«Νέοι άνθρωποι με πτυχία στρέφονται στη Γερμανία»

Μιλά σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ για το νέο κύμα μετανάσευσης η Ιωάννα Ζαχαράκη η οποία εργάζεται στον τομέα Κοινωνικής Ένταξης και Διαπολιτισμικότητας στο Κοινωνικό Φορέα της Διακονίας Ρηνανίας Βεσταφαλίας Λίππε.

Συνένετυξη στον Αποστόλη Ζώη.

«Ελληνες υποίκοοι που θέλουν να ζήσουν στη Γερμανία, οφείλουν να μάθουν όσο πιο γρήγορα γίνεται τη γερμανική γλώσσα. Μόνο έτσι θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες, να γνωρίσουν ανθρώπους, να συνεννοούνται στην καθημερινότητάς τους, να βρούν εργασία κλπ.. Η γλώσσα είναι το κλειδί της επιτυχίας». Αυτά δηλώνει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ, η Ιωάννα Ζαχαράκη, Φιλόλογος, Κοινωνιολόγος η οποία  εργάζεται ως Εισηγήτρια Σύμβουλος στον τομέα Κοινωνικής Ένταξης και Διαπολιτισμικότητας στο Κοινωνικό Φορέα της Διακονίας Ρηνανίας Βεσταφαλίας Λίππε. Εκτός αυτού ως εντεταλμένη Καθηγήτρια διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Bochum σε θέματα Διαπολιτισμικότητας, Διανθρώπινες σχέσεις, Συμπεριφορά και αντιμετώπιση διενέξεων, Διαπαιδαγώγηση Αξιών. Στα ίδια θέματα εκπαιδεύει Παιδαγωγούς καθώς επίσης και Δημόσιους Υπαλλήλους για την μεθοδευμένη και σωστή εξυπηρέτηση του κοινού.  H Ιωάννα Ζαχαράκη δραστηριοποιείται στα κοινά και εκλέγεται από το 1999 μέχρι σήμερα Δημοτική Σύμβουλος στο Δήμο Solingen. Eίναι μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής του Δικτύου Αιρετών Ευρώπης.

H oικονομική κρίση στην Ελλάδα οδηγεί σε αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος στη Γερμανία. Πολλές Ελληνίδες και Έλληνες αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας έρχονται στην Γερμανία και απευθύνονται στους εδώ ελληνικούς φορείς, όπως ελληνικές ορθόδοξες ενορίες, στις ελληνικές κοινότητες, συλλόγους και οργανισμούς καθώς και στις κοινωνικές υπηρεσίες μετανάστευσης. Μπορείτε να μας πείτε σε αριθμούς αυτό το μεταναστευτικό ρεύμα πώς εκφράζεται; Πρόκειται για άτομα που έχουν χάσει τις δουλειές τους στην Ελλάδα και κυρίως ποιες ηλικίες αφορά;

«Σύμφωνα με νεότερα καθώς και πιο επίκαιρα στατιστικά στοιχεία τις ομοσπονδιακής στατιστικής υπηρεσίας ήρθαν το 2011 πάνω από 10.000 Έλληνες και Ελληνίδες στην Γερμανία. Σύμφωνα με τα στοιχεία των τοπικών υπηρεσιών που έρχονται σε επαφή με τους νεοφερμένους συμπατριώτες μας, μπορώ να πω, ότι οι περισσότεροι που έρχονται, είναι νέοι και νέες, είναι απόφοιτοι ανωτάτων και ανωτέρων σχολών. Μερικοί από αυτούς άρχισαν ήδη στην Ελλάδα να μαθαίνουν την γερμανική, έτσι ώστε να έχουν καλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Οι περισσότεροι δε έρχονται με γνώσεις της αγγλικής και μηδαμινές γνώσεις της γερμανικής. Μια άλλη μερίδα αποτελούν άτομα που ήταν παλιά στην Γερμανία ή που έχουν συγγενείς στην Γερμανία. Εδώ πρόκειται για άτομα που έχασαν στην Ελλάδα την εργασία τους,  άλλοι είχαν μια μικρή επιχείρηση ή ήταν  ελεύθεροι επαγγελματίες. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν και αρκετοί ανειδίκευτοι εργάτες. Αντιπροσωπεύονται όλες οι ηλικίες, ως επι το πλείστον όμως πρόκειται για  παραγωγικές ηλικίες. Ένα στοιχείο που ίσως αξίζει να αναφερφεί, είναι ότι οι  Έλληνες γιατροί που έρχονται και βρίσκουν θέσεις στα νοσοκομεία αποτελούν με πάνω  από 2000 άτομα μετά από τους αυστριακούς την δεύτερη μεγάλη ομάδα. Πολλοί δε από αυτούς ήρθαν τα τελευταία χρόνια».

