Του Σπύρου Νεραϊδιώτη*. Οι οργανοπαίχτες ξέρουν τα γούστα του και δεν είναι ανάγκη να τους το πει πώς να το παίξουν. Τόσα χρόνια σε τόσα πανηγύρια ξέρουν όλα τα χορευτικά του χούγια. Γνωρίζουν πολύ καλά τα χορευτικά του καπρίτσια, τις χορευτικές του ιδιοτροπίες, τις ιδιορρυθμίες του, τις ιδιομορφίες του και τις παραξενιές του.

   Σαν έρχεται η σειρά του να χορέψει, γίνεται μια ευχάριστη αναστάτωση. Πλησιάζει την ορχήστρα με ύφος αγέρωχο, επιβλητικό, αρχοντικό και αυστηρό. Παραγγέλλει το τραγούδι, πληρώνει τα όργανα αδρά, για να ξεκινήσει η ιεροτελεστία. Τα μικρόφωνα κλείνουν, για να βγαίνει όλη η γλύκα της μελωδίας ανόθευτη, ζεστή, φρέσκια, μυρωδάτη, να του ευωδιάζει την ψυχή και να του φέρνει ανατριχίλα στο κορμί, ξυπνώντας θύμησες και συναισθήματα.

   Σηκώνονται όρθιοι οι οργανοπαίχτες, προϊδεάζοντας για το τι θα επακολουθήσει, για να εκφράσουν με το δικό τους τρόπο τη συμμετοχή τους σε αυτό το παραλήρημα, ζώντας το και οι ίδιοι, και τότε γίνονται όλοι ένα, χορευτές και οργανοπαίχτες.

   Ο χορός και η μουσική είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Χορευτής και οργανοπαίχτης ταυτίζονται. Συνεννοούνται μ’ έναν άγραφο κώδικα επικοινωνίας. Κοινό χαρακτηριστικό το μεράκι.

     Ο κόσμος από κάτω σιγοτραγουδάει για να δείξει ότι συμμετέχει. Γίνεται μια πανδαισία, μια ιεροτελεστία, που είναι η πεμπτουσία του παραδοσιακού τραγουδιού και χορού. Δυο έννοιες συνυφασμένες, αλληλένδετες μεταξύ τους, που η μια ζει και υπάρχει για την άλλη, γιατί και οι δυο συμφύονται. Θαρρεί τότε πως είναι ψυχικά ντοπαρισμένος από το πολύ μεράκι, ναρκωμένος από το όπιο του νταλκά και του έρωτα και μεθυσμένος από τα λόγια και τη μελωδία του τραγουδιού, λες και πίνει κόκκινο παλιό κρασί.

   Υποφέρει υπέροχα τη στιγμή εκείνη, και γλυκά πονάει. Και αυτός ο όμορφος και γλυκός πόνος προδίδει τα συναισθήματά του. Ηδονίζεται και παθιάζεται, τρελαίνεται και ανατριχιάζει από το ρυθμό, γιατί και οι παλμοί της καρδιάς έχουν ρυθμό. Και αυτοί οι παλμοί αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής του και παράγουν όμορφα συναισθήματα, σαν τις μελωδίες μουσικού οργάνου.

   Σώμα – καρδιά – ψυχή – πνεύμα: είναι αυτά που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, κι εκείνη την ώρα είναι σε πλήρη ετοιμότητα. Είναι στο αποκορύφωμα.  

   Χορεύει και το αισθάνεται, το ζει και το χαίρεται, απολαμβάνοντας κάθε του κίνηση. Του αρέσει να λικνίζει το κορμί του, όπως λικνίζεται το στάχυ, να γέρνει το σώμα του, όπως γέρνει το δέντρο, να χτυπάει τα πόδια του με απότομα σταματήματα, όπως χτυπάει το άλογο τα πόδια του στο έδαφος, να σηκώνεται στον αέρα, όπως πετάει ο αετός, να πηγαίνει μπρος πίσω, όπως το κύμα της θάλασσας, να κινείται με χαϊδευτικές και απαλές κινήσεις, όπως φυσάει ο αέρας και χαϊδεύει το πρόσωπο. Ευχαριστιέται και γοητεύεται να ταυτίζεται με την ίδια τη φύση, γιατί και ο άνθρωπος είναι γέννημα και θρέμμα της φύσης.

