Παρά την ευρύτατα διαδεδομένη καταστροφολογία, οι ευρωζωνικές αποφάσεις στη περίπτωση της Κύπρου ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Το ερώτημα είναι σοβαρό. Η τελευταία απόφαση του Eurogroup περιείχε ένα σοβαρό λάθος ή τελικά ήταν πολύ καλά μελετημένη και στην ουσία κρύβει πίσω της την αυριανή ευρωπαϊκή πραγματικότητα; Είναι δυνατόν 17 υπουργοί Οικονομικών, πλαισιωμένοι από περίπου 50 συμβούλους, να κάνουν παιδαριώδη λάθη; Η απάντησή μας είναι: μάλλον όχι.

Φαινομενικά, όμως, λάθος έγινε. Και αφορά τους περιορισμούς στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, που είναι μία από τις κορυφαίες θεσμικές λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ). Η τελευταία, ως γνωστόν, στηρίζεται στην ελεύθερη διακίνηση προσώπων, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο να προβεί στην έστω και προσωρινή άρση του άρθρου 63 της Συνθήκης για την λειτουργία της ΕΕ αποτελεί σοβαρό θεσμικό ολίσθημα, που σίγουρα θα έχει και παράπλευρες αρνητικές επιπτώσεις –πολύ πιο αδρές από αυτές που κάποιοι προεξοφλούσαν ότι θα συνέβαιναν αν εφαρμοζόταν η πρώτη απόφαση για γενικό κούρεμα των καταθέσεων. Γιατί, όμως, το Eurogroup συνειδητά πήρε την απόφαση αυτή;

Σε ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τονίζονται τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων του κεφαλαίου, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό αυστηρούς όρους, για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας. Σύμφωνα με την νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τα μέτρα μπορούν επίσης να εισαχθούν για επιτακτικούς λόγους γενικού δημόσιου συμφέροντος. Οι εξαιρέσεις στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων πρέπει να ερμηνεύονται πολύ αυστηρά και να μην εισάγουν διακρίσεις, να είναι κατάλληλες, αναλογικές και να εφαρμόζονται για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα.

»Υπό τις σημερινές συνθήκες, η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και του τραπεζικού συστήματος στην Κύπρο αποτελεί θέμα δημοσίου συμφέροντος και δημόσιας πολιτικής που δικαιολογούν την επιβολή των προσωρινών περιορισμών στις κινήσεις κεφαλαίων. Οι περιορισμοί αυτοί μπορεί να περιλαμβάνουν τραπεζικές αργίες, τα όρια στις αποσύρσεις, το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων, την απαγόρευση του τερματισμού προθεσμιακών καταθέσεων, την απαγόρευση σε ορισμένες εντολές πληρωμής, περιορισμούς στην χρήση πιστωτικών / προπληρωμένων / χρεωστικών καρτών, περιορισμούς σε άλλες τραπεζικές εργασίες, καθώς και την εκτέλεση ορισμένων συναλλαγών με την έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας και άλλα μέτρα».

Ωστόσο, πίσω από την παραπάνω ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπάρχουν και κάποιες πραγματικότητες που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Πραγματικότητες, εξάλλου, που γεννούν αρκετά και ζωτικά για το μέλλον του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ερωτήματα.

Το πρώτο και πιο σοβαρό ερώτημα είναι αυτό που σχετίζεται με την διάρκεια του περιορισμού στις κινήσεις κεφαλαίων. Εάν οι έλεγχοι επεκταθούν χρονικά, θα προκαλέσουν περισσότερη ζημιά και θα αμφισβητηθούν σε νομικό επίπεδο. Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων στην ΕΕ είναι μια θεμελιώδης αρχή, που έχει κωδικοποιηθεί στην Συμφωνία για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης –TFEU (βλ. επίσης άρθρο 63, παρ.1). Ενώ η TFEU επιτρέπει σε χώρες εκτός ευρώ «να λαμβάνουν τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα» όταν συμβαίνει μία ξαφνική κρίση στο ισοζύγιο πληρωμών (άρθρο 144, παρ.1), οι χώρες της ευρωζώνης δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα. Το άρθρο 65 (παρ.1β) αναγνωρίζει το δικαίωμα στα κράτη μέλη της ΕΕ να «λαμβάνουν μέτρα τα οποία δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας», αλλά δεν είναι σαφές εάν η τρέχουσα κυπριακή κατάσταση πληροί τις προϋποθέσεις για τέτοιου είδους ανησυχίες. Επιπλέον, το άρθρο 65 (παρ.3) τονίζει ότι τέτοια μέτρα «δεν θα πρέπει να συνιστούν ένα μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων και πληρωμών όπως ορίζεται στο άρθρο 63».

