Του Χρήστου Μαλασπίνα

Ο μπαρμπέρης της Ευρώπης
με το βλέμμα αντιλόπης,
έχει χέρι σαν βαρίδι
και μακρύ, γερό ψαλίδι.

Σαν σε βάζει στην καρέκλα
Ναι, ω, μα την άγια Θέκλα,
Χραπ και χρουπ εις τον αέρα
Σου τα παίρνει πέρα ως πέρα.

Σου θυμίζει κάτι τώρα;
Αστραπόβροντο ή μπόρα;
Η ματιά του αγκυλωμένη,
σαν παλιά, μαυροντυμένη!

Ίδιο μάτι, ίδιο βλέμμα
αχ, Θεέ μου να ’ταν ψέμα,
πέρα, πίσω στη γωνία,
η ίδια πάντα αγωνία.

Σού εμπήξανε μαχαίρι
Του διαβόλου οι εταίροι!
Και συ έκλαιγες σαν πρώτα
μουσκεμένη στον ιδρώτα.

Μεσ’ τα αίματα τα τόσα
και τα πάθια άλλα τόσα,
επεράσανε τα χρόνια
μένει η πληγή αιώνια.

Από το εικοσιένα
όταν είχες μόνον ένα
όνειρο κι επιθυμία,
να γευθείς ελευθερία.

Όπως τότε, ναι, και πάλι,
αν και κόρη, παλικάρι,
σου εκλάψανε στα στήθια
μα δε σού ’δωσαν βοήθεια.

Πάνω που ‘πες να αρχίσεις
την κατάρα να ξορκίσεις,
να σηκώσεις τα μανίκια
για να βρεις όλα τα δίκια,

Σε καθίσαν οι μεγάλοι
Γερμανοί μαζί και Γάλλοι
Και σου κόψανε το βήχα.
-Τι έχεις Γιάννη; Ο,τι είχα.

Έτσι δα οι ευρωπαίοι
σε μισούνε για τα χρέη…
Και ξεχνούνε πως εκείνοι
σαν κι’ εσέ, έχουν ευθύνη.

Και η Βάσω τι ωραία,
όλοι η παλιοπαρέα,
ξεσηκώθηκε με χάρη
και φορέσανε ταγάρι.

-«Τι καμώματα είναι τούτα»,
σου πετάξανε στα μούτρα!
«ψήφο εδική δεν βλέπεις
τι και αν σ΄ αυτήν προσβλέπεις».

Μα πριν ανέβει άλλο η νότα,
η Βασούλα αλλάζει ρότα!
Και η κάθε κατεργάρα
κάνει την κουρά γαργάρα.

Και ο Πρόεδρος σιμά τους
(είναι εις τα συγκαλά τους;)
στα ογδόντα έγινε πάπια!
Κι αν ευρέθηκε και κάποια

να βαστήξει τα κουράγια,
να στεριώσει τα μουράγια,
μ΄ ένα «όχι» ανδρειωμένο,
Της Κατσέλη ακουσμένο.

Κι όταν μάθαμε, αλήθεια,
κάτι νοιώσαμε στα στήθια,
πως η Τρόικα θα γίνει
κολλητή μας και θα μείνει

να ξεχειμωνιάσει τώρα
και την άνοιξη καληώρα
το Φθινόπωρο κι ακόμα
θα ριζώσει μες το χώμα!

Τέτοιο χάλι κι’ αστειάκια
δεν αντέξαν τ΄ελληνάκια
το χεράκι τους απλώσαν
και με μούντζα ξεχρεώσαν!

Κάποτε όλες οι παράτες
ακουμπούσανε σε πλάτες.
Ζήτω, μπράβο, παλαμάκια
τσαχπινιές και τσαλιμάκια.

Κι όταν ο λαός κεφάλι
Θεέ μου σήκωσε και πάλι,
ενθυμούμενος ηρώων,
Απ’ την εποχή των Τρώων,

και του Γέρου του Μορέως,
του Σαράντα και, μοιραίως
μακεδονομάχων ώρα
εξεσπάθωσε και τώρα,

τις παράτες πέρα κάνει
Και της δόξας το στεφάνι
Πάνω απ’ όλα τα αστέρια
Το σηκώνει με τα χέρια.

Τρόμαξ’ όλη η πολιτεία
και ο Γιώργος στην γωνία,
ψέλλισε για ψήφισμα
και για δημοψήφισμα.

Τι ωραία, τι αστεία
Γέλασ’ όλη η πλατεία.
Χέρι κάτω, χέρι απάνω
Τίνος είν’ το παραπάνω;

Μα του ποιητή η πένα
-όλα είναι εγγραμμένα-
πέρα από το μέλλον βλέπει,
ψάρι, που δεν έχει λέπι.

Και βρωμάει και νομίζει
πως αρώματα μυρίζει!
Την Ελλάδα θα βουλιάξει
Κι έπειτα θε να λουφάξει!

Πριν ακόμα του ζητήσουν
και τι έφταιξε ρωτήσουν,
εκειός άρχισε επιθέσεις,
τις καλές να πάρει θέσεις.

Τώρα φταιν’ οι τραπεζίτες
κ’ οι δημοσιο-γραφίτες.
Μα ξεκάθαρα θα πω,
το στραβό μας το μυαλό!