Πρόγραμμα παρακολούθησης της ορεινής πέρδικας στην ορεινή Ήπειρο- Ποια είναι τα αποτελέσματα.

Η παρακολούθηση των πληθυσμών των ειδών της άγριας πανίδας είναι μια δύσκολη και επίπονη εργασία, ιδιαίτερα για είδη που διαβιούν σε βιότοπους σημαντικά μεγάλης έκτασης και δυσπρόσιτους για τον άνθρωπο.

Αυτό το πρόβλημα προσπαθεί να αντιμετωπίσει το λογισμικό του Distance Sampling, που ως εφαρμογή πληροφορικής επεξεργάζεται αυτόματα στοιχεία δειγματοληψιών υπαίθρου, καταλήγοντας σε εκτιμήσεις πληθυσμού, μέσου μεγέθους κοπαδιών, πιθανότητας συνάντησης και πολλών άλλων παραμέτρων για το είδος που παρακολουθείται.

Στην Ήπειρο, απαντώνται πολύ τύποι βιοτόπων της ορεινής πέρδικας που συμπεριλαμβάνουν διάφορα ενδιαιτήματα. Αυτό την κάνει ως μια από τις πιο σημαντικές ελληνικές περιοχές για την ορεινή πέρδικα, με συνέπεια η παρακολούθηση του είδους αυτού στην Ήπειρο να αποτελεί σημαντικό δείγμα για τον πληθυσμό σε όλη την Ελλάδα.

Έτσι, με την αρωγή της Ε’ Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Ηπείρου εκπονήθηκε ένα 4ετές πρόγραμμα παρακολούθησης της ορεινής πέρδικας και έγινε επεξεργασία των στοιχείων με το Distance Sampling.

Ως αποτέλεσμα εξάχθηκε η εκτίμηση της τάσης του πληθυσμού και η ετήσια αναπαραγωγική επιτυχία για την τετραετία εκτέλεσης των δειγματοληψιών.

Τα αποτελέσματα του προγράμματος παρουσιάστηκαν στο πρόσφατο πανελλήνιο δασολογικό συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Καρδίτσα, από τον Ευάγγελο Τασούλα,  PhD Δασολόγο Περιβαλλοντολόγο.

Συμπεράσματα

Γενικώς τα αποτελέσματα, συμφωνα με τον κ. Τασούλα,  εκτιμάται ότι είναι ενθαρρυντικά για τον πληθυσμό της ορεινής πέρδικας στην περιοχή. Η διαφορά της μεγαλύτερης πυκνότητας που παρατηρήθηκε το καλοκαίρι του 2010 και της μικρότερης που παρατηρήθηκε το καλοκαίρι του 2009 εκτιμάται ως φυσιολογική διακύμανση ενός σταθερού πληθυσμού και σε καμία περίπτωση δεν δηλώνει συνολική πτωτική τάση.

Το μέσο μέγεθος των κοπαδιών είναι 10,85 πουλιά και σε σχέση με την αναφορά ότι η ορεινή πέρδικα γεννά 10-15 αυγά, αντικατοπτρίζει τη φυσική θνησιμότητα που υπάρχει στα ζευγάρια που τελικά ολοκλήρωσαν τη διαδικασία της αναπαραγωγής με επιτυχία. Η συνολική αναπαραγωγική επιτυχία όμως, ανηγμένη σε όλο τον πληθυσμό στην Ήπειρο, είναι μικρότερη ανά ζεύγος πουλιών και μετρήθηκε από 4,32 έως 6,47. Αυτό συμβαίνει, διευκρινίζει ο κ. Τασούλας,  διότι κάποια ζευγάρια δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν την αναπαραγωγική διαδικασία με επιτυχία αφού οι φωλιές τους καταστρέφονται από φυσικούς παράγοντες όπως η αρπακτικότητα, οι αρρώστιες, η κακής ποιότητας βιότοποι ή οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες.

Η θνησιμότητα αυτής της περιόδου, εξηγεί  ο επιστήμονας, δεν μπορεί να συσχετιστεί με τη θηρευτική δραστηριότητα, διότι, από την περίοδο αναπαραγωγής έως την περίοδο καταγραφής των κοπαδιών δεν ασκείται θήρα.

Κάτι που παρατηρήθηκε σχετικά με την αναπαραγωγική επιτυχία είναι η άμεση αντίδραση του πληθυσμού σε χρονιές που αυτός εμφάνισε μείωση. Φάνηκε λοιπόν ότι κάθε χρονιά με μειωμένο πληθυσμό, παρότι ο αριθμός των ζευγαριών ήταν μικρότερος, παρουσίαζε μεγαλύτερη αναπαραγωγική  επιτυχία και αύξηση του πληθυσμού σε αριθμούς μεγαλύτερους από την προηγούμενη χρονιά.

Αυτό παρατηρήθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο,  ιδιαίτερα τα έτη 2008 και 2010 όπου παρά την μικρότερη πυκνότητα των ζευγαριών (D= 0,073 το 2008 και D= 0,064 το 2010) οδηγηθήκαμε σε μεγαλύτερη αναπαραγωγική επιτυχία 5,43 άτομα/ζεύγος το 2008 και 6,47 άτομα/ζεύγος το 2010.

