Νοσταλγούν την χαμένη ουτοπία

Συνέντευξη τ  συγγραφέα Χρήστου Δανιήλ στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

Ο Χρήστος Δανιήλ γεννήθηκε στον Εμμανουήλ Παπά Σερρών το 1969. Ζει στην Επανομή Θεσσαλονίκης. Είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στη διδακτορική του διατριβή εξέτασε τις σχέσεις του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού με το δημοτικό τραγούδι. Διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου· έχει επίσης διδάξει στις Φιλοσοφικές Σχολές των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων. Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Μανδραγόρας, Πορφύρας, Ποίηση, Οδός Πάνος, κ.ά.) και σε πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων.

 Ποια ήταν η αφορμή για να ασχοληθείτε με τον ποιητή Νίκο Καββαδία;

 

Ξεκίνησα να μελετώ τον ποιητή το 2005, επ’ αφορμής μιας πρόσκλησης συμμετοχής σε ένα επιστημονικό συνέδριο για το έργο του Νίκου Καββαδία. Η ματαίωση όμως του συνεδρίου δεν στάθηκε αρκετή για να ματαιώσει και το ενδιαφέρον μου για την ποίησή του. Το αντίθετο. Χωρίς περιορισμούς πια (χρονικούς ή έκτασης μελέτης) συνέχισα να ερευνώ και να εξετάζω την ποίηση αυτή, η οποία, ούτως ή άλλως, μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, μέσω των μελοποUnknownίησεών της, από τα πρώτα μου εφηβικά χρόνια. Καρπός αυτής της ενασχόλησης είναι το βιβλίο που ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2010, έτος που εορτάσαμε τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή.

 

Αλήθεια, κατά πόσο βοήθησε η μελοποίηση στη διάδοση της ποίησής του;

 

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία ευτύχησε να δεχθεί σημαντικές και αξιόλογες μελοποιήσεις που συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοση του έργου του και τη μυθοποίηση του ίδιου. Οι ακροατές αυτών των μελοποιήσεων, οι οποίοι δεν είναι κατ’ ανάγκη αναγνώστες ποίησης έρχονται σε επαφή με τον ποιητικό λόγο και εξοικειώνονται μαζί του. Αρκετοί από αυτούς αναζητούν στη συνέχεια τα ίδια τα ποιητικά κείμενα. Ένα από τα ζητούμενα που απορρέει από αυτό το φαινόμενο, και σας το αναφέρω επειδή κινείστε επαγγελματικά στο χώρο της εκπαίδευσης, είναι το κατά πόσο αξιοποιούμε τη διάδοση αυτών των τραγουδιών/μελοποιημένων ποιημάτων στους νέους κατά την εκπαιδευτική διαδικασία.

 

Πολλές φορές διερωτήθηκα πώς γίνεται το έργο του, που είναι γραμμένο με παραδοσιακούς τρόπους να διαβάζεται ακόμα με ευχαρίστηση και  να ασκεί μια ανεξήγητη γοητεία.

 

Η ερώτησή σας βασίζεται σε μια παρατήρηση που είναι σωστή: η ποίηση του Νίκου Καββαδία γνωρίζει πολύ μεγάλη απήχηση και γοητεύει τους αναγνώστες της.  Δεν εντοπίζω όμως κάποια αντίφαση ανάμεσα στο γεγονός της μεγάλης διάδοσης και της σύνθεσής της με παραδοσιακούς τρόπους. Τα δημοτικά τραγούδια είναι συνθεμένα με παραδοσιακούς τρόπους, αλλά ασκούν γοητεία: «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» για παράδειγμα είναι από τα πλέον γοητευτικά κείμενα στη νεοελληνική γλώσσα· το ίδιο μπορούμε να ισχυριστούμε και για την ποίηση του Καρυωτάκη.  Από την άλλη, θέλω να σημειώσω ότι ο Καββαδίας, από τη δεύτερη συλλογή και μετά (Πούσι) παραμένει παραδοσιακός μόνο στη στιχουργία, ενώ η βαθύτερη ουσία της ποίησής του ακολουθεί το ρεύμα του μοντερνισμού.

