Επιμέλεια: Ευθύμιος Χατζηϊωάννου.

Ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζιμ Γιονγκ Κιμ  έθεσε ως στόχο να εξαλειφθεί η «ακραία φτώχεια» στον πλανήτη έως το 2030 και να βελτιωθεί η κατάσταση των πιο ευάλωτων ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες, αναγνωρίζοντας ωστόσο, ότι για να εκπληρωθεί ο στόχος αυτός, θα χρειαστούν «εξαιρετικές προσπάθειες» από μέρους της διεθνούς κοινότητας και επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης σε διεθνές επίπεδο.
«Ένας κόσμος απαλλαγμένος από την φτώχεια και από τον οικονομικό αποκλεισμό είναι στο χέρι μας… Το να υλοποιήσουμε τον στόχο αυτόν θα απαιτήσει, όμως, εξαιρετικές προσπάθειες. Αλλά ποιός μπορεί σήμερα ακόμη να αμφισβητήσει, ότι η προσπάθεια αυτή αξίζει τον κόπο»; είπε ο Κιμ κατά την διάρκεια ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν της Ουάσινγκτον. Ο επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας έκανε την πρώτη του σημαντική δημόσια ομιλία μετά την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιούλιο, καθώς ο διεθνής αυτός οικονομικός οργανισμός βρίσκεται αντιμέτωπος με τον δυνητικό ανταγωνισμό από τις αναδυόμενες χώρες (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), οι οποίες επιδιώκουν να ιδρύσουν μια δική τους διεθνή τράπεζα ανάπτυξης. Ο πρώην πανεπιστημιακός πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας ζήτησε τη βοήθεια των 188 κρατών-μελών της, ώστε να μειωθεί το ποσοστό των ανθρώπων, οι οποίοι ζουν με λιγότερο από 1,25 δολλάρια την ημέρα, από το 21%, που είχε καταγραφεί το 2010, στο 3% το 2030. Ο αριθμός των ανθρώπων αυτών —που έφθανε τα 1,2 δισεκατομμύρια το 2010— οφείλει να μειωθεί σε περίπου 600 εκατομμύρια ανθρώπους το 2030, που θα είναι το 3% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2030, κατά τις εκτιμήσεις αναλυτών της Παγκόσμιας Τράπεζας. Το 2012, σύμφωνα με οικονομολόγους, το ποσοστό της φτώχειας στον αναπτυσσόμενο κόσμο ανήλθε σε 19%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 1,1 δισεκατομμύρια πρόσωπα σε όλον τον πλανήτη. Η φτώχεια παγκοσμίως μειωνόταν με ρυθμό 1% ετησίως από το 1981 ως το 2010, σύμφωνα με δεδομένα της Παγκόσμιας Τράπεζας. «Επάνω από το όριο του 3%, η πρόκληση που αντιπροσωπεύει η φτώχεια, αλλάζει φύση. Από τα διαρθρωτικού χαρακτήρα μέτρα -για να επιτύχουμε τον στόχο αυτόν-, θα περάσουμε στα λεγόμενα στοχευμένα μέτρα, που αφορούν μικρότερες ομάδες… Η αναμέτρηση με την μαζική φτώχεια, που κάνουν πολλές κυβερνήσεις εδώ και αιώνες, θα κερδηθεί», ανέφερε ο Κιμ. Τ0 2000, η διεθνής κοινότητα είχε ορίσει οκτώ στόχους της ανάπτυξης, που έπρεπε να επιτευχθούν ως το 2015. Ο ένας εξ αυτών, η μείωση της φτώχειας κατά το ήμισυ, είχε ήδη επιτευχθεί το 2010, πέντε χρόνια νωρίτερα από το χρονοδιάγραμμα.
«Δεν θα είναι εύκολο πράγμα να τελειώνουμε με την φτώχεια… Η προσπάθεια θα γίνεται ολοένα και πιο δυσχερής, επειδή όσοι θα παραμένουν εγκλωβισμένοι στην φτώχεια, θα είναι και οι πλέον απρόσιτο για την Παγκόσμια Τράπεζα», υπογράμμισε ο Κιμ. Στην ομιλία του ο ίδιος έθεσε ακόμα έναν πολύ δύσκολα επιτεύξιμο, αλλά και μετρήσιμο στόχο: Να αυξηθεί το εισόδημα του 40% των φτωχότερων ανθρώπων του πλανήτη σε κάθε χώρα. «Δεν θα πρέπει, απλά, να παρακολουθούμε την πρόοδο στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, αλλά και να εξετάσουμε κατ’ ευθείαν, τι απέγινε η βελτίωση της κατάστασης των πιο φτωχών», επεσήμανε. Για την υλοποίηση του διπλού αυτού στόχου, ο Κιμ είπε, ότι δεν υπάρχει κάποια «θαυματουργή» λύση, αλλά είναι προϋπόθεση «να επιταχυνθεί η οικονομική ανάπτυξη, ειδικά στην υποσαχάρια Αφρική και στη νότια Ασία». Ο Κιμ στάθηκε πάντως στην διεθνή οικονομική συγκυρία, επισημαίνοντας, πως αποτελεί πηγή σοβαρής ανησυχίας η παγκόσμια οικονομική κρίση τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια, η οποία «δεν μοιάζει να εξασθενεί», όπως τόνισε, αναφερόμενος στις πρόσφατες εξελίξεις στην Κύπρο. Ανοίγοντας μια παρένθεση για την Ευρώπη, είπε, πως «είναι πολύ νωρίς για να ανακηρύξουμε τη νίκη». Οι πολιτικές λιτότητας, ανέφερε ο Κιμ, συνεχίζουν «να βαραίνουν στην ανάπτυξη» στις πλούσιες χώρες. «Θα πρέπει οπωσδήποτε να συμμετέχουν στην ανάπτυξη οι φτωχοί», τόνισε ο επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας. Ο Κιμ αναφέρθηκε σε «δυνητικά σοκ», που μπορεί να ακυρώσουν τις προσπάθειες, οι οποίες συντελούνται, εννοώντας τις περιβαλλοντικές καταστροφές, οι οποίες απειλούν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές αλλά και μια νέα διατροφική, ή χρηματοπιστωτική, διεθνή κρίση.