθερότητα. Προκειμένου η Ελλάδα σε αυτή την δύσκολη συγκυρία να καταφέρει το καλύτερο εφικτό θα πρέπει να εκλέξει μια κυβέρνηση η οποία θα προσδώσει σταθερότητα στον τόπο αλλά και θα κρατήσει την χώρα εντός της Ευρωζώνης αποδυναμόνωντας όλα αυτά τα κερδοσκοπικά σενάρια εξόδου. Αυτά τα σενάρια βρήκαν πάτημα στην πολιτική αστάθεια που προέκυψε μετά το αποτέλεσμα των εκλογών της 6 Μαϊου.

Η αστάθεια το τελευταίο χρόνο στην Ελλάδα έδειξε μια δραματική έξοδο κεφαλαίων από την χώρα. Οι καταθέσεις μειώθηκαν σημαντικά και δεν μπορούμε να μιλάμε για πιθανότητα ανάπτυξης αν δεν υπάρχει ένα σταθερό τραπεζικό σύστημα που θα τροφοδοτείται με κεφάλαια τα οποία θα τροφοδοτούν τις ανάγκες δανεισμού των επιχειρήσεων. Το τραπεζικό σύστημα αλλά και οι αγορές κεφαλαίου είναι ο τόπος στον οποίο γίνεται η αποτελεσματική κατανομή κεφαλαίων απο τις πλεονασματικές στις ελλειματικές οικονομικές μονάδες. Αυτή συναλλαγή έχει πολύ μεγάλο κόστος και ο βασικός λόγος ύπαρξης των τραπεζών είναι ότι μπορούν να κάνουν αυτή την συναλλάγη με πολύ χαμηλότερο κόστος. Βέβαια πάντα πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κανόνες οι οποίοι πρέπει να τηρούνται προκειμένου να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των πολιτών μιας κοινωνίας.

Οι μεταρυθμίσεις μείωσης του κράτους και δημιουργίας κατάλληλου επενδυτικού περιβάλλλοντος μέσα από την δραστική μειώση του κόστους της γραφειοκρατίας, αλλά και την δημιουργία ενός σταθερού φορολογικού συστήματος είναι αναγκαίες. Αναγκαία ήταν  και η  μείωση του χρέους η οποία επιτεύχθηκε εντός της Ευρωζώνης μέσω του PSI. Η οποία αποτελεί μια απτή απόδειξη ότι τα προβλήματα πρέπει να λυθούν εντός της Ευρωζώνης. Τα μεσομακροπρόθεσμα οφέλη αυτης της ενέργειας θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά απο το Ελληνικό λαό. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως θα ήταν μια τέτοια ενέργεια εκτός Ευρωζώνης.

Το νέο κλίμα που διαμορφώνεται στην Ευρωζώνη δίνοντας έμφαση στην αντιμετώπιση της ύφεσης μέσα από συμπληρωματικά αναπτυξιακά μέτρα για τις χώρες μέλη της, είναι μια καλή ευκαιρία για την χώρα μας που πρέπει να την εκμεταλλευτεί. Υπάρχουν οικονομικές προτάσεις σχετικά, ενδεικτικά αναφέρω τα Ομόλογα Ανάπτυξης (Project Bonds) με τα οποία θα αντληθουν κεφάλαια από τις αγορές και θα διατεθούν σε συγκεκριμένα αναπτυξιακά έργα.

Θα πρέπει εμείς οι Έλληνες να αντιληφθούμε ότι ο δρόμος για την ανάταξη της οικονομίας δεν θα προέρθει από καμία αύξηση δημοσίων δαπανών αλλά από ένα μικρό σε μέγεθος κράτος με σταθερό πολιτικό περιβάλλον που θα παρέχει επενδυτικά κίνητρα σε τομείς που η Ελλάδα έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα (πχ Γεωργία, Κτηνοτροφία, Τουρισμός, Αιολική Ενέργεια και γενικά η εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της Χώρας). Σχετικά με την συνολική κατάσταση στην Ευρωζώνη οι εξελίξεις δείχνουν ότι η Ισπανία παρουσιάζει και αυτη σημαντικά προβλήματα. Η Γαλλία δείχνει να δίνει βαρύτητα στην ανάγκη έκδοσης Ευρωομολόγου. Οπότε το ελληνικό πρόβλημα πιθανότατα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα σε μια συνολική λύση.

Η δημοσιονομική ένωση είναι βασικός συντελεστής για την επιτυχή ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επειδή όμως αυτή μπορεί να επιτευχθεί μέσα από βήματα σταδιακά αλλά και με συνέπεια στις υποχρεώσεις των κρατών, θα πρέπει να υπάρξει ένας συντονισμός σε πρώτη φάση.  Η ΕΚΤ μέσω μιας πιο χαλαρωτικής νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να βοηθήσει περισσότερο στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η αποδοχή ενός επιπέδου πληθωρισμού στόχου της τάξης του 2.7%  δεν νομίζω ότι θα αποτελούσε κίνδυνο για την Ευρωζώνη και δεν θα προκαλούσε πληθωριστικές πιέσεις σε μια τέτοια οικονομική συγκυρία. Δημοσιονομική και Νομισματική πολιτικής πρέπει να συντονιστούν με γρηγορότερους ρυθμούς ακολουθώντας το παράδειγμα των ΗΠΑ στην αντιμετώπιση της κρίσης δανείων της δευτερογενούς αγοράς κατοικίας (Sub-prime loans).

Τέλος όμως πρέπει να καταλάβουμε ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος τόνωσης της Ελληνικής παραγωγής και μείωσης του Ελλείματος στην Ελλάδα. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτά που παράγουμε περισσότερο και όχι περισσότερο με αυτά που εισάγουμε.

*Ο Δρ. Στέφανος Παπαδάμου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 1/5/1974. Κατέχει Πτυχίο Εφαρμοσμένης Πληροφορικής από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Ανάλυση Έργου, τα Χρηματοοικονομικά και τις Επενδύσεις από το Πανεπιστήμιο York της Μ. Βρετανίας. Το 2002 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ του τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, ολοκληρώνοντας την διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Ανάλυση Απόδοσης ενός Διεθνώς Διαφοροποιημένου Χαρτοφυλακίου –Ομολογιών – Μετοχών και Συναλλάγματος».

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται σε θέματα Νομισματικής και Τραπεζικής οικονομικής. Την περίοδο 1999-2003 διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος στην Ανώνυμη Εταιρεία Λήψης Διαβίβασης Εντολών στο χρηματιστήριο Finaccor Analysis.  Δίδαξε για πολλά χρόνια μαθήματα σχετικά με τη διεθνή τραπεζική, την Νομισματική Θεωρία και Πολιτική, τα χρηματοοικονομικά και τις επενδύσεις τόσο σε προπτυχιακό επίπεδο όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Μιλάει πολύ καλά Αγγλικά και Γαλλικά. Στην παρούσα φάση ο Δρ. Στέφανος Παπαδάμου είναι Επίκουρος Καθηγητής στο γνωστικό αντικείμενο Νομισματική και Τραπεζική Οικονομική στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στα ακόλουθα διεθνή επιστημονικά περιοδικά European Journal of Political Economy, Review of Quantitative Finance and Accounting, International Review of Economics and Finance, International Journal of Finance and Economics, Defence and Peace Economics, Managerial Finance, Applied Financial Economics, Applied Economic Letters, International Economic Journal, Research in International Business and Finance, International Journal of Monetary Economics and Finance.