Της Ευαγγελίας Ράπτου – Στεργιούλα˙.

Οι τραγικές περιπέτειες των Ατρειδών ζωντάνεψαν στα μάτια των θεατών το Σάββατο 3 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο του Δίον με την εξαιρετική «διδασκαλία» της τραγωδίας «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, το πρώτο μέρος της τριλογίας «Ορέστεια», από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, κατά μετάφραση Νικολέττας Φριντζήλα και σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, και την εξαιρετική ερμηνεία των υποκριτών της.

Η τραγωδία αυτή σημειώνει τη λήξη του Τρωικού Πολέμου που άρχισε πριν δέκα χρόνια για χάρη της ωραίας Ελένης με στρατό στοιβαγμένο σε χίλια καράβια και τελείωσε με νίκη των Ελλήνων. Ο Αρχηγός τους ήταν ο Αγαμέμνων, βασιλιάς των Αργείων.  Η σκηνή είναι στο Άργος. Μια φλόγα από τα βάθη του ορίζοντα αναγγέλλει τον γυρισμό του νικητή βασιλιά. Ο φρουρός δίνει στη βασίλισσα Κλυταιμνήστρα  που όλο αυτό τον καιρό ζει με τον εραστή της Αίγισθο, πρωτεξάδελφο του άνδρα της,  το χαρμόσυνο μήνυμα του γυρισμού του Αγαμέμνονα στην  πατρίδα του. Ο Χορός των γερόντων όσο και να χαίρεται δείχνει την ανησυχία του και τη στενοχώρια για την οικογενειακή διάλυση που θα αντικρίσει ο Βασιλιάς τους και τον φόβο του για τον χρησμό του Μάντη Κάλχα πως οι μεγάλες συμφορές θα ξεσπάσουν μετά τον γυρισμό αυτόν. Βγαίνει η Κλυταιμνήστρα σε τούτη την ανήσυχη στιγμή δείχνοντας με υποκριτική ειλικρίνεια χαρούμενη και περήφανη για τον γυρισμό του άνδρα της. Τον υποδέχεται πανηγυρικά, όπως θα ταίριαζε σε έναν ήρωα – Θεό. Εκείνος φτάνει στο «νικητήριο άρμα», έχοντας μαζί του την αιχμάλωτη Κασσάνδρα, κόρη του ηττημένου βασιλιά της Τροίας και απολλώνια μάντισσα. Η Κλυταιμνήστρα τον οδηγεί πάνω σε ολοπόρφυρο χαλί μέσα στο παλάτι, με την χαρά και περηφάνια της να ξεχειλίζουν μέσω των λόγων της. Σε λίγο θα καλέσει και την Κασσάνδρα, η οποία αρνείται με τη σιωπή της και όταν μένει μόνη της με τον Χορό των Γερόντων μέσω του θρήνου της θα του προφητέψει όσα κακά και ανήκουστα θα συμβούν σε λίγο σε τούτο το ξακουστό παλάτι: από στιγμή σε στιγμή ο τροπαιοφόρος βασιλιάς θα σκοτωθεί και μαζί του ομοιοτρόπως θα στείλουν και την ίδια στις πύλες του Άδη. Κάποτε, βέβαια, ο Ορέστης θα πάρει εκδίκηση. Συγκλονισμένος ο χορός δεν μπορεί στ’ αυτιά του να πιστέψει. Κλαίει και οδύρεται με τα κακά μελλούμενα που η βάρβαρη κόρη περιγράφει. Αλλά η  έξοδος στη σκηνή της Κλυταιμνήστρας επιβεβαιώνει την προφητική ρήση της ξένης κόρης. Κράζει και αναφωνεί πε τρόπο κυνικό πως έγινε αυτουργός δύο φόνων, αποδίδοντας έτσι δικαιοσύνη στη χώρα των Αργείων. Κατηγορεί τον δολοφονημένο άντρα της για τη θυσία της πολυαγαπημένης κόρης τους Ιφιγένειας και τη συζυγική απάτη με την Κασσάνδρα. Με ανάλογα αισθήματα βγαίνει στη σκηνή και ο εραστής Αίγισθος για να αναλάβει την ευθύνη του ηθικού αυτουργού, καθώς ο πατέρας του Αγαμέμνονα ο Ατρέας σκότωσε τον αδελφό του Τάνταλο (κατά μια άλλη εκδοχή όλα τα αδέρφια του) και σε δείπνο συμφιλίωσης προσέφερε τη βρασμένη σάρκα τους στον πατέρα του Θυέστη. Μονάχα στο τέλος του γεύματος του αποκάλυψε την Αλήθεια και για εκδίκηση κάνει έναν γιο με την κόρη του την Πελόπεια, τον Αίγισθο, ο οποίο, σύμφωνα με τον χρησμό θα σκότωνε τον Ατρέα. Αίγισθος και Κλυταιμνήστρα, λοιπόν, παρουσιάζονται ως ήρωες της  δικαιοσύνης και ευεργέτες του λαού των Αργείων, γιατί με τον φόνο αυτόν τον απάλλαξαν από έναν τέτοιο βασιλιά και του προσφέρουν ένα καινούργιο ιδεώδες βασιλικό ζευγάρι.