Μπορείτε να κάνετε μια σύγκριση των μεταναστών που ερχόταν από τη χώρα μας πριν τρεις και τέσσερις δεκαετίες, σε σχέση με την τωρινή εικόνα; Μήπως μπορούμε να μιλάμε για μια κατάσταση εκτός ελέγχου από την πλευρά των ελλήνων μεταναστών;

«Σε σύγκιση με παλιά που μεταναστεύαν ως επί το πλείστον ανειδίκευτοι εργάτες, συναντούμε  τώρα ένα ειδικευμένο δυναμικό που δυστυχώς εγκαταλείπει λόγω της οικονομικής κρίσης την Ελλάδα μας. Πρέπει να γνωρίζουμε, ότι για κανέναν η κατάσταση στην Γερμανία δεν είναι εύκολη. Πέρα από το  ότι πρέπει να κατέχει κανείς πολύ καλά την γερμανική γλώσσα και να έχει αρκετά προσόντα,  σημειώνω ότι ένα επιπλέον εμπόδιο σε μερικές περιπτώσεις, είναι η άσχημη δημόσια  εικόνα της  επίκαιρης κατάστασης στην Ελλάδα. Δεν μπορώ να πω, ότι η τωρινή  κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Τα στοιχεία δείχνουν, ότι υπάρχει ένα ανεβασμένο  μεταναστευτικό ρεύμα από Ελλάδα.
Αρκετοί έναι εκείνοι που λόγω των προσόντων τους καθώς και την μεσολάβηση των  συμπατριωτών εξασφαλίζουν μια θέση εργασίας. Άλλοι δε, δεν έχουν την τύχη να βρουν  εργασία ή γίνονται για ένα χρονικό διάστημα θύματα εκμετάλευσης και ξαναγυρίζουν πίσω».

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ίδρυση του „Δικτύου Ελληνικών Φορέων στην Bόρεια Ρηνανία Βεστφαλία“. Στο Δίκτυο συμμετέχουν φορείς όπως ελληνικές κοινότητες τις περιοχής, ορθόδοξες ελληνικές ενορίες, πολιτιστικοί σύλλογοι, ο Γερµανο – Ελληνικός Επιχειρηµατικός Σύνδεσµος (DHW), ενδιαφερόμενα άτομα και εθελοντές, δημοτικοί σύμβουλοι ελληνικής καταγωγής καθώς και Συνεργάτες της Διακονίας Ρηνανίας-Βεστφαλίας-Λίππε. Ποιος είναι ο σκοπός του Δικτύου; Πόσο σημαντική είναι η λειτουργία του σε εθελοντική βάση;

