Να διαβάζουν περισσότερο ελληνική λογοτεχνία

Συνέντευξη του Νίκου Ξένιου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

 Ξεριζωμένοι από τα μικράτα τους, οι ήρωες των δεκάξι διηγημάτων του Νίκου Ξένιου διασταυρώνουν τη φωνή τους με την «άλλη» φωνή που μιλά μέσα τους, αυτή τη θελκτική, τη γόησσα και την ερωμένη, την υπεύθυνη για τις ήττες και τους θριάμβους τους. Την «αγανακτισμένη» φωνή που τους αναγκάζει να συναντήσουν τους εφιάλτες τους, τους χαμένους γονείς τους, τον τρόπο καταγωγής τους, την άγρια κατάσταση στη νέα πατρίδα. Αλλά και τη βίαιη ενηλικίωση, καθώς και το χάος που τους χωρίζει από τους άλλους ανθρώπους.

      Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή διηγημάτων «Το άχτι», εκδόσεις Φαρφουλάς;

      AΠΑΝΤΗΣΗ: Αφορμή ήταν η δημοσίευση του διηγήματος «Η αγέλη» στο περιοδικό «Φαρφουλάς» του Διαμαντή Καράβολα και η φιλία που συνήψα με τον Διαμαντή, ο οποίος εκτίμησε τα κείμενά μου. Η αιτία ήταν η συνειδητοποίηση ότι η μικρή φόρμα είναι ένα καλό ξεκίνημα που με οδήγησε να αναβάλω προσωρινά τη δημοσίευση του μυθιστορήματός μου.

 

      Η λέξη άχτι έχει καμία σχέση με κάποια κατάσταση ή πράγματα που σας ενόχλησαν ή παρατηρήσατε στην κοινωνία μας;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Άμεση. Για την ακρίβεια, είναι το συναίσθημα που με διακατείχε στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο επέλεγα αυτά τα δεκαέξι διηγήματα μέσα από μια πληθώρα διηγημάτων που έγραφα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αξίζει να σας πω ότι το «άχτι», δηλαδή το «γινάτι», η αγανάκτηση και η αίσθηση του ανεκπλήρωτου που είχα κορυφώθηκε με τα γεγονότα της Πλατείας Συντάγματος, τον Μάιο του 2011.

 

      Διαβάζοντας τα διηγήματα , πήρα μια βαθιά ανάσα και ψιθύρισα, εδώ είμαστε . Στην καθημερινότητα. Από αυτήν δεν εμπνέονται και οι πιο πολλές ιστορίες;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Βεβαίως, εφόσον δεν βλέπω άλλη πηγή έμπνευσης. Θεωρώ ότι, ακόμη κι αν γράψω μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα, μοναδική πηγή έμπνευσής μου θα είναι η εντονότατη καθημερινότητά μου. Και μάλιστα παρά το γεγονός ότι δεν χαρακτηρίζω τον εαυτό μου ρεαλιστή. Για να γίνω σαφέστερος, μιλώ για μια μετάπλαση της καθημερινής πραγματικότητας σε κείμενο ποιητικής διαμαρτυρίας.

 

      Γράφετε «…εδώ σ’ αυτή την πόλη όλοι πεθαίνουν… όλοι χρειάζονται μανιασμένα μια θαλπωρή, κάτι σαν αγκαλιά ». Γιατί απουσιάζει αυτή η ζεστασιά;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην τόσο ενδιαφέρουσα ερώτησή σας θα μπορούσα να δώσω πολλές απαντήσεις. Θα μπορούσα, φερ΄ειπείν, να σας πω ότι η θαλπωρή έχει χαθεί λόγω της προϊούσας αστικοποίησης, λόγω των ανταγωνιστικών ρυθμών της μεγαλούπολης, ή λόγω της αλλοτρίωσης που υφίσταται το άτομο στα πλαίσια του όψιμου καπιταλισμού. Ωστόσο, η μόνη ειλικρινής απάντηση θα ήταν αυτή που αφορά την ενδοσκόπηση του συγγραφέα.

 

      Οι ήρωες σας είναι άνθρωποι που βρίσκονται δίπλα μας, που αγωνίζονται για την επιβίωση. Στη σημερινή κατάσταση, στην Αθήνα, μπορείς να συναντήσεις ακόμη την ελπίδα;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ξέρω ότι δεν θα συμφωνήσετε, όμως θεωρώ ότι ΜΟΝΟ στην Αθήνα μπορεί ν’ανιχνευθεί αυτή η ελπίδα. Η επαρχία, όπως έγραψε κάπου ο Amiel, «είναι ο θάνατος της ψυχής». Αυτό βέβαια δεν αποκλείει το ενδεχόμενο σύντομα να καταφύγω και ο ίδιος σε μιαν επαρχία που έχω κατά νου, μήπως μπορέσω έτσι και συγκεντρωθώ για να γράψω απερίσπαστος.

