Μιλάει σήμερα στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ  ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης
.

Συνέντευξη στον Αποστόλη Ζώη.

… 1η Ιανουαρίου 2014. Η Ελλάδα έχει γυρίσει στη δραχμή.
Είναι μια Ελλάδα της φτώχειας, των αστέγων και της αναστολής πληρωμών. Ο αστυνόμος Χαρίτος και η οικογένειά του αναγκάζονται να κάνουν αιματηρές οικονομίες, όπως οι περισσότεροι Έλληνες.
Και ενώ οι Αθηναίοι έχουν επιδοθεί σε αγώνα επιβίωσης, κάποιος αρχίζει να σκοτώνει επώνυμα πρόσωπα από τη γενιά του Πολυτεχνείου.

Πάνω σε κάθε θύμα του αφήνει και ένα μήνυμα που παραπέμπει στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ποιος είναι ο δολοφόνος; Κάποια ακροδεξιά οργάνωση ή κάποιος που εκδικείται παλιές αμαρτίες;
Η Αθήνα ψυχορραγεί, αλλά υπάρχουν κι εκείνοι που δεν θέλουν να την αφήσουν να πεθάνει.

Μια ομάδα νέων οργανώνονται και κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να κρατήσουν ζωντανή την πόλη στο πιο αδύνατό της σημείο.
Και ο αστυνόμος Χαρίτος κυνηγάει έναν δολοφόνο φάντασμα, που διαρκώς του ξεφεύγει.
To «Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» είναι το τρίτο μυθιστόρημα της «Τριλογίας της Κρίσεως» του Πέτρου Μάρκαρη. Ο Πέτρος Μάρκαρης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1937. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1965 με το θεατρικό έργο «Η ιστορία του Αλή Ρέτζο». Δραματουργός, μεταφραστής, μελετητής του έργου του Μπέρτολτ Μπρεχτ και σεναριογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Εκτός από τέσσερα θεατρικά έργα, έχει γράψει δύο αστυνομικά μυθιστορήματα, το «Νυχτερινό δελτίο» (1995) και το «Άμυνα ζώνης» (1998) [σ.σ.: ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Ο Τσε αυτοκτόνησε» (2003) και «Βασικός μέτοχος» (2006), με τη μεσολάβηση της συλλογής διηγημάτων «Αθήνα, πρωτεύουσα των Βαλκανίων» (2004)]. Στα μυθιστορήματά του κεντρικός ήρωας είναι ο αστυνόμος Κώστας Χαρίτος, ένας συντηρητικός ως προς τις ιδέες και τις συνήθειες πενηντάρης, που έχει ως χόμπι την ανάγνωση λεξικών.

Σήμερα ο Πέτρος Μάρκαρης μιλάει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ, όπου ανάμεσα σε άλλα σημειώνει:
 
«Ο μέσος έλληνας πολίτης έγινε εθελοντικά υποχείριο της αγοράς από τη στιγμή που πίστεψε στην εικονική ευημερία και θεώρησε ότι τα δάνεια είναι μέρος τους εισοδήματος του. Αυτό ισχύει τόσο για τις ελληνικές κυβερνήσεις όσο και για μας τους πολίτες. Η αγορά φυσιολογικά αποκόμισε κέρδη από το φαινόμενο αυτό από τη στιγμή που δεν υπήρχαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί κυματοθραύστες που θα εμπόδιζαν την επέκταση του φαινομένου».

 

Η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε μεγαλύτερες οικονομικές δυσκολίες στο παρελθόν, είχε όμως όραμα; Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι στερείται οράματος; Απουσιάζει ο συλλογικός στόχος, οι αξίες εκείνες, εθνικές και ανθρωπιστικές, που οδηγούν τους ανθρώπους στην υπέρβαση της ατομικότητάς τους; Τι έχετε να πείτε;

«Δεν υπάρχει όραμα χωρίς προοπτική. Το όραμα πηγάζει από την προοπτική για ένα καλύτερο αύριο. Το πρόβλημα με τη σημερινή κρίση είναι, πέρα από τα απεχθή βάρη που φορτώνει στους ώμους των πολιτών, ότι δεν έχει προοπτική εξόδου. Συνεπώς, το όραμα προσκρούει σ’αυτή την ανυπαρξία προοπτικής. Οσο για τον συλλογικό στόχο εθνικών και ανθρωπιστικών αξιών, ας μην ξεχνάμε ότι η μετεμφυλιακή Ελλάδα έζησε δυο δεκαετίες περίπου ως μια βαθύτατα δαιρεμένη κοινωνία. Αυτό δεν εμπόδισε τα δυο κομμάτια αυτής της διαιρεμένης κοινωνίας, πέρα από τη σύγκρουση μεταξύ τους, να έχουν το καθένα τους δικούς του στόχους και τις δικές τους αξίες. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας έχει σήμερα τελείως διαφορετικά αίτια. Ο ατομικισμός δεν είναι το μόνο. Πολύ πιο σημαντικό είναι το έλειμμα παιδείας και πολιτισμού».

