Πρέπει να παλέψουμε για κάτι καλύτερο

Συνέντευξη με τη συγγραφέα Ελένη Τσορμπατζόγλου.

Επιμέλεια: Βάσω Β. Παππά.

H Ελένη Τσορμπατζόγλου γεννήθηκε στη Νέα Σελεύκεια της Ηγουμενίτσας από πρόσφυγες-Μικρασιάτες γονείς. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο-Λύκειο στην Ηγουμενίτσα, σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνων, στο τμήμα Νεοελληνικών σπουδών.  Εργάζεται ως καθηγήτρια και ασχολείται με την ποίηση και την πεζογραφία. Το 1992 εκδίδει τα δύο πρώτα της έργα: ένα ποιητικό με τον τίτλο «Νεανικές ανησυχίες» κι ένα πεζό – σχετικό με την Μικρασιατική καταστροφή – με τον τίτλο «Πικρές αναμνήσεις». Το 1998 εκδίδεται η «Χρυσαυγή», δεύτερη προσπάθειά της στον τομέα της πεζογραφίας.

Κυρία Τσορμπατζόγλου, κατάγεσθε από τη Νέα Σελεύκεια της Ηγουμενίτσας του Νομού Θεσπρωτίας. Ποια η πρώτη ανάμνηση από την περιοχή στην οποία μεγαλώσατε;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νέα Σελεύκεια. Η κύρια ανάμνησή μου από τα παιδικά μου χρόνια είναι η αίσθηση της γειτονιάς. Καθημερινά έβλεπα τη γιαγιά μου στην εξώπορτα του σπιτιού να μας περιμένει –τα εγγόνια της- να επιστρέψουμε από το σχολείο. Τα απογεύματα τη θυμάμαι στην αυλή μας, κάτω από τις μουριές, μαζί με 5-6 συνομήλικές της να συζητούν για τα εδάφη που έχασαν, για τα σπίτια που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν, για τον πόνο που έζησαν κλπ. Καθημερινά, επίκεντρο της συζήτησής τους ήταν η Μικρασία.

Ποια ήταν τα πρότυπά σας ως παιδί;

Ως παιδί σκεφτόμουν πάντα να μεγαλώσω και να σπουδάσω για να μπορέσω να προσφέρω κι εγώ κάτι στην κοινωνία. Ήθελα να μοιάσω πολύ στη γιαγιά μου, η οποία ήταν άνθρωπος της προσφοράς, αγαπούσε πολύ τα εγγόνια της και  δεν έχανε ευκαιρία να το δείχνει.

Πότε αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας; Υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο σας επηρέασε στην απόφασή σας να ασχοληθείτε με τη συγγραφή;

Όταν ήμουν μικρή, καθόμουν δίπλα στη γιαγιά κι άκουγα ιστορίες για το Ανεμούριο της Σελεύκειας της Μικρασίας. Προσπαθούσα να τυπώσω στη μνήμη μου τις καλές και κακές στιγμές από τις συζητήσεις που ήταν πραγματικά ατελείωτες. Μεγαλώνοντας, σκέφτηκα πως ήταν υποχρέωσή μου απέναντι στη γιαγιά –που τόσο μ’ αγαπούσε και που δε ζούσε πια- να γράψω κάτι για τη ζωή της. Έτσι κι έγινε. Το πρώτο μου βιβλίο «Πικρές Αναμνήσεις» στρέφεται γύρω από τη ζωή της αγαπημένης μου γιαγιάς.

Πρόσφατα διάβασα το τελευταίο σας μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο «Χρυσαυγή». Θα ήθελα να μας πείτε εν συντομία λίγα πράγματα για την υπόθεση του βιβλίου σας.