«Σκοπός του Δικτύου είναι να συντονίσει το δυναμίκο των συμμετοχόντων Φορέων, να ανταλλάσει πληροφορίες για τις ανάγκες των νεοφερμένων και να παρέχει βοήθεια ανάλογα με τις δυνατότητες του. Μία πρώτη δραστηριότητα του Δικτύου είναι η έκδοση ενός δίγλωσσου Οδηγού για τον προσανατολισμό των νεοφερμένων Ελλήνων γύρω από την Διαμονή και Εργασία στην Γερμανία.  Μία ομάδα εργασίας του Δυκτίου συνέλεξε χρήσιμες πληροφορίες γύρω από θέματα, όπως Διαμονής, Εκμάθησης Γλώσσας, Κατοικίας, Εργασίας, Σχολικά / Επαγγελματικά θέματα, Κοινωνική Ασφάλιση, Κοινωνικές Υπηρεσίες, Ελεύθερος χρόνος, Κοινωνικά Δίκτυα και άλλα. Η εργασία στο Δίκτυο γίνεται ως επί το πλείστον σε εθελοντική βάση. Παράλληλα  στην εργασία μας συμβάλουμε εθελοντικά, επειδή βλέπουμε τις ανάγκες των συμπατριωτών μας  και θέλουμε να βοηθήσουμε ώστε να διευκολυνθεί η κατάστασή τους. Υπάλληλοι  υπηρεσιών, δικηγόροι, μεταφραστές συνέβαλαν για να μπορεί γρήγορα να εκδοθεί  ο οδηγός και να μοιραστεί. Αν δεν είχαμε αυτό το δυναμικό, θα αργούσαμε περισσότερο, αλλά και θα χρειαζόμασταν  περισσότερα χρήματα για την έκδοσή του.  Με την χρηματοδότηση του κρατιδίου και της Διακονίας πληρώσαμε μόνο τα  έξοδα  εκτύπωσης. Πρέπει να ειπωθεί, ότι η  εθελοντική εργασία είναι μια σημαντική προυπόθεση για την κοινωνική  συνοχή».

Μπορείτε να αναφέρετε εν συντομιά πώς είναι η ελεύθερη διακίνηση προσώπων κατά τους πρώτους 3 μήνες στη Γερμανία;

«Κάθε υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως πολίτης της Ένωσης έχει ουσιαστικά το δικαίωμα να μετακινείται ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ταξιδεύει σε ένα άλλο κράτος μέλος και να απολαμβανει μεχρι και τρεις μηνες το άνευ όρων δικαίωμα διαμονής  που εχει έχει κάθε πολίτης της ΕΕ , ανεξάρτητα από το σκοπό της παραμονεις τους σε άλλο κράτος μέλος. Για  την εισοδο τους χρειάζεται αυτός όσο και τα μέλη της οικογενείας ένα έγκυρο δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο. Οι πολίτες της ΕΕ δεν χρειάζονται μία άδεια παραμονής. Αυτοί λαμβάνουν ένα πιστοποιητικό για το δικαίωμα παραμονής τους. Αυτό εκδίδεται από την υπηρεσία αλλοδαπών ή από την υπηρεσία καταγραφής πολιτών. Οι πολίτες της ΕΕ έχουν απεριόριστη πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης έχουν οι πολίτες και τα μέλη των οικογενειών τους όλων των κρατών μελών της ΕΕ. Εκτός από τους τρεις πρώτους μήνες το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης συνδέεται με συγκεκριμένους σκοπούς παραμονής πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης παραμονής. Για τους μη μισθωτούς εργαζομένους πολίτες της ΕΕ ισχύουν ειδικές προϋποθέσεις. Αυτά τα άτομα έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης μόνο όταν έχουν μία πλήρη ασφαλιστική κάλυψη υγείας και επαρκείς οικονομικούς πόρους για τους ιδίους και τα μέλη της οικογενείας τους για τη διάρκεια της παραμονής τους (§ 4, εδάφιο 1 Ελεύθερη κυκλοφορία / ΕΕ). Οι οικονομικοί πόροι πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να μην είναι αναγκαία η παροχή ενός κοινωνικού επιδόματος.  Πόρους αποτελούν όλα τα νόμιμα επιτρεπόμενα εισόδηματα και τα περιουσιακά στοιχεία σε χρήμα ή χρηματική αξία ή άλλα ιδία κεφάλαια, ιδίως η πληρωμή διατροφής από τα μέλη της οικογένειας ή τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των συντάξεων. Ως επαρκής ασφάλιση θεωρούνται οι παροχές ενός ασφαλιστικού φορέα υγείας. Η υπηρεσία αλλοδαπών μπορεί να απαιτήσει την απόδειξη των προϋποθέσεων αυτών για το δικαίωμα παραμονής στη χώρα».