Επομένως, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει νομική βάση στην TFEU για την επιβολή περιορισμών στην ροή κεφαλαίων και πληρωμών στα κράτη μέλη της ευρωζώνης. Εάν οι περιορισμοί αμφισβητηθούν και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιοσύνης αποφασίσει εναντίον των μέτρων –απόφαση που μάλλον θα πάρει καιρό– τότε η αποζημίωση των αδικαιολόγητα περιορισμένων καταθετών θα συνιστά ένα μεγάλο εμπόδιο και μια τέτοια απόφαση μπορεί να προκαλέσει νέα κρίση.

Γιατί λοιπόν το Eurogroup έλαβε μία τόσο παρακινδυνευμένη απόφαση; Από επαφές που είχαμε σε υψηλό κοινοτικό επίπεδο, πίσω από την απόφαση για την Κύπρο υπάρχουν αρκετά μηνύματα με πολλούς αποδέκτες. Επιχειρείται, πρώτον, να γίνει αντιληπτό ότι δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά με χώρες στους κόλπους της οι οποίες θα «ξεπλένουν» παράνομο χρήμα και σε κρατικό επίπεδο θα υπερδανείζονται. Παράλληλα, στο πλαίσιο της λογικής αυτής, εισάγεται στην ΕΕ ένα νέο μοντέλο στην παροχή στηρίξεως από την τρόϊκα, το οποίο επιχειρεί να σπάσει τον φαύλο κύκλο δημοσίου και τραπεζικού χρέους. Δεν χρησιμοποιούνται, έτσι, πόροι της δανειακής στηρίξεως για την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, ενώ η παρέμβαση περιορίζεται μόνον στις προβληματικές τράπεζες. Το ίδιο ισχύει και για την εγγύηση παροχής ρευστότητος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Στην κυπριακή περίπτωση, η ΕΚΤ, για να μην περάσει τραπεζικό χρέος προς το Δημόσιο, που είχε παράσχει εγγυήσεις, πάγωσε τις απαιτήσεις από το σύστημα παροχής έκτακτης βοήθειας (ELA), αλλά με αρνητικές παρενέργειες στην λογική δομή της Τράπεζας Κύπρου. Μετά την παρέμβαση, όμως και το ουσιαστικό κλείσιμο της Λαϊκής, παρέχεται στην Τράπεζα Κύπρου όση ρευστότητα απαιτηθεί.

Είναι λοιπόν σαφές ότι, στο πλαίσιο της τραπεζικής ενοποιήσεως, οι ευρωζωνικοί μηχανισμοί θα εξαντλούν τα περιθώρια αναδιαρθρώσεων πριν προχωρήσουν σε διασώσεις τραπεζών. Γίνεται επίσης προφανές ότι η τραπεζική εποπτεία θα είναι αυστηρότερη, ενώ την ίδια στιγμή αποκαθίστανται κανόνες τραπεζικής πίστεως και τραπεζικού ρίσκου. Με άλλα λόγια, προστατεύονται οι εγγυημένες καταθέσεις αλλά, σε περιπτώσεις «πάρτυ», θα εμπλέκονται στην αναδιάρθρωση οι μέτοχοι και οι δανειστές μέχρι εξαφανίσεως. Πιθανόν δε η οποιαδήποτε εξυγίανση να εμπλέκει και τις μη εξασφαλισμένες καταθέσεις όταν οι μέτοχοι και οι δανειστές δεν επαρκούν.

Όλες οι παραπάνω εξελίξεις προσφέρουν σε κάποιους κερδοσκόπους και δημαγωγούς σημαντική τροφή για υστερικό λαϊκισμό, δωρεάν κινδυνολογία και ρηχή ερμηνεία της πραγματικότητος. Όμως, πείθουν τον υπογράφοντα –και όχι μόνον– ότι το ευρώ έχει πολλά χρόνια ζωής μπροστά του, για δε την ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει ανοίξει μια νέα σελίδα, η οποία, πριν απ’ όλα, υπαγορεύει σοβαρότητα, ευθύνη και ενέργειες που απομακρύνονται από τον άφρονα πολιτικαντισμό. Παραμένει, ωστόσο, ένα ερώτημα: θα αντέξει η Ευρώπη σε αυτήν την κρίση της πραγματικότητος;