Συνέντευξη στον  Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη συγγραφέα.

Ο Γιώργος Ν. Μανιώτης έχει γράψει, εκτός από πεζά λογοτεχνικά έργα, και πολλά θεατρικά, τα οποία έχουν παρουσιαστεί επανειλημμένως σε σκηνές της Αθήνας. Γνωστά θεατρικά έργα του είναι: «Το ματς», «Κοινή λογική», «Παθήματα», «Ο λάκκος της αμαρτίας», «Οι σύζυγοι», «Χορεύει η Κρυστάλλω μάμπο»,  κ.ά. Γνωστά πεζογραφήματά του είναι: «Ο άγνωστος στρατιώτης» (νουβέλα μυστηρίου), «Τα μαύρα παραμύθια» (παραμύθια για μεγάλους), «Η φοβερά προστασία» (μυθιστόρημα),»Το ρεπερτόριο της άνοιξης» (θρίλερ), «Το πονηρό μονοπάτι» (μυθιστόρημα),»Τα Σαντέ της Σαπφώς» (διηγήματα),»Αγελάδα με φτερά» (μυθιστόρημα), «Σαράντα κύματα» (μυθιστόρημα). Ασχολείται επίσης με τη σκηνοθεσία. Σήμερα παραχωρεί συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη.

-Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Τώρα» από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, διέκρινα μια συγγενή σχέση με το θεατρικό σας έργο. Αλήθεια, επηρεάζει καμιά φορά η μία ιδιότητά σας ως μυθιστοριογράφος την άλλη ως θεατρικός συγγραφέας;

Η θεατρική γραφή έχει μερικούς μηχανισμούς πολύ χρήσιμους για την πεζογραφία και δε βρίσκω το λόγο να μην χρησιμοποιούνται και σε ένα πεζογράφημα όταν αυτοί εξυπηρετούν το περιεχόμενο. Πράγματι σε αυτό το μυθιστόρημα κατέφυγα στην τόσο παρεξηγημένη φόρμα της τηλεοπτικής συνέντευξης. Μια τηλεοπτική συνέντευξη αν διεξάγεται από έναν ικανό δημοσιογράφο, σου παρέχει το υλικό μιας ολόκληρης ζωής, το υλικό δηλαδή ενός μίνι μυθιστορήματος. Παραθέτοντας λοιπόν όλες αυτές τις συνεντεύξεις-ζωές την μία πλάι στην άλλη, επιτυγχάνεται θέλω να πιστεύω, μία πύκνωση, ροή και θέα της σύγχρονης πραγματικότητας που αν είχε ακολουθηθεί άλλος δρόμος θα ήθελε χιλιάδες σελίδες να περιγραφεί. Εγώ δεν έχω τέτοια διλήμματα, από την στιγμή που κατέχω ένα πράγμα, δε διστάζω να το χρησιμοποιήσω, ενσυνείδητα εφ’ όσον με εξυπηρετεί.

-Μια οικογένεια που φιλοξενείται σε μια τηλεοπτική εκπομπή και βγάζει όλα τα απωθημένα της. Πού βρίσκεται όμως αυτό το θάρρος;

Πιθανόν να πιστεύουν υποσυνείδητα ότι αυτή η εκπομπή δε θα μεταδοθεί ποτέ. Επιπλέον το τηλεοπτικό στούντιο πιθανόν να λειτουργεί ως το σύγχρονο εξομολογητήριο. Επίσης μπορεί να πιστεύουν ότι η συνέντευξη αυτή είναι η τελευταία τους ευκαιρία να αφήσουν σημάδι ότι περάσανε από αυτήν την ζωή. Ακόμη μπορεί να είναι τόσο απελπισμένοι που να μην τους φοβίζει τίποτα πια. Θυμηθείτε τον πίνακα με την κραυγή του Μουνχ

-Στο μυθιστόρημα αυτό κάνετε ένα ψυχογράφημα της αστικής οικογένειας. Είναι όμως αυτό δείγμα αντιπροσωπευτικό ώστε να εκφράζει τη σημερινή ελληνική οικογένεια;

Η αστική οικογένεια είναι απλώς ένα όχημα, πρόσθεσή μου είναι να συλλάβω όλη την εικόνα της σύγχρονης πραγματικότητας με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους και οικείους στο αναγνωστικό κοινό. Και πράγματι δεν μπορώ εύκολα να φανταστώ ποιος χαρακτήρας λείπει για να θεωρηθεί η εικόνα περισσότερο πλήρης., Όσο για τους χαρακτήρες που φιλοξενούνται στο βιβλίο είναι όλοι υπαρκτοί. Αυτό που θα το διαβάσουν θα καταλάβουν. Επιπλέον επιδίωξή μου ήταν κάθε χαρακτήρας να αντιπροσωπεύει ένα ρεύμα της σύγχρονης εποχής. Με αυτό το κριτήριο έγινε η επιλογή τους.