Εκτιμάτε ότι οι Έλληνες υπήκοοι που επιθυμούν να ζήσουν στη Γερμανία, οφείλουν να μάθουν όσο πιο γρήγορα γίνεται τη γερμανική γλώσσα;

«Ελληνες υποίκοοι που θέλουν να ζήσουν στη Γερμανία, οφείλουν να μάθουν όσο πιο γρήγορα γίνεται τη γερμανική γλώσσα. Μόνο έτσι θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες, να γνωρίσουν ανθρώπους, να συνεννοούνται στην καθημερινότητάς τους, να βρούν εργασία κλπ.. Η γλώσσα είναι το κλειδί της επιτυχίας. Για να μπορούν να ανταπεξέρθουν στην απλή καθημερινότητα, χρειάζονται το επίπεδο Β1 του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς για τις γλώσσες. Το επίπεδο Β1 είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Εαν έχουν σκοπό να εξελιχθούν επαγγελματικά (γιατροί, επιχειρηματίες κλπ), χρειάζονται απαραίτητα τα επίπεδα Β2 ή και C1. Με C1 έχουν πρόσβαση σε γερμανικό παν/μιο.
Καλά είναι, εάν είναι δυνατό, να αρχίσει κανείς την εκμάθηση της γερμανικής γλώσσας στην Ελλάδα, πρίν ξεκινήσει το ταξίδι του στη ξένη χώρα. Τα επίπεδα Α1 και Α2 είναι σχετικά εύκολα και μεταδίδουν τις βασικές γνώσεις. Απαραίτητο είναι τα περιεχόμενα να προσανατολίζονται στην καθημερινή επικοινωνία (και λιγότερο στη γραμματική και την αλλάθητη χρήση της γλώσσας). Μετά την άφιξη δε στη Γερμανία είναι αμέσως απαραίτητη η συστηματική εκμάθηση της γλώσσας. Σαν πολίτης μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ο ΄Ελληνας νομοθετικά το δικαίωμα να λάβει μέρος στα λεγόμενα Integrationskurse, τα επιδοτούμενα τμήματα γερμανικών που προσφέρει η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Μετανάστευσης και Προσφύγων (BAMF). Παρ’όλα αυτά  δεν αποκλείεται η δυνατότητα συμμετοχής και σε πολίτες μέλη της ΕΕ (π.χ. εάν υπάρχουνε κενές θέσεις στα υπάρχοντα τμήματα). Γι’αυτο το λόγο είναι σημαντικό να απευθυνθεί κανείς στο πιο κοντινό ινστιτούτο εκμάθησης της γερμανικής γλώσσας στο μέρος που κατοικεί.  Τα τμήματα γερμανικών του BAMF κοστίζουνε 1,20€ τη διδακτ. ώρα και διαρκούνε 645 ώρες (από Α1 έως Β1). Κατά πολύ πιο γρήγορα αλλά και πιο ακριβά είναι τα τμήματα των Goethe-Institut.  Ανάλογα με την πόλη που κατοικεί κανείς υπάρχουνε διάφορες δυνατότητες εκμάθησης γερμανικών π.χ. σε Κέντρα Λαικής Επιμόρφωσης (VhS) αλλά και σε ιδιωτικά ινστιτούτα».

Τι γίνεται με το στεγαστικό επίδομα και την εργασία στη Γερμανία;

«Ο ενοικιαστής μπορεί να κάνει αίτηση για στεγαστικό επίδομα. Το δικαίωμα για στεγαστικό επίδομα εξαρτάται από τον αριθμό των μελών της οικογένειας, το ύψος του εισοδήματος και το ύψος του ενοικίου. Πολλά ομοσπονδιακά κρατίδια διαθέτουν στο διαδίκτυο μία μηχανή υπολογισμού του στεγαστικού επιδόματος με τη βοήθεια του οποίου μπορεί κανείς να ξέρει πόσα χρήματα του αναλογούν, σύμφωνα με τα δεδομένα της περίπτωσής του. Ακόμη και ιδιοκτήτες διαμερισμάτων ή ολόκληρων κατοικιών μπορούν να διεκδικήσουν μία κρατική επιχορήγηση, το λεγόμενο ελαφρυντικό επίδομα (Lastenzuschuss). Περαιτέρω πληροφορίες όπως και τα απαραίτητα έντυπα μπορεί να τα παραλάβει κανείς από τις κατά τόπους στεγαστικές υπηρεσίες».