   Το σόλο του τραγουδιού είναι η αποκορύφωση, η γοητεία, ο οργασμός του χορού και της ψυχής, η έκφραση των συναισθημάτων, το άγγιγμα ψυχής, το άρωμα και η χορευτική ποίηση, που είναι τρόπος ζωής. Εκεί μαγεύεται και εκστασιάζεται, εκεί βγάζει όλα του τα συναισθήματα. Εκεί βγάζει τον πόθο του για την αγαπημένη του. Εκεί βγάζει τον πόνο ψυχής, και το παράπονο, εκεί τη λεβεντιά και τον ηρωισμό, εκεί την κυριαρχία αλλά και τη γοητεία, εκεί τον ερωτισμό και την τρυφερότητα για τη γυναίκα της ζωής του.

   Ο κλαριτζής αφουγκράζεται την ψυχή του, διαβάζει την έκφρασή του, ενθουσιάζεται, μερακλώνεται και αφού κάνει νεύμα στους υπόλοιπους οργανοπαίχτες να σταματήσουν το παίξιμο, κατεβαίνει κάτω παίζοντας, μόνο αυτός το κλαρίνο στο αυτί του πρωτοχορευτή. Και αυτό το αναθεματισμένο το κλαρίνο, λες και βλέπει, ακούει και αφουγκράζεται, κάνει την έκφραση μελωδία και του ξυπνάει μέσα του θύμησες και συναισθήματα. Η γλύκα της μελωδίας τού χαϊδεύει το αυτί, όπως το πρώτο φιλί της αγαπημένης του στο πρώτο ραντεβού. Πλήθος συναισθημάτων πλημμυρίζουν την καρδιά και την ψυχή και τον ανεβάζουν στους εφτά ουρανούς.

   Έτσι βλέπει το χορό, έτσι τον νιώθει, έτσι τον αισθάνεται. Μέσα του πάλλεται η ψυχή του Ρωμιού, όπως περιγράφεται στους στίχους της Ρωμιοσύνης του Γιάννη Ρίτσου.

«κι όταν χορεύαν’ στην πλατεία

μέσα στα σπίτια τρέμαν’ τα ταβάνια

και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια».

   Αυτή είναι η αμοιβή του, αυτή είναι η υλική και ηθική του ικανοποίηση. Γι’ αυτό θεωρεί τον εαυτό του τυχερό και πλούσιο. Γι’ αυτό ο χορός είναι η ίδια του η ζωή, η υπόσταση, η οντότητα και ο κόσμος όλος. Γιατί ο χορός είναι έκφραση, άγγιγμα ψυχής, άρωμα και τρόπος ζωής. Είναι χαρά και απόλαυση, γλέντι και βίωμα, γλύκα και ομορφιά, πόθος και πάθος, ήθος και μύθος, τρέλα και ανατριχίλα, αγώνας και αγωνία. Αυτό είναι ο χορός! 

   Οι στίχοι του ποιήματος του Νίκου Παπακόγκου, του τρανού ποιητή από τις μικρές μας πατρίδες, ταιριάζουν απόλυτα στον πρωτοχορευτή, καθώς και σε όλους αυτούς που εκφράζονται χορεύοντας.

«Γεια σου, λεβέντη χορευτή,

στα νύχια περπατάς

και το λιγνό σου το κορμί

το στρίβεις σαν αδράχτι.

Ποια να ’ναι τάχα π’ αγαπάς

κι όλο γυρίζεις και κοιτάς

χωρίς ντροπή στη φράχτη;»

   Εκείνη τη στιγμή που ο πρωτοχορευτής χορεύει, νιώθει την ανάγκη να ανοίξει τα χέρια του και να σφίξει στην αγκαλιά του τον κόσμο όλο. Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει και κάθε φορά αισθάνεται πως αγαπάει τον κόσμο όλο. Εκείνη τη στιγμή σκέφτεται πως τόσα χρόνια που χορεύει κερδίζει την αγάπη του κόσμου. Εκείνη τη στιγμή ανακαλύπτει πως είναι «πλούσιος», γιατί έχει όλα αυτά και άλλα τόσα, που δεν έχουν οι πλούσιοι.

   Η καλλιέργεια των αρχών, των αρετών των ιδανικών, καθώς και η αγάπη του κόσμου, είναι από τα μεγαλύτερα οφέλη που έχει στο χώρο αυτό. Αξίες που στη σημερινή εποχή είναι δυσεύρετες, είναι θησαυρός που κοσμούν τον άνθρωπο.

 

*Ο Σπύρος Νεραϊδιώτης είναι

χοροδιδάσκαλος,

λαογράφος,

τηλεοπτικός παραγωγός