 

Στο βιβλίο μου, που φέρει τον επεξηγηματικό υπότιτλο Ποιητική και πρόσληψη, ασχολήθηκα διεξοδικά με το ζήτημα της πρόσληψης του έργου αυτού και τους λόγους που το καθιστούν ευανάγνωστο και γοητευτικό στους σημερινούς αναγνώστες.

 

Γιατί  η ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι η ποίηση της  νοσταλγίας  και του μακρινού λιμανιού;

 

Θεματολογικά η ποίηση του Νίκου Καββαδία, κυρίως η πρώτη του συλλογή, το Μαραμπού,  που κινείται στο χώρο του νεοσυμβολισμού, περιστρέφεται γύρω από αυτά τα θέματα, τα οποία, ούτως ή άλλως, ασκούν μια ακαθόριστη γοητεία. Το μακρινό λιμάνι που αναφέρετε δεν είναι η επιθυμία ταξιδιού προς ένα συγκεκριμένο και προσδιορισμένο γεωγραφικά τόπο, αλλά γενικά η επιθυμία φυγής, η επιθυμία πραγματοποίησης του ταξιδιού προς την ουτοπία. Ο Καββαδίας, και μαζί του ο αναγνώστης, νοσταλγούν μέρη και πόλεις που δεν έχουν συναντήσει· νοσταλγούν την χαμένη ουτοπία.

 

Έχουν γραφεί πάρα πολλές μελέτες για τον ποιητή. Εξακολουθεί να προκαλεί το ενδιαφέρον η ζωή του, στους αναγνώστες;

 

Η αντιμετώπιση της περίπτωσης του Νίκου Καββαδία από τους μελετητές είναι ιδιαίτερη. Ενώ στις Ιστορίες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κατέχει περιθωριακή θέση ή δεν αναφέρεται καθόλου(π.χ. στην Ιστορία του Λίνου Πολίτη), μια σειρά μελετητών έστρεψαν τον ενδιαφέρον τους στην εξέταση του έργου του σε αυτόνομα βιβλία. Από αυτά όμως λίγα εστιάζουν στο λογοτεχνικό του έργο και ακόμη πιο λίγα στην ποίησή του. Τα περισσότερα στρέφονται στην εξέταση του βίου του. Τούτη όμως η πρακτική ενέχει τον κίνδυνο να εστιάζουμε στον «μυθικό» Νίκο Καββαδία ως πρόσωπο και όχι στην εξέταση του μυθικού του κόσμου έτσι όπως αυτός προκύπτει από την ποιητική του δημιουργία. Αντιλαμβάνεστε επομένως πως για μένα τουλάχιστον η προτεραιότητα δίνεται στην εξέταση  του έργου και όχι του βίου. Ο ενδιαφέροντας βίος ενός λογοτέχνη αφορά τη φιλολογία και τους αναγνώστες λογοτεχνίας στο μέτρο που αυτός  συνδέεται με την εξέταση του λογοτεχνικού του έργου. Αλλιώς ικανοποιεί άλλες διεργασίες.

 

Ο ίδιος ο ποιητής σε μια συζήτησή του με τον Μήτσο Κασόλα γράφει ότι «..ο αναγνώστης  είναι ελεύθερος να δώσει όσες ερμηνείες θέλει ή νομίζει». Εσείς συμφωνείτε με αυτήν την άποψη;

 

Ασφαλώς. Η λογοτεχνία, και ειδικά η ποίηση, χαρακτηρίζεται από την πολυσημία της· από τις πολλαπλές ερμηνείες που μπορεί να δεχθεί ένα έργο. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτές οι ερμηνείες εδράζονται στο ίδιο το κείμενο και δεν αποτελούν αυθαίρετες εικασίες. Ο δημιουργός από τη στιγμή που δημοσιοποιεί το έργο του, το παραδίδει ελεύθερα στους αναγνώστες του· παύει να το ελέγχει. Άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο δημιουργός ενός λογοτεχνικού έργου κατέχει τη μία και μοναδική σωστή ερμηνεία του (η οποία δεν υπάρχει). Μια τέτοια αντίληψη μας οδηγεί ίσως στο πεδίο της θεολογίας, αλλά όχι της φιλολογίας.

