«Ξέρεις εκεί που τελειώνει το ρομάντζο αρχίζει ο κυνισμός»

Συνέντευξη του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη με τον συγγραφέα Αναστάση Σιχλιμίρη.

Ο Αναστάσης Σιχλιμίρης γεννήθηκε  στην Αθήνα.  Με τον τίτλο «Επτά μέρες βροχή» , εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος, προσπαθεί να μας περιγράψει μια κατάσταση που διαδραματίζεται υπό βροχή. Έχουμε τον απατηθέντα αλλά και τον πυρετό μιας εκδίκησης που έχει προγραμματιστεί και θα φτάσει μέχρι το τέλος. Κλίμα νουάρ, στιγμές αγωνίας  με μία πρωτότυπη πλοκή.

Ερ: «Επτά μέρες βροχή» σε μια εποχή που θυμίζει νοσηρότητα. Οι εποχές ήταν πάντα ίδιες. Καλές, κακές, μέτριες, απλώς αλλάζει η σειρά τους. Στην μέση πάντα βασιλιάς η τύχη.

Ερ: Ο απατημένος ζητά την εκδίκηση. Δεν κινδυνεύει όμως γιατί ισορροπεί σε    τεντωμένο σχοινί;

Απ: Ο εξαπατημένος έχει θυμό, ζητά εκδίκηση, είναι τυφλός στις παγίδες που τον περιμένουν, θα πληρώσουν αυτοί που του την έστησαν ακόμη κι αν είναι να χαθεί κι ο ίδιος, όμως βήμα-βήμα βλέπει έναν άλλο δρόμο. Ξέρεις εκεί που τελειώνει το ρομάντζο αρχίζει ο κυνισμός. Από την άλλη όλοι ισορροπούμε σε τεντωμένο σχοινί απλά δεν το ξέρουμε πάντα.

Ερ:  Κλισί, Μουτφάρτ και Μαύρος Γάτος. Προορισμοί για να ταξιδέψει ο αναγνώστης στο Παρίσι;

Απ: Σκληρές γειτονιές. Το Κλισί γεμάτο σεξομάγαζα και η Μουτφάρτ ένας δρόμος με ελληνικά μπουζουξίδικα δίπλα σε αλγερινά σκυλάδικα. Ξενοδοχεία Δ κατηγορίας και πιτσιρικάδες μαγκρεπιανοί τρίτης γενιάς που πουλάνε «μαύρο». Ξέρεις δεν περιγράφω την αριστερή όχθη. Δεν περιγράφω καθόλου πως είναι το μπαρ, ο Μαύρος Γάτος είναι το μπαρ, θέλω ο κάθε ένας να το σκεφτεί σύμφωνα με την φαντασία του, το ίδιο κάνω σε διάφορες σκηνές του βιβλίου φτιάχνω ελλειπτικές εικόνες γιατί θέλω ο κάθε ένας να «δει» μόνος του. Πιστεύω στην αφαίρεση, βαριέμαι της ιστορίες που είναι γραμμένες  με το «νι καί με το σίγμα». Νομίζω ότι οι ιστορίες μου είναι πιο ωραίες στη δεύτερη ανάγνωση. Οι αγαπημένες μονομανίες κρύβονται στις λεπτομέρειες!

Ερ: Με μια γραφή που μοιάζει με νουάρ ο Σαρλ κινείται με τους ρυθμούς της μουσικής της τζαζ. Με την προϋπόθεση πώς όλα θα τα αλλάξει.

Απ: Η τζαζ όπως και η βροχή σημαδεύουν το βιβλίο. Η βροχή είναι ένα εξαιρετικό φυσικό θαύμα που νομίζω στις μέρες μας αν δεν το έχουμε για κακό σίγουρα το έχουμε υποτιμημένο. Η τζαζ δεν είναι είδος μουσικής είναι τρόπος έκφρασης, είναι λογοτεχνία και σινεμά χιλιάδες  εικόνες που σίγουρα δεν θα μπορέσω να τις περιγράψω ποτέ. Είναι νουάρ,ικηκι ο ﷽είναι τρόπος έκφρασης,, μοιραία, αλήτικη κι ο Σαρλ πρέπει να παίξει το δικό του σόλο.

