Μύθοι και αλήθειες για την Κυπριακή οικονομία

Όταν μία χώρα καταναλώνει αλόγιστα χωρίς να ενδιαφέρεται να παράγει, τότε όταν έρχεται ο λογαριασμός τα πράγματα ζορίζουν –και πολύ, μάλιστα.

 

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

 

Είναι γεγονός ότι το ελληνικό «κούρεμα» χρέους κόστισε στην κυπριακή οικονομία κάπου 5 δισεκατ. ευρώ, ήτοι το 30% περίπου του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή δε η απώλεια χωρίς αμφιβολία «πλήγωσε» και το τραπεζικό σύστημα του νησιού της Αφροδίτης. Ωστόσο, το τελευταίο είχε προβλήματα με την οικονομία του πριν το «κούρεμα», αλλά ποτέ δεν θέλησε να τα αντιμετωπίσει. Διότι μία ουσιαστική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων θα συνεπαγόταν μέτρα μη συμβατά με τις κομμουνιστικές καταβολές του τότε πρόεδρου Δημ. Χριστόφια, αλλά και κάποιων μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Ποια ήταν όμως τα προβλήματα αυτά και πώς οδήγησαν τελικά στην σημερινή καταστροφική κατάσταση;

Στο επίπεδο αυτό οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί και δείχνουν ότι οι Κύπριοι, επωφελούμενοι από μία εκπληκτική πιστωτική αφθονία, κατανάλωναν δύο και τρεις φορές παραπάνω από αυτά που μπορούσαν να παράγουν. Υπάρχει έτσι σήμερα στην κυπριακή οικονομία ένα βαθύ χάσμα μεταξύ εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης, το οποίο αποτυπώνεται σε ένα τρομακτικό εμπορικό έλλειμμα που αντιπροσωπεύει περί τα 5 δισεκατ. ευρώ. Είναι λοιπόν σαφές ότι ένα στα τρία προϊόντα που καταναλώνει ο κυπριακός πληθυσμός είναι εισαγόμενο. Αυτό όμως ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μετέπειτα στην ευρωζώνη.

Με βάση τα παραπάνω ποσοτικά στοιχεία, η ύφεση που θα παρατηρηθεί στην κυπριακή οικονομία δεν αποκλείεται μέχρι το τέλος του 2014 να έχει φθάσει το 20% –ποσοστό που θα αντιπροσωπεύει μία ισχυρή εσωτερική υποτίμηση, πέρα από το «κούρεμα» καταθέσεων και την μαζική εκκαθάριση τραπεζών. Ταυτοχρόνως, επισημαίνεται από πολλές πλευρές ότι, στην απότομη ύφεση που έρχεται λόγω της ουσιαστικής διάλυσης του κυπριακού τραπεζικού μπλοκ, δεν θα συνθλιβούν μόνον τα εισοδήματα αλλά και οι επιχειρήσεις των Κυπρίων, αυξάνοντας έτσι μεσοπρόθεσμα την ανάγκη εισαγωγών, αλλά και τις πιθανότητες για ακόμα μεγαλύτερα εμπορικά ελλείμματα…

Πρόκειται για έναν δραματικό φαύλο κύκλο που, για να σπάσει, θα πρέπει να γίνουν στην Κυπριακή Δημοκρατία ισχυρές παραγωγικές επενδύσεις, με παράλληλη αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος της ώστε το τελευταίο να αποκτήσει υψηλότερη προστιθέμενη αξία.

Πέρα, λοιπόν, από τον υπερτροφικό τραπεζικό της τομέα, η Κύπρος είχε το μεγαλύτερο έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών στην ΕΕ, γεγονός που την διαφοροποιεί πλήρως από το Λουξεμβούργο και την Μάλτα. Ήδη δε, όταν η χώρα εντάχθηκε το 2008 στην ευρωζώνη, το εμπορικό της έλλειμμα αντιπροσώπευε ένα αστρονομικό 32% του ΑΕΠ της και το αντίστοιχο του ισοζυγίου πληρωμών της 17%! Ας σημειωθεί ότι τα αντίστοιχα ελλείμματα για το Λουξεμβούργο και την Μάλτα είναι 13% για το εμπόριο, αλλά με πλεονασματικά ισοζύγια πληρωμών. Συνεπώς, είναι παραπλανητικές και γελοίες οι συγκρίσεις που γίνονται με τις χώρες αυτές –οι οποίες, επιπροσθέτως, δεν έχουν ζητήσει οικονομική βοήθεια από την ευρωζώνη.

Από δημοσιονομικής πλευράς, το κυπριακό έλλειμμα γενικής κυβέρνησης αυξήθηκε κατά 200% μέσα σε δύο χρόνια (2007-2009). Αυτό συνέβη όχι τόσο λόγω της στάσης της κυβέρνησης Χριστόφια να μην μειώσει δραστικά τις κρατικές δαπάνες εν μέσω ύφεσης, αλλά προπαντός διότι το σχετικά μικρό κυπριακό κρατικό χρέος άρχισε να μπαίνει στο στόχαστρο των αγορών, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της Κύπρου. Η μεγάλη αύξηση του χρέους γενικής κυβέρνησης συνέβη, μάλιστα, αρκετά πριν από το 2012, όταν δηλαδή έγινε το PSI στα ελληνικά κρατικά ομόλογα. Έτσι, από ένα πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης ύψους σχεδόν 3,5% και δημόσιο χρέος 56% του ΑΕΠ το 2007 (δηλαδή, έναν χρόνο πριν την ένταξη της Κύπρου στην ευρωζώνη), οι Κύπριοι έφτασαν να έχουν έλλειμμα 6,2% και χρέος 71,1% του ΑΕΠ το 2011.

Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα για την κυπριακή οικονομία –η οποία, όμως, μπορεί να ξεπεράσει την κρίση της πολύ πιο γρήγορα και αποτελεσματικά απ’ ό,τι η Ελλάδα. Διότι, πριν απ’ όλα, η κυπριακή δημόσια διοίκηση είναι ασυγκρίτως πιο αποτελεσματική από την αντίστοιχη ελληνική, ταυτόχρονα δε και η κυπριακή οικονομία είναι καλύτερα ενσωματωμένη στην διεθνή πραγματικότητα απ’ ό,τι η δική μας.