 

Ισχύει αυτό που έγραψε ο Κώστας Βάρναλης πώς ο Νίκος Καββαδίας είναι καταραμένος ποιητής;

 

Η συζήτηση περί καταραμένων ποιητών υπονοεί τους ποιητές εκείνους που έζησαν με τρόπο ασυμβίβαστο και αντισυμβατικό, που  σχετίστηκαν με μια σειρά από παραβατικές συμπεριφορές και επιλογές: ναρκωτικά, πορνεία, φόνοι κ.ά. Είναι αλήθεια ότι αυτού του τύπου οι δημιουργοί ασκούν μια γοητεία σε σημαντική μερίδα του αναγνωστικού κοινού, κυρίως νεαρής ηλικίας. Δεν γνωρίζω εάν ο Καββαδίας ως άνθρωπος διέθετε εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον κατατάσσουν στη σφαίρα των καταραμένων ποιητών, αν και πιθανόν κάτι τέτοιο σε ένα βαθμό να ισχύει. Αυτό που για μένα έχει σημασία είναι το γεγονός πως στο έργο του εμφανίζονται σειρά από στοιχεία και θέματα  που συνδέονται με την «καταραμένη ποίηση». Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει με τη σειρά του κάποια από τα ζητήματα που αφορούν την πρόσληψη του έργου του: αυξημένη αποδοχή από νεαρές ηλικίες, περιθωριακή θέση στις γραμματολογίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, περιθωριακή θέση στη διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην επίσημη εκπαίδευση κ.ο.κ.

 

Το 1962 ο Νίκος Καββαδίας σε μία συνέντευξή του στον   δημοσιογράφο Φρέντυ Γερμανό αυτοπροσδιορίζεται λέγοντας πως «Είμαι ένα μικρό λιθάρι ανάμεσα στον Καρυωτάκη και τον Ελύτη». Μπορείτε να σχολιάσετε αυτή την άποψη;

 

Ο Καββαδίας με αυτό το αυτοαξιολογικό του σχόλιο τοποθετείται σε σχέση με τη θέση που κατέχει η ποίησή του στο συνεχές της νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα. Η παρατήρησή του, που χαρακτηρίζεται από μετριοφροσύνη (μικρό λιθαράκι) είναι εν πολλοίς εύστοχη, αφού η ποίησή του διαθέτει χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τους δύο ποιητές/πόλους που αναφέρει: νεοσυμβολισμός/μοντερνισμός και υπερρεαλισμός. Η πρώτη του ποιητική συλλογή ασφαλώς και είναι κοντά στην ποίηση του Καρυωτάκη. Οι επόμενες όμως δύο συλλογές, κατά τη γνώμη μου, κινούνται στο χώρο της μοντέρνας ποίησης της γενιάς του τριάντα (στην οποία και ανήκει) υιοθετώντας ακόμη και υπερρεαλιστικά στοιχεία ή στοιχεία μαγικού ρεαλισμού (όπως υποστηρίζω στο βιβλίο μου). Οι έως τώρα μελέτες, στην πλειοψηφία τους, ίσως και λόγω της επιτυχίας που γνώρισε η πρώτη του συλλογή, παραγνωρίζουν το μοντέρνο στοιχείο της ποίησης του Καββαδία, εστιάζοντας στην παραδοσιακή φόρμα της στιχουργίας του και παραβλέποντας σειρά μοντερνιστικών γνωρισμάτων: ακραία εικονοποιία, ελλειπτικότητα, ερμητικότητα, αυξημένη δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο, υπέρβαση χωρικών και χρονικών ορίων, υπέρβαση ρεαλισμού κ.ά. Ο Καββαδίας εύστοχα μας είχε ήδη από το 1962 υποδείξει το χώρο που κινείται η ποίησή του: ξεκινά ως νεοσυμβολιστής και στη συνέχεια στρέφεται προς τον χώρο του μοντερνισμού και του υπερρεαλισμού.