Πρότυπό μας είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αυγουστίνος

Φρανκφούρτη: Αποκλειστική συνέντευξη του π. Αθηναγόρα Ζηλιασκόπουλου της Ελληνορθόδοξης Ενορίας του Προφήτου Ηλιού στην Γκέλλυ Ανδρονίκου-Γκάσμαν.

-Αν θέλατε να δώσετε σε κάποιον νέο Έλληνα που έρχεται για πρώτη φορά στη Φρανκφούρτη την εικόνα του Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού, με ποια λόγια θα την περιγράφατε;

“Η Ενορία του Προφήτου Ηλιού είναι μια μεγάλη οικογένεια. Οι Έλληνες εδώ γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους. Παρόλο που η ενορία μας βρίσκεται στην καρδιά μιας μεγαλούπολης όπως η Φρανκφούρτη, κρατά το χαρακτήρα της εκκλησίας του χωριού, μιας επαρχιακής εκκλησίας με την καλή έννοια. Από το 1972 που άρχισε να λειτουργεί, είναι το σπίτι όλων. Προσπαθούμε πάντα να τηρούμε πιστά το πρόγραμμα όλων των ακολουθιών. Πέρα όμως από το λειτουργικό και ποιμαντικό έργο, προσφέρει επαφή με πολλούς ανθρώπους. Εδώ γίνονται μαθήματα και κατηχητικό παιδιών, καθώς και κατήχηση ενηλίκων στα γερμανικά από τον κ. Απόστολο Τσιάγκα, κάτι μοναδικό για την ενορία μας, αφού δε γίνεται κάτι παρόμοιο στην περιοχή. Προωθούμε επίσης το διάλογο με τις άλλες θρησκείες και δόγματα. Η ενορία μας δείχνει στον άνθρωπο το δρόμο προς την Ορθοδοξία. Πολλά παιδιά έρχονται σε εμάς, αφού διοργανώνεται μαθητική κατασκήνωση, όπου ο ιερέας και οι συνεργάτες του μαθαίνουν για μία ολόκληρη εβδομάδα στα παιδιά την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη πίστη. Με λίγα λόγια, είναι μια ενορία ανοιχτή προς όλους”.

-Ποιος ο αριθμός των πιστών που προσέρχονται κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία; Κατά τη γνώμη σας, η πίστη των σημερινών ορθοδόξων είναι μειωμένου, ίδιου ή μεγαλύτερου μεγέθους -αν είναι δυνατό να καταμετρηθεί η πίστη σε ποσοστιαίες μονάδες- από την πίστη των ανθρώπων κατά τις όχι και πολύ παλαιότερες γενεές από τη δική μας; Πού νομίζετε ότι οφείλεται αυτό;

“Από την εκκλησία μας περνούν κατά μέσο όρο 700 άνθρωποι κάθε Κυριακή, από τον Όρθρο μέχρι τη λήξη της Θείας Λειτουργίας. Ανάβουν ένα κερί, άλλοι έρχονται και φεύγουν, ενώ άλλοι παρακολουθούν τη Θεία Λειτουργία. Αυτό είναι ένα αρκετά μεγάλο αντιπροσωπευτικό δείγμα ενός πληθυσμού που απαριθμεί 7.000 Έλληνες, είναι δηλαδή το 10 τοις εκατό των Ελλήνων κατοίκων της Φρανκφούρτης. Τα τελευταία εννέα χρόνια δεν έχει παρατηρηθεί μείωση του εκκλησιάσματος, μόνο ίσως λίγο το καλοκαίρι. Γενικά, δεν έχει ψυχρανθεί η πίστη, έρχονται πολλοί νέοι, έφηβοι και παιδιά. Σημειώνεται μια κάποια διακοπή στην πρώτη και δεύτερη νεότητα, υπάρχει όμως έντονη επιστροφή στην ύστερη νεότητα για ευνόητους λόγους. Για τους νέους αυτό είναι λογικό. Οι νέοι χρειάζονται απόσταση από κάτι για να το εκτιμήσουν. Είναι εξάλλου η ηλικία που πιστεύουν ότι όλος ο κόσμος τούς ανήκει. Όταν οι νέοι γίνονται πια γονείς επανέρχονται, διότι συνειδητοποιούν ότι η Εκκλησία προσφέρει αξίες για τη νέα οικογένεια που έχουν δημιουργήσει. Εδώ συνάπτονται σχέσεις, φιλίες και οικογενειακές επαφές. Το πρόσωπο του ιερέα παίζει σημαντικό ρόλο ως προς αυτό, όπως επίσης και τα πρόσωπα του εκκλησιαστικού συμβουλίου. Πρότυπό μας είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αυγουστίνος, ο οποίος βοηθά και ενθαρρύνει κάθε μας προσπάθεια, όπως και ο προκάτοχός μας Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Αριανζού κ. Βαρθολομαίος, που εργάστηκε εντατικά και καλλιέργησε το πρόσωπο και τη ζωή της ενορίας μας”.