Η Χρυσαυγή είναι η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος. Είναι μία γυναίκα του χωριού, παντρεμένη με τον Παναγή, με τον οποίο έχουν και τρία παιδιά. Κατά τη διάρκεια του πολέμου -το ’40- παίρνει μέρος στην Αντίσταση βοηθώντας τον αγώνα στα σύνορα. Τις ημέρες παλεύει στο πλευρό των παιδιών της, ενώ τις νύχτες τρέχει στα βουνά μεταφέροντας ψωμί στα χέρια της και μαντάτα στο στόμα της για τους συναγωνιστές της. Μια νύχτα, ενώ ήταν σε αποστολή, χάνεται ξαφνικά. Οι γονείς της πεθαίνουν και τα παιδιά της παίρνουν το δρόμο για κάποιο ορφανοτροφείο της Αθήνας. Τα αδέλφια χάνονται μεταξύ τους για αρκετά χρόνια. Οι δύο όμως ανταμώνουν κάποια στιγμή ως φίλοι -συμφοιτητές και συναγωνιστές σ’ έναν κοινό αγώνα κατά της χούντας. Συλλαμβάνονται και φυλακίζονται στον Κορυδαλλό, όπου ένας από τους δεσμοφύλακες είναι ο Κώστας, το τρίτο από τα αδέρφια. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, έρχεται η αναγνώριση. Η ιστορία μου κλείνει με την επιστροφή των τριών αδερφών στο χωριό τους, όπου τους περιμένει μια αναπάντεχη έκπληξη. Η μητέρα τους –η Χρυσαυγή- ζούσε, ενώ ο Παναγής είχε χαθεί στο μέτωπο.

Την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή την παρακολουθείτε; Εντοπίσατε κάποιο βιβλίο που σας εντυπωσίασε πραγματικά και ποιο ήταν αυτό;

Δυστυχώς, την τελευταία πενταετία δεν ασχολήθηκα όσο θα ήθελα με την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή, λόγω πολλαπλών προβλημάτων υγείας στην οικογένειά μου.  Από τα λιγοστά βιβλία που διάβασα, ξεχώρισα το «Ήθελα μόνο ένα αντίο» της Π. Τραυλού, το «Τρεις αιώνες μια ζωή» της Φ. Χαϊδεμένου και το «Ο μόνος δρόμος» του Α. Νεσίν.

Ποια είναι η γνώμη σας για την κατάσταση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα; Οδηγηθήκατε σε συμπεράσματα, τι έφταιξε και φτάσαμε έως εδώ;

Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι απογοητευτική. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να παλέψουμε για κάτι καλύτερο. Δυστυχώς, κάποιοι ανεγκέφαλοι πολιτικοί μας είναι εκείνοι που μας οδήγησαν στο Ναδίρ. Η επιθυμία κάποιων για γρήγορο πλουτισμό, η φιλοχρηματία, η έλλειψη πραγματικής αγάπης για την Ελλάδα μας, τα ρουσφέτια, οι ψηφοθηρίες, είναι κάποιοι από τους λόγους που κάνουν όλους μας –και κυρίως τους νέους μας- να ζουν πρωτόγνωρες καταστάσεις.

Ποια είναι η μεγαλύτερη υπερβολή σας; Τι σας αρέσει να κάνετε με πάθος όταν δε γράφετε;

Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ είναι να ασχολούμαι με τη γη –να σκαλίζω, να φυτεύω, να κλαδεύω, κι ό,τι άλλο έχει σχέση με αυτή. Φροντίζοντας τα φυτά μου νιώθω πάρα πολύ όμορφα, νιώθω αφάνταστη ηρεμία και ανακούφιση όταν αυτά ανθοφορούν και ευδοκιμούν.

Κυρία Τσορμπατζόγλου, κλείνοντας, θα ήθελα να μας πείτε εάν έχετε κάποιο απωθημένο. Κάτι που θα θέλατε να έχετε κάνει και δε σας δόθηκε η ευκαιρία μέχρι σήμερα.

Το απωθημένο μου ήταν η υποκριτική. Τα χρόνια που φοιτούσα στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων (‘71-’75), ήμουν μέλος του θιάσου του Πανεπιστημίου μας, οπότε είχαμε παρουσιάσει στο κοινό των Ιωαννίνων δύο θεατρικές παραστάσεις. Στα 31 χρόνια της υπηρεσίας μου, οργάνωνα διαρκώς σκετσάκια και θεατρικές παραστάσεις, είτε για τις εθνικές εορτές, είτε για το τέλος της σχολικής χρονιάς. Αυτός ήταν ένας τρόπος να καλύψω το κενό που ένιωθα μέσα μου από το απωθημένο των εφηβικών μου χρόνων.