Με την εργασία στη Γερμανία;  

«Οι Έλληνες υπήκοοι ως πολίτες κρατών μελών της Ε.Ε. διαθέτουν τα ίδια δικαιώματα και  τις ίδιες υποχρεώσεις όπως οι Γερμανοί πολίτες. Κατά συνέπεια δεν χρειάζονται άδεια εργασίας, εάν επιθυμούν να εργαστούν  στη Γερμανία. 
 
Όπως κάθε Γερμανός πολίτης, μπορούν με έγκυρο διαβατήριο και ένα μισθωτήριο συμβόλαιο κατοικίας να επισκεφθούν την υπηρεσία δήλωσης κατοικίας της πόλης της επιλογής τους, να συμπληρώσουν μία αίτηση και να αποκτήσουν έτσι την πρώτη τους κατοικία στη Γερμανία. Αυτή η κατοικία είναι επίσης η φορολογική τους έδρα. Τόσο οι φορολογικές όσο και οι ασφαλιστικές εισφορές για κάθε άτομο της οικογενείας θα αποδίδονται στο εξής βάσει αυτής της έδρας.  Με τη βεβαίωση δήλωσης κατοικίας από την αρμόδια υπηρεσία και το διαβατήριό τους μπορούν να δηλώσουν στον οργανισμό απασχόλησης (Agentur für Arbeit) της πόλης τους ότι αναζητούν εργασία, διότι θα εργαστούν υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως ένας Γερμανός. Αν υπάρχει κατάλληλη διαθέσιμη θέση εργασίας μπορούν να την αποδεχτούν αμέσως. Ο εργοδότης τους οφείλει να φροντίσει για την απαραίτητη ασφάλιση τους και την καταβολή των φόρων στις ανάλογες υπηρεσίες. Μπορούν επίσης να εργαστούν λαμβάνοντας μηνιαίως 400 Ευρώ, ποσό που δεν υπόκειται σε φορολογία (Minijob).   Εάν πάλι είναι αρχικά άνεργοι, μπορούν να ζητήσουν από το γραφείο ευρέσεως εργασίας (Agentur für Arbeit) μία βεβαίωση, από την οποία προκύπτει ότι είναι προσωρινά άνεργοι και αναζητούν εργασία. Με αυτή τη βεβαίωση, το διαβατήριό τους και το πιστοποιητικό κατοικίας μπορούν να απευθυνθούν στο γραφείο κοινωνικής πρόνοιας της πόλης και να υποβάλουν αίτηση για προσωρινή ενίσχυση των δαπανών διαβίωσης.  Εάν είναι ήδη εγγεγραμμένοι ως άνεργοι στην Ελλάδα και ενδεχομένως λαμβάνουν ήδη επίδομα ανεργίας, πρέπει να απευθυνθούν στον ΟΑΕΔ για να τους εκδώσει μία ευρωπαϊκή βεβαίωση ότι λαμβάνουν ήδη παροχές ανεργίας ενός ορισμένου ποσού και για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Με τη βεβαίωση αυτή (πρέπει να την έχουν πάρει ήδη πριν την αναχώρηση τους από την Ελλάδα) μπορούν να παραμείνουν για τρεις μήνες στη Γερμανία (ή άλλη χώρα της Ε.Ε.) για αναζήτηση εργασίας, λαμβάνοντας συγχρόνως το επίδομα ανεργίας από την Ελλάδα.    
Περισσότερες πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με την εκάστοτε διαδικασία παρέχονται στην ιστοσελίδα της Ε.Ε.  www.eu.eu σε όλες τις γλώσσες της Ε.Ε.. Δεν πρέπει όμως  να ξεχνάμε ότι και εδώ ισχύει ότι η θεωρία διαφέρει πολύ από την πράξη και ότι οι διάφορες επιλογές πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή».