Παραπληροφόρηση και «μισές αλήθειες»

Του Σωτήρη Χατζηγάκη πρώην υπουργού.

Η εξαπάτηση των ελλήνων πολιτών στηρίζεται όλα αυτά τα χρόνια στην παραπληροφόρηση και στην προβολή μόνο των «μισών αληθειών».

Η πρώτη «μισή αλήθεια» για τη χώρα μας, είναι πως οι έλληνες πολίτες έζησαν σπάταλα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι λαοί στον κόσμο, ακόμη και οι πλούσιοι αμερικάνοι, γιαπωνέζοι, γάλλοι κ.α. Ωστόσο, αυτή η αποστροφή από μόνη της δεν θεμελιώνει τον αφορισμό, ότι όλοι οι λαοί (και οι έλληνες) είναι τεμπέληδες, σπάταλοι και διεφθαρμένοι. Τα στατιστικά στοιχεία, μάλιστα, αποδεικνύουν πως οι έλληνες είναι από τους πιο εργατικούς και φιλοπρόοδους λαούς της Ευρώπης. Υπήρξαν, βέβαια, και ορισμένοι πολίτες (π.χ. νεόπλουτοι, φοροφυγάδες κλπ.), που δεν εκτελούσαν τις υποχρεώσεις τους ή μετέρχονταν ανορθόδοξους και παράνομους τρόπους και μεθόδους απόκτησης χρημάτων (π.χ. ψεύτικες συντάξεις, επιδόματα κλπ.). Οι μειοψηφίες, όμως, αυτές, δεν νομιμοποιούν κανέναν να καταλήγει σε αυθαίρετες και γενικευμένες καταγγελίες, πως όλοι οι έλληνες πολίτες είναι διεφθαρμένοι.

Η δεύτερη, «μισή αλήθεια», είναι πως όλοι οι έλληνες πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι. Ο ισχυρισμός αυτός, βέβαια, δεν αποτελεί ελληνικό εφεύρημα. Προβάλλεται σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης. Βασικός στόχος αυτής της «μισής αλήθειας», είναι να υποβαθμισθεί η πολιτική και το προσωπικό της, ώστε να αποδυναμωθεί και να μην μπορεί να φρενάρει τα «αρπακτικά» σχέδια ενός μέρους του ισχυρού ιδιωτικού κεφαλαίου (τραπεζών, μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών κλπ.). Το έργο, ωστόσο, της πολιτικής, με την κοινωνική δημοκρατική νομιμοποίηση που διαθέτει, είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Οι πολιτικοί, άλλωστε, είναι εκείνοι που λαμβάνουν τις πιο κρίσιμες αποφάσεις και νομοθετούν πάνω στα βασικότερα ζητήματα, που αφορούν τις ζωές των ανθρώπων. Σημειώνεται, ακόμη, πως η ιδιότητα του πολιτικού αποκτάται με δύσκολους αγώνες και μέσα από συνεχείς και εξονυχιστικές κρίσεις από τους πολίτες (εκλογές), αλλά και από τις ηγεσίες των κομμάτων, τη δημόσια κοινή γνώμη, τα ΜΜΕ κλπ.

Είναι γεγονός, βέβαια, πως τις τελευταίες δεκαετίες υπήρξαν αρκετά κρούσματα διαφθοράς στη πολιτική σκηνή της Ελλάδας. Η γενίκευση, ωστόσο, ότι όλη η πολιτική λειτουργία στην Ελλάδα και το προσωπικό της είναι συλλήβδην διεφθαρμένο, είναι άδικη και εξυπηρετεί σκοπιμότητες. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ατιμωρησίας δημοσίων προσώπων. Η απάντηση, τελικά, βρίσκεται στην καλύτερη επιλογή πολιτικών προσώπων και στην επανοικοδόμηση και στον εκσυγχρονισμό των πολιτειακών θεσμών (και στη δημιουργία σύγχρονων), ώστε να θωρακισθούν οι λαοί  από τις πάσης φύσεως παρανομίες και για να ικανοποιηθεί το περί δικαίου αίσθημα του λαού.

Το τρίτο παράδειγμα «μισής αλήθειας», είναι ο «άχρηστος» -όπως χαρακτηρίζεται- δημόσιος τομέας. Για τον άπληστο ιδιωτικό τομέα των πανίσχυρων τραπεζών και του αδίστακτου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, δεν γίνεται λόγος. Εύλογα, αφού το Δημόσιο (και αυτό μαζί με την πολιτική) αποτελεί εμπόδιο για τις «αγορές». Γι’ αυτό το λόγο και θα πρέπει να κατεδαφιστεί…

Το τέταρτο παράδειγμα «μισής αλήθειας» είναι ο «ισχυρισμός-θριαμβολογία» ότι, αφού η Ελλάδα έλαβε την μεγάλη δόση του Δεκεμβρίου, σώθηκε από την χρεοκοπία. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική. Το ελληνικό πρόβλημα χρέους δεν αντιμετωπίζεται με δόσεις και «τοξικές» εξαρτήσεις από δάνεια. Χρειάζεται βαθύ «κούρεμα» του χρέους μας και, κυρίως, αλλαγές πολιτικής που θα αποτρέπουν κάθε κυριαρχία και κάθε ξεπούλημα εις βάρος της χώρας μας, μέσα από δήθεν προγράμματα εξυγίανσης, δηλαδή άγριας λιτότητας.  Η σωστή οικονομική συνταγή (δηλαδή η «πραγματική αλήθεια») είναι η ανάγκη εφαρμογής, παγκόσμια, μιας κεϊνσιανής αναπτυξιακής πολιτικής, η οποία θα επέβαλε και την διαγραφή ενός, τουλάχιστον, μέρους του οικονομικού βάρους όλων των υπερχρεωμένων χωρών, κατά το ιστορικό παράδειγμα της Γερμανίας του 1953. Με την διαγραφή, τότε, των γερμανικών χρεών, η χώρα αυτή ανέπνευσε, αναπτύχθηκε και έτσι δημιουργήθηκε το μεταπολεμικό της θαύμα. Γιατί, λοιπόν, να μην εφαρμοστεί η ίδια πολιτική και στη μικρή Ελλάδα και στις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου;

Οι «λύσεις», λοιπόν, που προτείνονται σήμερα από το καλούμενο σύστημα, προέρχονται μέσα από καλά κρυπτόμενους «ευφημισμούς» και δεξιοτεχνικές αποστροφές, όπως η κατεδάφιση του κράτους, η αντικατάσταση των φανερών δημοκρατικών πολιτικών διαδικασιών με αφανείς μηχανισμούς, χωρίς ελέγχους και λαϊκή νομιμοποίηση, η αντικατάσταση των παλαιών πολιτικών (φθαρμένα υλικά) με ανακυκλώσιμους, πειθήνιους και χειραγωγήσιμους πολιτικούς ή «τεχνοκράτες», που λένε, συνήθως, «ναι σε όλα» κλπ. Με την ουσιαστική, ωστόσο, διάλυση της πολιτικής λειτουργίας και του κράτους, ακυρώνονται στην πράξη τα ρυθμιστικά αντίβαρα, που διαθέτουν τα δημοκρατικά συστήματα, τα οποία θα μπορούσαν ν’ ανακόψουν τις αυθαιρεσίες των ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων και να αποτρέψουν κάθε άδικη εισοδηματική ανακατανομή.

Ποια, όμως, είναι η αλήθεια ολόκληρη και χωρίς «ευφημισμούς»;

Η πρώτη αλήθεια είναι πως οι λαοί έχουν ανάγκη από ικανούς και έντιμους πολιτικούς, από εργατικούς και ευσυνείδητους πολίτες και από ένα κράτος στελεχωμένο με πρόσωπα τα οποία θα επιλέγονται αξιοκρατικά και θα λειτουργούν παραγωγικά. Η δεύτερη αλήθεια, είναι πως εδώ και πολλές δεκαετίες (από την περίοδο της απελευθέρωσης της χώρας από τον τουρκικό ζυγό μέχρι σήμερα), το ελληνικό κράτος, η κοινωνία του, το πολιτικό σύστημα, αλλά και οι πολίτες του (δεν εξαιρώ, ούτε τους πολιτικούς, αλλά ούτε και τους ισχυρούς του συστήματος και τις λεγόμενες ελίτ) λειτούργησαν –επιεικώς – ανορθόδοξα και δυσπλασιακά.

Χρειάζονται, συνεπώς, μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Όχι, όμως, κατεδαφίσεις του τύπου «καρατομείστε τα πολιτικά «βαρίδια» του παρελθόντος –που πολλοί έχουν άποψη και «ραχοκοκαλιά» και δεν είναι χειραγωγήσιμα από το σύστημα – και βάλτε στη θέση τους διορισμένα στελέχη (χωρίς καμία λαϊκή νομιμοποίηση) ή ανίδεους τάχα «τεχνοκράτες», υποτακτικούς του συστήματος. Ούτε αποτελεί ολόκληρη αλήθεια η προσταγή «διαλύστε» το κράτος και φορτώστε τη μεγάλη οικονομική ζημιά –που προκάλεσε ο τερατώδης ιδιωτικός τομέας των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων– στην πλάτη των αδύναμων μισθωτών και των συνταξιούχων. Τέλος, είναι εγκληματική η προσπάθεια απαξίωσης των ελλήνων πολιτών και συνθήματα του τύπου «μαζί τα φάγαμε». Οι πολίτες μπορεί να έχουν ευθύνες για την μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους, δεν είναι δυνατόν, ωστόσο, να θεωρηθούν συνυπεύθυνοι της μεγάλης συστημικής, παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Οφείλουν, πάντως, και οι ίδιοι να  απαλλαγούν από καταναγκασμούς, ιδεοληψίες και από σκοπιμότητες και να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα, χρησιμοποιώντας τις νοητικές τους λειτουργίες.

 

* Ο Σωτήρης Χατζηγάκης γεννήθηκε στα Τρίκαλα. Σπούδασε νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετεκπαιδεύτηκε στη Γαλλία και την Αγγλία στις Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες (1971-1974).
Γόνος οικογένειας με μακρόχρονη πολιτική παράδοση και συμμετοχή στα κοινά, που πρόσφερε στη χώρα υπουργούς, βουλευτές, γερουσιαστές, νομάρχες, δημάρχους από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ως τις μέρες μας, είναι ξάδελφος του Ευάγγελου Αβέρωφ.
Εντάχθηκε στη ΝΔ από την ίδρυσή της και το 1974 αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική. Εκλέγεται συνεχώς στο ίδιο κόμμα επί δώδεκα εκλογικές περιόδους, δηλαδή το 1974, το 1977, το 1981, το 1985, τον Ιούνιο του 1989, τον Οκτώβριο του 1989, το 1990, το 1993, το 2000, το 2004, το 2007 και το 2009.
Το 1979 εκλέχτηκε μέλος της Πρώτης Διοικούσας (Κεντρικής) Επιτροπής του κόμματος, ενώ τον Ιούνιο του 1989 διορίστηκε υπουργός αναπληρωτής Εθνικής Οικονομίας και υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση Τζανετάκη. Διατέλεσε υπουργός στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στα υπουργεία Εμπορίου (1990) και Γεωργίας (1991-1992). Το 2004 εκλέχτηκε Α’ αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. To 2007 ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τον Ιανουάριο του 2009 το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Συγγραφέας άρθρων, μελετών και βιβλίων πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού περιεχομένου, με δημοσιεύσεις σε έγκριτες εφημερίδες και περιοδικά, συμμετέχει σε διεθνή συνέδρια και κοινοβουλευτικές αποστολές.