«Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων Ελαιολάδου: πρωτιά ο πράσινος ελληνικός χρυσός».

Πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 18 Νοεμβρίου, στην ΕΧΑΕ η παρουσίαση μελέτης για το Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων Ελαιολάδου από το ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά σε συνέχεια επαφών με το Χρηματιστήριο Αθηνών. Η σημασία της ίδρυσης ενός Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων Ελαιολάδου θα είναι μεγάλη τόσο για την αγορά και το σύνολο της ελληνικής οικονομίας όσο και για τη βελτίωση και ανταγωνιστικότητας. Πιο συγκριμένα, όλα τα μέλη της πρωτοβουλίας συμφώνησαν ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα  ορθολογικοποιήσει την αλυσίδα αξίας του ελαιολάδου, θα ενισχύσει τη διαφάνεια στις συναλλαγές, φέρνοντας τον παραγωγό πιο κοντά στον τελικό αγοραστή και θα εδραιώσει συγκεκριμένες τιμές σε όλη την αλυσίδα. Τέλος, θα διευρύνει τις επενδυτικές επιλογές που παρέχονται από το Χρηματιστήριο Αθηνών. Σε κάθε περίπτωση, το ελαιόλαδο αποτελεί το προϊόν-βάση, μετά το οποίο θα μπορέσουν κι άλλα προϊόντα να ενταχθούν στην ίδια λογική, ως χρηματιστηριακά προϊόντα.
Για την ΕΣΕΕ ήταν ανέκαθεν σημαντικό να βρεθούν τρόποι καλύτερης προώθησης των βασικών προϊόντων που παράγονται στην ελληνική γη. Ελπίζουμε ότι αυτή η προσπάθεια θα καταδείξει την αγωνία όλων μας για την καλύτερη αξιοποίηση της προστιθέμενης αξίας που μπορεί να δημιουργηθεί στην εγχώρια αγορά. Το ελληνικό ελαιόλαδο είναι ένα προϊόν υψηλής ποιότητας που πρέπει να βοηθηθεί με κάθε μέσο.

Βασικές Διαπιστώσεις

Ως προς την παραγωγική δυνατότητα στην Ελλάδα και στην Λεκάνη της Μεσογείου, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση σε παγκόσμια κλίμακα με 310.000 τόνους το 2011/12, παρουσιάζοντας μια αύξηση της τάξης του 3,3%. Όσο αναφορά την τρέχουσα χρονιά 2012/13, οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, αναφέρουν ότι η παραγωγή θα κυμανθεί αυξημένη κατά 22,0%.
Στην Λεκάνη της Μεσογείου πρώτη σε παραγωγή είναι η Ισπανία με 1.614.300 τόνους το 2011/12, ενώ η Ιταλία για την ίδια χρονιά είχε 450.000 τόνους. Οι δύο χώρες μαζί με την Ελλάδα κατέχουν το 97% της παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ σε παγκόσμια κλίμακα το ποσοστό τους ξεπερνά το 70%. Το ελληνικό ελαιόλαδο υπερέχει σε όρους ποιότητας, αφού τα ¾ της ελληνικής παραγωγής είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, έναντι 45% της ιταλικής και 30% της ισπανικής.  Ο κύριος όγκος των ελληνικών εξαγωγών ελαιολάδου κατευθύνεται προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (80%) με μέση αξία 2,371 €/kg. Το 60% των ελληνικών εξαγωγών είναι σε χύμα μορφή στην Ιταλία.  Η Ελλάδα εξάγει σχεδόν το 50% του ελαιολάδου που παράγει. Το 75%  ων συνολικών εξαγωγών ελαιολάδου από την Ελλάδα έχει προορισμό στην Ιταλία. Η Ιταλία εισάγει από την Ελλάδα το 37,5% της συνολικής ποσότητας ελαιολάδου που παράγεται στην Ελλάδα.

Το 39% της συνολικής ποσότητας των εισαγωγών ελαιολάδου στην Κίνα προέρχεται από την Ιταλία και μόνο το 7% από την Ελλάδα.
Το 53,5% της συνολικής ποσότητας των εισαγωγών ελαιολάδου στις Η.Π.Α. προέρχεται από την Ιταλία και μόνο το 1,5% από την Ελλάδα!
Το 62% της συνολικής ποσότητας των εισαγωγών ελαιολάδου στην Ρωσία προέρχεται από την Ισπανία, το 25% από την Ιταλία και μόνο το 6% από την Ελλάδα.

Η ποιοτική υπεροχή του ελληνικού ελαιολάδου, η σημαντική ποικιλομορφία και διαφοροποίηση της εγχώριας παραγωγής και η αναγνώριση της διατροφολογικής του αξίας διεθνώς, αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την επιτυχία του εγχειρήματος του Χρηματιστήριου εμπορευμάτων.
Δεδομένου, ότι η ελληνική παραγωγή, υπό τις παρούσες συνθήκες,  δεν είναι δυνατό να αυξηθεί αισθητά και ότι οι εξαγωγές γίνονται κυρίως σε μορφή χύμα, στόχος είναι να μεταβληθούν οι  όροι εμπορίας του, αυξάνοντας τη προστιθέμενη αξία του, έτσι ώστε να αυξηθούν όσο γίνεται περισσότερο τα έσοδα από τη διάθεσή του στο εξωτερικό.
Από την μελέτη, διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό όγκο προϊόντος για την δημιουργία χρηματιστήριου εμπορευμάτων.
Τα είδη του ελαιολάδου που προτείνεται να μπουν αρχικά στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων είναι το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, με τις κατηγορίες ΠΟΠ και ΠΓΕ. Κι αυτό γιατί είναι τα προϊόντα που θα πάρουν υπεραξία από την διαπραγμάτευσή τους.
Το εθνικό θεσμικό πλαίσιο κατηγοριοποίησης, εμπορίας, πιστοποίησης είναι εναρμονισμένο με το ευρωπαϊκό και φαινομενικά δεν τίθεται ανάγκη επιπλέον ενεργειών σε αυτό τον τομέα.
Το υφιστάμενο δίκτυο αποθήκευσης είναι παραδοσιακό και τα αποθέματα του ελαιολάδου βρίσκονται είτε στις αποθήκες των εταιρειών παραγωγής και τυποποίησης, είτε στις αποθήκες των χονδρεμπόρων. Η κάλυψη των αναγκών του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων δύναται να καλυφθεί από υφιστάμενο και οργανωμένο 3PL με εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη και Πελοπόννησο.

ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