-Είστε ιδιαίτερα καυστικός για την σημερινή οικονομική κατάσταση. Γράφετε: «είμαστε το βάρος και θα μας πετάξουν στη θάλασσα, γιατί αλλιώς θα μπατάρει το καράβι». Φοβάμαι λοιπόν για αυτά που θα γίνουν για εμένα χωρίς εμένα;

Δεν το βλέπετε να συμβαίνει πια αυτό; Με την πενηντάχρονη καταναλωτική ειρήνη περισσέψανε οι νέοι και οι γέροι. Δεν ξέρουν τι να τους κάνουνε. Παλαιότερα όλα αυτά τα τακτοποιούσε μια χαρά ένας μεγάλος πόλεμος με τις «δημογραφικές ουλές» του. Σήμερα τα τακτοποιεί η ασφυκτική θηλιά της οικονομίας. Αποφασίζονται και αποφασίστηκαν πράγματα ερήμην μας. Αν αυτά είναι σωστά ή όχι, όπως πάντα θα το καταλάβουμε μετά την επιτυχία τους ή την αποτυχία τους. Κατόπιν εορτής δηλαδή.

-Ο υπουργός που αναφέρετε στο μυθιστόρημα προτείνει εθελούσια έξοδο από το μέλλον. Είναι κυνικός ο κ. Στριφτάρης ή τα λεγόμενά του κρύβουν αλήθειες;

Ο κύριος υπουργός είναι τραγικά κυνικός. Είναι ένας αυτοδημιούργητος που τον επιλέξανε να παίξει το ρόλο του υπουργού. Είναι ένας άνθρωπος γεμάτος τραύματα και πληγές. Ένα έντρομο ον που όπως του βαρούν χορεύει. Πολύ σπάνιο ένας τέτοιος άνθρωπος να ανακτήσει τη χαμένη του αθωότητα και να καταλήξει στη σοφία μιας αγιότητας. Έχει δώσει κι έχει χάσει πολλά στην πορεία της ζωής του. Τα λεγόμενά του φαίνονται προς στιγμήν αλήθειες και απαντούν στους εκβιασμούς ενός αυστηρά ελεγχόμενου παρόντος, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και πραγματικά αλήθειες. Πώς πραγματικά στα αλήθεια θα μπορούσε να συνέβαινε αυτό από ένα άτομο που το μόνο που επεδίωξε στη ζωή του ήταν να σώσει το τομάρι του και να βολευτεί αμετάκλητα;

-Υπάρχουν συγγραφείς, γράφετε, που βγάζουν στο φώς την ουσία των πραγμάτων. Αλήθεια μπορεί να βγει κάτι καλό από αυτή τη δύσκολη οικονομική αλλά και πνευματική εποχή;

Ναι υπάρχουν συγγραφείς που αποφασίζουν να μην κολακεύσουν τις αυταπάτες του μέσου αναγνωστικού κοινού σε αυτές τις δύσκολες εποχές και να μην τυφλώσουν τους δύσμοιρους ανθρώπους με μια καινούρια χρυσόσκονη που θα τους πετάξουν κατευθείαν στα μάτια. Γι’ αυτό δεν καταφεύγουν σε μεταθέσεις, ρηχά επιπόλαια συναισθήματα και αστεία αλλά προσπαθούν παντοιοτρόπως να κάνουν τους αναγνώστες τους να αναγνωρίσουν, έστω και στην ύστατη αυτή στιγμή αυτό που ζούσαν τόσα χρόνια και σήμερα ζουν και γεύονται απροκάλυπτα πλέον. Δεν είναι ξέρετε και οι πλέον εμπορικοί αυτοί οι συγγραφείς ξέρετε, έχει και το αναγνωστικό κοινό την ευθύνη του. Πολλές φορές επιθυμεί την τύφλωσή του γιατί έτσι νιώθει περισσότερη ασφάλεια. Η εποχή όμως που ξεσπά ανεξέλεγκτη πάνω μας θα μας αναγκάσει να δούμε είτε το θέλουμε είτε όχι αυτό που τόσα χρόνια αποφεύγαμε και του γυρίζαμε τις πλάτες. Η κατάσταση μου θυμίζει την κατάσταση του λαού των Θηβών στο τέλος των Βακχών. Δεν είναι ένα θετικό βήμα και αυτό προς την αυτογνωσία επιτέλους