Αυτό εξηγείται, επισημαίνει ο κ. Τασούλας,  ως εξής: όταν έχουμε μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού, μειώνεται ο ανταγωνισμός των ζευγαριών και επιλέγονται οι καλύτερες θέσεις φωλεοποίησης, υπάρχει περισσότερη διαθέσιμη τροφή και νερό, καθώς και λόγω της μεγαλύτερης διασποράς, οι ευκαιρίες των αρπάγων επί των περδίκων, είναι λιγότερες. Έτσι οδηγούμαστε σε μεγαλύτερη αναπαραγωγική επιτυχία και λόγω της μεγάλης γεννητικότητας, σε άμεση ανάκαμψη του πληθυσμού.

Τέλος όσον αφορά την επιλογή της μεθοδολογίας των γραμμικών δειγματοληπτικών επιφανειών και της ανάλυσης των στοιχείων με το Distance Sampling Release 6.0, αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποδοτική αφού δεν εμφανίστηκαν αστοχίες με ανεξήγητες αποκλίσεις αποτελεσμάτων και εξαγωγή εσφαλμένων αναλύσεων του προγράμματος. Ως δυσκολίες πρέπει να αναφερθούν οι μεγάλου μήκους πορείες σε δυσπρόσιτα και δυσδιάβατα εδάφη, όπως και η εξεύρεση συνεργείων υπαίθρου με ιδιοκτήτες εκπαιδευμένων σκύλων και η εξειδίκευση τους για την αφομοίωση της μεθοδολογίας και της εκτέλεσης της στο πεδίο.

Όσον αφορά την αναγωγή των πυκνοτήτων σε απόλυτους αριθμούς πουλιών, που αναφέρεται μόνο στην περιοχή μελέτης (100.225Ηα) και όχι σε όλους τους βιότοπους της πέρδικας στην Ήπειρο, είναι ενδιαφέρουσα.
Η εκτίμηση πληθυσμού κατά την περίοδο συγκρότησης των ζευγαριών κυμαίνεται από 6.414 έως 8.118 άτομα, με Μ.Ο. 7ετίας τα 7.631 άτομα και μετά την αναπαραγωγή από 17.239 έως 20.747 άτομα, με Μ.Ο. 7ετίας τα 19.358 άτομα.
Δηλαδή ο πληθυσμός των περδικών στην Ήπειρο, σαφώς και δεν αποτελεί έναν απειλούμενο πληθυσμό.

Περιοχή μελέτης

Η περιοχή μελέτης στην οποία διενεργήθηκαν οι δειγματοληψίες εξαπλώθηκε σχεδόν σε όλους τους ορεινούς όγκους της Ηπείρου. Η ορεινή πέρδικα {Alectoris graeca) είναι ένα είδος που διαβιεί σε ορεινούς βιότοπους, σε θαμνώδεις και βραχώδεις επιφάνειες και εντοπίζεται κοντά σε κρασπεδικές θέσεις  και γι’ αυτό είναι δύσκολο να γίνει άμεση καταγραφή του πληθυσμού της. Εκτός από τη μέθοδο της εκτίμησης μέσω της κυνηγετικής κάρπωσης, υπάρχει η δυνατότητα εκτίμησης του πληθυσμού ειδών της άγριας πανίδας και ορνιθοπανίδας με δειγματοληψίες υπαίθρου και χρήση των εργαλείων της πληροφορικής, όπως το ελεύθερο λογισμικό πρόγραμμα Distance Sampling. Μέχρι το έτος 2007 η μοναδική προσπάθεια εκτίμησης του πληθυσμού της ορεινής πέρδικας στην Ήπειρο υπήρξε η Μελέτη της Βιολογίας και της δυναμικής του πληθυσμού της ορεινής πέρδικας στην Ήπειρο, όπου έγινε εκτίμηση πληθυσμού για την τριετία 2000-2002. Επειδή η παρουσία και το κυνήγι της ορεινής πέρδικας  είναι  άρρηκτα  συνδεδεμένα  με  τη  ζωή  και  τις παραδόσεις των ανθρώπων που κατοικούν ή κατάγονται από οικισμούς που βρίσκονται στους ορεινούς όγκους της Ηπείρου, η Ε’ Κυνηγετική Ομοσπονδία Ηπείρου, αποφάσισε το 2007 να ξεκινήσει ένα νέο πρόγραμμα για την παρακολούθηση του πληθυσμού της ορεινής πέρδικας. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση ήταν η παρακολούθηση των πληθυσμών της πέρδικας με επιστημονικά αναγνωρισμένες και κοινώς αποδεκτές μεθόδους και η συλλογή αξιόπιστων και αδιαμφισβήτητων αποτελεσμάτων που οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα για προτεινόμενα διαχειριστικά μέτρα. Επίσης στόχος ήταν η εξαγωγή αποτελεσμάτων σχετικά με την χρήση των ενδιαιτημάτων της ορεινής πέρδικας στην Ήπειρο, η οποία εμφανίζει ιδιαιτερότητες σε σχέση με άλλες περιοχές της Ελλάδας. Το πρόγραμμα παρακολούθησης του πληθυσμού και της αναπαραγωγικής επιτυχίας της ορεινή πέρδικας στην Ήπειρο ολοκληρώθηκε με μετρήσεις τεσσάρων ετών το έτος 2010.