 

      Σε μία ιστορία περιγράφετε τους άστεγους που ψάχνουν τροφή και αναποδογυρίζουν τους κάδους.  Θυμάστε παλαιότερα τέτοιες ανάλογες εικόνες;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στο Παρίσι, όταν έκανα μεταπτυχιακά με τον Κορνήλιο Καστοριάδη, πριν είκοσι χρόνια. Ήταν τότε που ο Καστοριάδης προφήτευε την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ και τη γενίκευση της οικονομικής κρίσης στη Δύση, ενώ εμείς καγχάζαμε. Ίσως θα μας κοβόταν  μαχαίρι το γέλιο αν διαγιγνώσκαμε εγκαίρως και την καλπάζουσα κρίση αξιών.

      Η δασκάλα που πηγαίνει σ’ ένα μονοθέσιο για να διδάξει μοιάζει με μια ηρωίδα που αγωνίζεται σε μία μάχη όπου δεν φτάνει να ξέρεις να διδάσκεις μόνο γνώσεις, αλλά και ν’ αγαπάς τους μαθητές σου. Από πού εμπνευστήκατε την συγκεκριμένη ιστορία;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από την εμπειρία ως δασκάλας μιας αγαπημένης μου φίλης που πέθανε.

 

      Ο Μέμος Μεϊμαρίδης είναι ο μέσος Έλληνας της δεκαετίας του 1970 που τραγουδούσε και γλεντούσε τη ζωή κι έκανε χίλιες δύο δουλειές και επινοήσεις για να βγάλει τον άρτον τον επιούσιον. Έχει καμία σχέση ο Μέμος με τον σημερινό Έλληνα;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ναι. Με τη διαφορά ότι ο σημερινός Έλληνας σέβεται λιγότερο τη γυναίκα του και τον γείτονά του απ’ό,τι ο Μέμος Μεϊμαρίδης. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της σημερινής Ελλάδας από τη μετεμφυλιακή. Θα το διαπιστώσετε στο «Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα» που έβγαλα φέτος.

 

      Εμφανιστήκατε το 2011 στον χώρο της Λογοτεχνίας. Το 2011 εκδώσατε «Το άχτι» και το 2012 «Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα» και τα δύο από τις εκδόσεις Φαρφουλάς. Δεν είναι πολλά για δύο συνεχόμενα χρόνια;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Όχι. Έπρεπε να δημοσιευθούν, ώστε να πάρουν τη σειρά τους οι αμέτρητες σελίδες μυθιστορήματος που περιμένουν στον σκληρό μου δίσκο.  Στον χώρο της λογοτεχνίας είχα εμφανιστεί ήδη το 1991 δημοσιεύοντας στη συλλογή διηγημάτων «Ιστός ’95» του υιού Σαββίδη. Μάλλον όμως υπήρξα διάττων, γιατί μια εμμονή με το μυθιστόρημα δεν με άφησε να συνεχίσω να δημοσιεύω σε μικρή φόρμα.

 

      Η συλλογή διηγημάτων «Το άχτι» προκρίθηκε ως υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περιοδικού Διαβάζω . Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πολλά. Αφενός κολακεύτηκα από την πρόκρισή μου, αφετέρου το βιβλίο μου έγινε γνωστότερο. Τέλος, γνώρισα ένα σωρό σημαντικούς ανθρώπους και αναίρεσα την έως εκείνη τη στιγμή πεποίθησή μου ότι τα πάντα στην Ελλάδα επιτυγχάνονται μέσω κάποιας γνωριμίας και χωρίς ίχνος αξιοκρατίας: η πρόκρισή μου έγινε σχεδόν εν αγνοία μου και ομολογώ ότι με εξέπληξε, ενώ παράλληλα πήρα δυνάμεις για να συνεχίσω να δημοσιεύω.

 

      Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες μας;

      ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Να διαβάζουν περισσότερο ελληνική λογοτεχνία. Ξεκινώντας από τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά , το «Νόημα» της Έλενας Μαρούτσου, το «Therion» του Καρυδάκη, το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου-Αδάμ Βουδούρη και τα βιβλία του Σωτάκη.

.