-Υπάρχουν άνθρωποι που κολλάνε στο όνειρο και άλλοι που έχουν το θάρρος να παραδεχτούν και να κουβαλήσουν το μαρτύριό τους. Σε ποιους από τους δύο να προσπαθήσουμε να μοιάσουμε;

Αν θέλουμε να είμαστε εύφλεκτα αχυρένια παιχνίδια στα χέρια των έξυπνων δεν πρέπει να βγάλουμε ποτέ τις παρωπίδες των κατασκευασμένων ονείρων από τα μάτια μας ακόμα και την ώρα που θα κατακαιγόμαστε. Από την άλλη πάλι, αν αποφασίσουμε να φορτωθούμε το μαρτύριο μας αυτό συνεπάγεται ότι θα φορτωθούμε κι ένα ισόβιο πόνο. Ο πόνος αυτός θα μας ανοίξει τις πύλες της γνώσης. Σε πρώτη ματιά αυτό δε φαίνεται ωφέλιμο σε κανένα. Η εποχή και οι πλοκές της δεν επιτρέπουν αμφιταλαντεύσεις και ερωτήματα. Η γνώση όμως να ξέρουμε τι ακριβώς είναι ΑΥΤΟ που μας συμβαίνει με τις συνθήκες που επικρατούν είναι η μεγαλύτερη επανάσταση και κάπου, ίσως κάποτε να χρησιμεύσει… Ως προς το ερώτημά σας, Δημοκρατία έχουμε, ο καθένας ακολουθεί αυτό που τον συμφέρει.

-Όταν ένας συγγραφέας κλείνει ένα μυθιστόρημα, διαλέγει το happy end ή το απρόσμενο τέλος; Ποιο από τα δύο προτιμούν οι αναγνώστες και ποιο εσείς;

Δεν έχει σημασία. Το happy end είναι συνήθως ένα ξεροκόμματο βλακώδους αισιοδοξίας που χρησιμοποιούν οι κλασσικοί συγγραφείς για να ανακουφίζουν και να ηρεμούν τον ακατέργαστο λαό. Αφού επί δύο ώρες ή για εξακόσιες σελίδες έχει αναπτυχθεί και λειτουργήσει ο τραγικός μηχανισμός των αληθειών, στο τέλος οι κλασικοί συγγραφείς κολλάνε ένα απίστευτο ψέμα για να χρυσώσουν το χάπι και να πουν στον αμετακίνητο θεατή ή αναγνώστη ότι τελικά όλα θα πάνε καλά όπως τα θέλει αυτός κι όχι όπως τα θέλει η μοίρα. Όλα αυτά τα happy end είναι τόσο απίστευτα ψέματα που οι συγγραφείς δεν νιώθουν καμία τύψη, αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να δεχθούν ως αλήθειες και οριστικά συμπεράσματα είναι τελικά άξιοι της τύχης τους.

-Ανάτρεξα το βιογραφικό σας και εντυπωσιάστηκα. Πώς περνάτε ένα εικοσιτετράωρο στο γραφείο σας;

Το βιογραφικό μου στέκει εκεί και περιμένει. Όσο για τα άλλα, γράφω τέσσερις με πέντε ώρες κάθε πρωί, βγαίνω, ψωνίζω, ακούω μουσική, διαβάζω, παρακολουθώ τηλεόραση, βλέπω τους φίλους μου, θέατρο δεν πηγαίνω γιατί φοβάμαι τη γρίπη «Ζώντας, ζώντας και ψευτοζώντας» που λέει και ο Τ.Σ. Έλιοτ.