-Το πρόβλημα κατά τη γνώμη σας είναι μόνο οικονομικό; Ή είναι πρωτίστως υπόθεση αξιακού συστήματος; Η οικονομία είναι το μέσο, αλλά δεν είναι η πρωτογενής αιτία;


«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι πρωτίστως οικονομική. Αλλά, όπως συμβαίνει με όλες τις κρίσεις, αποκαλύπτει και τα παράπλευρα προβλήματα. Η ΕΕ έκανε το μεγάλο λάθος, κατά τη γνώμη μου, να ταυτίσει την Ευρώπη με το ευρώ. Η Ευρώπη είναι, ωστόσο, και ένα σύνολο πολιτισμών και κοινών αξιών. Ολα αυτά παραγκωνίστηκαν με την είσοδο του ευρώ. Ο τελευταίος που τα πίστευε και τα επικαλέσθηκε ήταν ο Ζακ Ντελόρ. Σήμερα, νιώθουμε έντονα την έλλειψη τους».

-Πιστεύετε ότι  ο άνθρωπος στη σύγχρονη Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως μέσο ικανοποίησης της αγοράς, που παρουσιάζεται ως ένα αδηφάγο τέρας; Με άλλα λόγια η ανησυχία πηγάζει από τις προτεραιότητες;

«Ο μέσος έλληνας πολίτης έγινε εθελοντικά υποχείριο της αγοράς από τη στιγμή που πίστεψε στην εικονική ευημερία και θεώρησε ότι τα δάνεια είναι μέρος τους εισοδήματος του. Αυτό ισχύει τόσο για τις ελληνικές κυβερνήσεις όσο και για μας τους πολίτες. Η αγορά φυσιολογικά αποκόμισε κέρδη από το φαινόμενο αυτό από τη στιγμή που δεν υπήρχαν οι κοινωνικοί και πολιτικοί κυματοθραύστες που θα εμπόδιζαν την επέκταση του φαινομένου».


-Τι πρέπει να γίνει; Υπάρχουν λύσεις και μάλιστα άμεσες εκτός από την έγκριση της περιβόητης δόσης; Πάντα κάποιοι άλλοι φταίνε για τα χάλια μας;
 

«Οποια λύση κι αν υπάρχει, αυτή εξαρτάται πρώτα από μας. Δυστυχώς, οι λύσεις που προτείνει η Ευρώπη, και την κρίση δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικά και προοπτική δεν προσφέρουν στους λαούς του Νότου. Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι ότι οικοδομήθηκε πάνω σε συμβιβασμούς και αμοιβαίες υποχωρήσεις. Αυτό ήταν αναπόφευκτο σε ένα σύνολο 27 κρατών. Το πρόβλημα είναι ότι η κρίση δεν λύνεται με συμβιβασμούς, αλλά με ριζοσπαστικές λύσεις. Οσο για μας, δεν υπάρχει καταπολέμηση της φτώχιας χωρίς αποδοχή της φτώχιας. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι είμαστε φτωχοί για να παλέψουμε ενάντια στη φτώχια. Εμείς αγωνιζόμαστε ακόμα να διατηρήσουμε τα ξεφτίδια των προνομίων μας και κλαίμε, σε ένα σημαντικό ποσοστό, τον χαμένο εικονικό πλούτο μας».


-Έχουμε ανάγκη από πραγματικούς ταγούς που θα μπουν μπροστά δείχνοντας το δρόμο για μια δύσβατη αλλά αναγκαία πορεία; Κυρίως οφείλουμε όλοι μας να αντιληφθούμε ότι το επίκεντρο της κοινωνίας είναι ο άνθρωπος;
 

«Δεν πίστεψα ποτέ στους ταγούς. Σε μια δημοκρατία το πρόβλημα είναι καταρχήν πολιτικό. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ογδόντα και μετά, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη θεσμική και την ποιοτική δημοκρατία. Θεσμικά η δημοκρατία μας ήταν και είναι κατοχυρωμένη. Το μεγάλο έλειμμα της ήταν πάντα ποιοτικό. Και εδώ μπαίνει το ζήτημα των πολιτικών ελίτ που ψηφίζαμε και μας κυβέρνησαν. Αρκεί να θυμηθούμε ότι από τα 37 χρόνια μετά την πτώση της χούντας τα 23 η χώρα κυβερνήθηκε από δυο οικογένειες. Εμείς καταργήσαμε τη μοναρχία και κρατήσαμε την οικογενειοκρατία. Αυτές τις ελίτ επιλέξαμε και οι επιλογές μας συνδέονται άμεσα με το επίπεδο της παιδείας μας».