Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

 

Για μιαν ακόμη φορά, στην ετήσια εκδήλωση CEO Summit του Τομέα Ηγεσίας της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων (ΕΕΔΕ) πήρε μέρος η αφρόκρεμα των στελεχών επιχειρήσεων και των επιχειρηματιών στην χώρα μας. Έγινε εκ νέου λόγος για ανάπτυξη και έξοδο από την κρίση και καταξιωμένοι άνθρωποι του επιχειρείν, όπως οι κ.κ.Κώστας Λαμπρινόπουλος, πρόεδρος του ΔΣ της ΕΕΔΕ, Δημήτρης Μαύρος, πρόεδρος του Τομέα Ηγεσίας, Γιώργος Πίττας, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής του CEO Summit, έθεσαν ερωτήματα και προβληματισμούς, που επαναλαμβάνονται χρόνια τώρα, χωρίς απαντήσεις και λύσεις.

Αυτό οφείλεται στο ότι η χώρα έχει σοβαρό πρόβλημα αντιλήψεως της πραγματικότητος. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί –και δεν θέλει, βέβαια– να καταλάβει τί τής συμβαίνει, με αποτέλεσμα να απομακρύνεται από ενέργειες και λύσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν την δραματική κατάστασή της.

Χρόνια τώρα, ακούμε πολλά και διάφορα για ανάπτυξη, για ανάκαμψη, για εξωστρέφεια, για επιχειρηματικότητα και λοιπά παρόμοια, ενώ βλέπουμε να παρελαύνουν μέτρα, ρυθμίσεις, fast track και δεν συμμαζεύεται, χωρίς τίποτα να αλλάζει. Την ώρα που κάποιοι γελωτοποιοί «πωλούν» πατριωτισμό και εθνική υπερηφάνεια, η Ελλάδα –με εξαίρεση το μπάσκετ και εσχάτως το ποδόσφαιρο– στους ζωτικούς για την επιβίωσή της τομείς πιάνει πάτο, ή σχεδόν.

Διαβάζοντας πιο προσεκτικά την Ετήσια Έκθεση Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητος που εκδίδει το World Economic Forum, στο τμήμα που αναφέρεται στην Ελλάδα (σελ. 7) παρατηρούμε ότι ως προς την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας πάμε συνεχώς προς τα κάτω. Ευρισκόμεθα στην τελευταία θέση κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και στην 91η θέση από τις 148 χώρες που συμμετείχαν στην μελέτη –κάτω από την αφρικανική Ναμίμπια και πάνω από το Τρινιντάτ-Τομπάγκο της Καραϊβικής.

Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση, από τις 148 χώρες καταλαμβάνουμε την προτελευταία 147η θέση παγκοσμίως ως προς το μακροοικονομικό περιβάλλον. Κατέχουμε την 102η θέση ως προς τους Δημόσιους Θεσμούς (αποδοτικότητα Δημοσίου, διαφθορά, υπερβάλλουσα παρεμβατικότητα), ενώ η κεφαλαιαγορά μας κατέχει την 138η θέση. Η αγορά εργασίας μας δεν είναι αποδοτική, με αποτέλεσμα να έχουμε την 127η θέση παγκοσμίως, εμποδίζοντας την έξοδο μας από την κρίση, ενώ στην παροχή κινήτρων για εργασία βρισκόμαστε στην 137η θέση. Για την σπάταλη χρήση κρατικών δαπανών κατέχουμε την 140η θέση, ενώ για το βάρος που επιρρίπτουν στην οικονομία οι κρατικές ρυθμίσεις έχουμε την 144η θέση παγκοσμίως. Για δε την αποτελεσματικότητα του δικαστικού μας συστήματος καταλαμβάνουμε την 138η θέση, ενώ για το επενδυτικό περιβάλλον της χώρας την 142η θέση.

Επιπλέον, με βάση τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η χώρα μας είναι η τελευταία στην ΕΕ σε δαπάνες για επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη και έχει τον χαμηλότερο δείκτη καινοτομίας στην Ευρώπη. Ακόμα χειρότερα, κατά τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το εκπαιδευτικό μας σύστημα παραπαίει ενώ, στην περίφημη κατάταξη PISA, τα σχολεία και τα ανώτατα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα είναι από τα τελευταία στον κόσμο. Αντιθέτως, κατά την μη κυβερνητική οργάνωση «Διεθνής Διαφάνεια», η χώρα μας διαπρέπει στην διαφθορά και μάλιστα με αισθητή διαφορά από τον ευρωπαϊκό μέσον όρο. Τέλος, παρά τις περικοπές αμοιβών στον δημόσιο τομέα, το γραφειοκρατικό κόστος στην Ελλάδα, ως ποσοστό του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος, είναι υπερδιπλάσιο από το αντίστοιχο στην ΕΕ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, στον βαθμό που η οικονομία δεν δέχεται καμμία διαρθρωτική αλλαγή στους παραγωγικούς της μηχανισμούς και, κυρίως, στις διοικητικές λειτουργίες της, τα περίφημα «πρωτογενή πλεονάσματα» δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μεγάλη τρύπα στο νερό. Οι δε διεθνείς αγορές ποτέ δεν πρόκειται να τα λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τους, αν δεν δουν να πραγματοποιούνται κυριολεκτικά βαθειές μεταρρυθμίσεις στην οικονομική μας οργάνωση.

Η πιο ριζική, από την άποψη αυτή, μεταρρύθμιση για την χώρα θα ήταν αυτή που θα ενίσχυε την ανάπτυξη του διεθνώς εμπορεύσιμου τομέα των προϊόντων και υπηρεσιών της. Αν αυτό δεν συμβεί «εδώ και τώρα», η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να ζει υπό καθεστώς μονίμου «εσωτερικής υποτιμήσεως», που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε απρόβλεπτων διαστάσεων και συνεπειών κοινωνική έκρηξη. Και το πολιτικό υπόβαθρο για παρόμοια εξέλιξη έχει ήδη δημιουργηθεί και μονιμοποιείται, τροφοδοτούμενο από την συνεχιζόμενη κρίση.

Στην χώρα μας έχει αναπτυχθεί ένα δυσάρεστο και πολύ επικίνδυνο φαινόμενο, αυτό του απογοητευμένου πολίτη –του επιρρεπούς σε λαϊκισμούς και παραπλανητικά συνθήματα που σκοπίμως καλλιεργούν τον παραλογισμό εις βάρος του ορθού λόγου και της υφής του. Μία πρώτη αποτύπωση του παραλογισμού αυτού βλέπουμε ήδη στις διάφορες δημοσκοπήσεις που κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότητος, πιθανώς δε θα το διαπιστώσουμε πιο αδρά στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2014.

Παρόλα αυτά, ακόμα και τώρα, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη αν η παρούσα κυβέρνηση, παρά την ισχνή της πλειοψηφία, αποφασίσει «να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα», όπως θα έλεγαν και οι Γάλλοι. Δηλαδή, να πιάσει το γραφειοκρατικό τέρας εκεί όπου βρίσκεται η πηγή της διεστραμμένης ασυδοσίας του: στις αρμοδιότητές του. Μόνον έτσι θα αρχίσει η απελευθέρωση της οικονομίας και της κοινωνίας από τα αδυσώπητα δεσμά του κρατισμού. Αν αυτό δεν συμβεί σε χρόνο μηδέν, οι μήνες που έρχονται ίσως αποδειχθούν οι δραματικότεροι της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας μετά τον Εμφύλιο.