Όλη αυτή την υπόθεση ξετύλιξαν με τον πιο παραστατικό τρόπο οι υποκριτές του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης.

Η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που υποδύθηκε την Κλυταιμνήστρα απέδωσε τον ρόλο της με τρόπο εξαιρετικό. Δυναμική στη σκηνή, αγέρωχη, με επιβλητικό υποκριτικό ανάστημα και λόγο με πυγμή, όπως θα ταίριαζε σε μια αισχύλεια ηρωίδα που θα διαπράξει ένα τέτοιο στυγερό έγκλημα. Με εκπληκτική ηθοποιία ενσαρκώνει τόσο τη σύζυγο που καρτερικά υπέμενε τον γυρισμό του άνδρα της, όσο και τη φόνισσα την αδίστακτη, την σκληρή, την υποκινούμενη από μητρική αγάπη και πόνο συνάμα.

Ο Μηνάς Χατζησάββας, «Αγαμέμνων» με το λόγο του και το ύφος του το στιβαρό, το ανυπότακτο σε πλάνες γυναικείες, αλλά υποχωρητικός από σεβασμό στη γυναικεία θέληση, κατέδειξε το υποκριτικό του τάλαντο, την τέχνη του «ποιειν ήθος».

Η Θεοδώρα Τζήμου, η «Κασσάνδρα», ρίγησε και εξέπληξε με τη σπαρακτική φωνή της, τη μιμούμενη κάποιο όρνιο και πετούμενο του ουρανού που δεν μοιάζει με τ’ άλλα. Συνεπήρε το κοινό στο στρόβιλο των φρικιαστικών προφητειών της.

Ο  Βασίλης Μπισμπίκης, ο «Αίγισθος», απόλυτα ταιριαστός με τον ρόλο του, του επιπόλαιου και αναιδή, του άνανδρου και καιροσκόπου. Ο «φοβισμένος» φύλακας Βασίλης Χαλακατεβάκης με υπέροχο τρόπο απέδωσε την αμηχανία του για ένα τέτοιο δύσκολο ρόλο, το ρόλο του φορέα των ειδήσεων στην βασίλισσά του. Ο Κήρυκας Θέμης Πάνου κρατούσε με ανοιχτό το στόμα όλους με τον ασθματικό του λόγο και τη δεινή περιγραφή του.

Και οι κορυφαίοι του χορού, Θύμιος Κούκιος, Βασίλης Πουλάκος, Κρις Ραντάνοφ, Κώστας Φαλελάκης, Μενέλαος Χαζαράκης, έδωσαν μια άλλη μορφή στην αρχαιοπρεπή ιδέα για τον Χορό των Γερόντων. Σοφία και παλικαριά σε ένα σώμα!

Δονήθηκε η σκηνή από τα ακούσματά των λόγων τους. Σείστηκε η ψυχική ηρεμία των θεατών όταν αντίκρισαν τη βασίλισσα στο αίμα βουτημένη. Το κοινό παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Πόσο ζωντανά σε μια θεατρική σκηνή αποδόθηκε ο μύθος με κινηματογραφική πιστότητα! Και το κλαρινέτο θεωρήθηκε απαραίτητη καινοτομία, απόλυτα ταιριαστός ο ήχος του με τις ποικίλες μεταβάσεις από σκηνή σε σκηνή.

Έτσι διαγράφηκε και η εξαιρετική δουλειά της σκηνοθέτριας της Νικαίτης Κοντούρη, συνδυάζοντας με απόλυτο φυσικό τρόπο τις απαιτήσεις μιας αρχαίας τραγωδίας με τις μοντέρνες καινοτομίες.

Και ήμασταν όλοι εκεί. Κατάμεστο το κοίλον. Συγχαρητήρια σε όλους. Συγχαρητήρια και στο 42ο Φεστιβάλ Ολύμπου που δίδει τη δυνατότητα στο φιλόμουσο κοινό να βιώσει ανώτερης αισθητικής απόλαυσης θεατρικές καταστάσεις-παραστάσεις.

˙Η Ευαγγελία Ράπτου – Στεργιούλα είναι φιλόλογος καθηγήτρια, υπ. διδάκτωρ Tμ. Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ., Τομέα Γλώσσας Θεάτρου και Πολιτισμού του Παν. Αιγαίου.