Ερ: Αυτός που γνωρίζει τις απαντήσεις και το μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ευτυχισμένος ή δυστυχισμένος;

Απ: Στο βιβλίο γράφω πως μόνο οι γέροι και οι τρελοί ξέρουν, μαμμμ μα δεν κατάφεραν ποτέ να προφέρουν σωστά το μυστικό, αυτή τη φράση της ερώτησης σου, την έβαλα για τον κάθε αναγνώστη ξεχωριστά. Είναι ερώτηση διαλογισμού, πιο πολύ την σκέφτεσαι  παρά την απαντάς. Δεν ξέρω αν υπάρχει απάντηση.

Ερ: «Εγώ πίστεψα στα τραγούδια, ευχήθηκα το όνειρο…». Φτάνουν όμως αυτά για να αποκτήσουμε αισιοδοξία;

Απ: Τα τραγούδια, τα ποιήματα, το όνειρο… Η τέχνη είναι μια ξεμυαλίστρα που σε σέρνει σε ένα θολό τοπίο που δεν έχει ουδεμία σχέση το αίσιο ή όχι του πράγματος, ούτε φυσικά  η ψυχική ή κοινωνική σου κατάσταση, μάλλον για ισχυρό παραισθησιογόνο πρόκειται. Προτείνω Μπόρχες, Τσάντλερ και Κορτάσαρ μετά το εργασιακό οκτάωρο σαν φάρμακο στον ωμό ρεαλισμό της καλοκουρδισμένης μηχανής που απαιτούν να είμαστε.

Ερ:Επτά μέρες βροχή. Επτά μέρες της Δημιουργίας. Σύμπτωση ή τέχνασμα για να οδηγηθούμε αλλού;

Απ: Επτά θανάσιμα αμαρτήματα, η πόλη με τους επτά λόφους, οι επτά πληγές του Φαραώ, ο χορός των επτά πέπλων. Υπάρχει μια μαγεία στο επτά, δεν την εξήγησα, μου άρεσε, δεν την επιδίωξα, ήταν εκεί μόνη της μέσα στην ιστορία. Ένα από τα πράγματα που αγαπώ στο γράψιμο είναι πως σιγά-σιγά εμφανίζεται στο χαρτί το υποσυνείδητο, πράγματα που δεν έχουν άμεση ερμηνεία αλλά ξεδιαλύνονται μέσα στον χρόνο ή ίσως ακόμη καλύτερα μένουν καιρό που τα ψάχνω βαθιά στο μυαλό και στις αισθήσεις μου.

Ερ:« Όλα έμοιαζαν ψεύτικα. Το Παρίσι από ψηλά κοιμισμένο και κρύο». Έχετε ζήσει  στο Παρίσι;

Απ: Από το 1986 μέχρι το 1989 πήγαινα κάθε χειμώνα, ταξίδευα με τρένο. Είχα φίλους, έκανα κι άλλους, ήμουν φιλοξενούμενος μα στο τέλος κάπως γινόταν, όλες τις χρονιές και δεν είχα που να μείνω. Περπάταγα και έμαθα την πόλη καλύτερα από τους φίλους μου, ήμουν εγώ ο ξεναγός τους. Τις νύχτες που πέρασα στο δρόμο έζησα τόσα που η περιγραφή τους σήμερα θα έμοιαζε ψέμα, όπως κι αν είναι αγάπησα πολύ το Παρίσι κι αυτό μου φέρθηκε καταπληκτικά.

Ερ: Η νουβέλα σας σε ποια κατηγορία ανήκει;

Απ: Το είπα κυνικό νουάρ που στάζει τζαζ, έτσι λίγο για πλάκα, μα οι κατηγορίες είναι για να ξέρει ο πελάτης σε πιο ράφι να ψάξει, μια συνεννόηση χοντρική, πολύ χονδρική. Δεν έχει σημασία ο καμβάς μα ο τρόπος που γράφεις. Υπό αυτή την έννοια πίσω από το νουάρ υπάρχει ο τρόπος μου, η φιλοσοφία μου.

Ερ: Πώς νιώθετε που η πρώτη σας συγγραφική προσπάθεια είχε θετική κριτική;

Απ: Ωραία… Ωραία μα ξέρω πως η κριτική είναι ένα  γεμάτο όπλο που όμως δεν είναι στο χέρι μου. Οπότε είναι θέμα χρόνου κάποιος να σημαδέψει…