-Ποια η σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις άλλες Εκκλησίες, τη Ρωμαιοκαθολική, από τη μια πλευρά, και την Προτεσταντική, από την άλλη; Πρόκειται για κινήσεις αληθινού ενδιαφέροντος στο πλαίσιο της ενότητας και αδελφοσύνης οι όσες προσπάθειες, όπως συνέδρια, διημερίδες ή συλλείτουργα, λαμβάνουν χώρα τα τελευταία χρόνια;

“Η Εκκλησία μας ανήκει στην Οικουμενική Κίνηση γενικά, την οποία και προωθεί. Ανήκει επίσης στο Συμβούλιο Χριστιανικών Εκκλησιών Φρανκφούρτης, σε τοπικό επίπεδο, στο Διεθνές Συμβούλιο Χριστιανικών Ενοριών Φρανκφούρτης άλλης μητρικής γλώσσας πλην της γερμανικής, καθώς και στο Συμβούλιο Θρησκειών Φρανκφούρτης, όπου προτάσσεται πάντα ο θεολογικός διάλογος. Πρωταρχική σημασία όλων των Εκκλησιών είναι ο κοινωνικός διάλογος, τα από κοινού προβλήματα και θέσεις μας, η αλληλογνωριμία, η αναζήτηση λύσεων των κοινών προβλημάτων. Καταπιανόμαστε με τον ουσιαστικό διάλογο, δε μένουμε μόνο στη θεωρία. Ο διαθρησκειακός αυτός διάλογος είναι πραγματικός, διότι δεν εξετάζει μόνο ποια προβλήματα μπορεί να έχει η καθεμιά Εκκλησία χωριστά, αλλά όλες μαζί. Συλλογικά, προσπαθούμε επίσης να αντιμετωπίσουμε προβλήματα που έχουν να κάνουν με τον εξτρεμισμό, το νεοναζισμό και το ρατσισμό. Προβαίνουμε από κοινού σε ανακοινώσεις Τύπου κ.λπ.”.

-Στη διδακτορική σας διατριβή που καταθέσατε τον περασμένο χειμώνα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και με την οποία σας αναγόρευσαν επίσημα διδάκτορα, πραγματεύεστε τις σχέσεις των δύο άλλων Εκκλησιών μεταξύ τους, της Ρωμαιοκαθολικής και της Ευαγγελικής, μετά τη Β Βατικάνεια Σύνοδο. Ποια τα κριτήρια επιλογής του συγκεκριμένου θέματος;

“Το θέμα αυτό το επιλέξαμε μαζί με την επιβλέπουσα καθηγήτριά μου κα Δέσπω Λιάλιου. Επειδή ακριβώς βρίσκομαι στη Γερμανία, μας ενδιέφερε καθαρά η στάση και η συμβίωση των δύο άλλων Εκκλησιών μεταξύ τους. Αυτό ήταν βασικά που ενδιέφερε την ορθόδοξη πλευρά. Επίσης, ένας δεύτερος λόγος ήταν το ότι ήθελα να ασχοληθώ προσωπικά με τον οικουμενικό διάλογο και την Οικουμενική Θεολογία”.

-Ποια η σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Ισλάμ; Ποια γραμμή ακολουθεί η Εκκλησία μας απέναντι στη θεωρητική «απειλή» του ισλαμικού κόσμου; Πώς βλέπετε εσείς αυτή την προσέγγιση;

“Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν εκείνη που ήρθε πρώτη σε επαφή και γνώρισε το Ισλάμ. Η συμβίωση με το Ισλάμ είναι πρωταρχικής σημασίας. Η Εκκλησία μας είναι πάντα ανοιχτή στο διάλογο με τις άλλες θρησκείες. Κι αυτό γιατί δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση πέρα από το διάλογο. Και μόνο με το διάλογο, αποφεύγονται επικίνδυνες ατραποί. Μπορεί στο παρελθόν να υπήρξαν και αρνητικές πλευρές συμβίωσης με το Ισλάμ, στη Γερμανία όμως δεν υπάρχει χώρος για αντιπαλότητα. Εδώ όλοι μας είμαστε μειονότητα. Όλοι θέλουμε να κρατάμε σε μια ξένη χώρα τα πολιτισμικά στοιχεία, τις παραδόσεις και τη γλώσσα μας. Εφόσον συμβιώνουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να προάγουμε  τις σχέσεις μεταξύ μας και να δώσουμε ένα ειρηνικό και σίγουρο μέλλον στα παιδιά μας. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με καταλαγή και διάλογο. Ο φανατισμός δεν εκφράζει κανέναν. Οι μουσουλμάνοι είναι γενικά φιλήσυχοι άνθρωποι. Ένα ακραίο παράδειγμα, αλλά μοναδικό περιστατικό, είναι ο σαλαφισμός. Πρόκειται για ένα νέο ρεύμα μέσα στο πολιτικό Ισλάμ, με ξένα στοιχεία προς τη θρησκεία. Φανατικοί υπάρχουν σε κάθε θρησκεία, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η θρησκεία είναι φανατική”.

-Ως θεολόγος και θρησκειολόγος με ειδίκευση στις Ισλαμικές Σπουδές, τι έχετε αποκομίσει τόσο σε επιστημονικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο από το διαφορετικό προς εμάς κόσμο του Ισλάμ και τους πιστούς του;

“Το Ισλάμ είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θρησκεία. Το βασικό κίνητρό μου να ασχοληθώ με αυτό οφείλεται στις καταβολές μου από τη Θράκη, όπου είναι έντονο το ισλαμικό στοιχείο. Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω μαζί με μουσουλμάνους. Αισθάνθηκα την ανάγκη να γνωρίσω τη δυναμικότητα του Ισλάμ και πώς αυτό εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα και, βέβαια, συνεχίζει να εξαπλώνεται. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η εξέλιξη του Ισλάμ στη Γερμανία, σε μια παραδοσιακά χριστιανική χώρα και όχι μόνο. Γενικά, η είσοδος του Ισλάμ σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, στις χώρες του Διαφωτισμού, ήταν δυναμική. Το πώς μπήκαν, γιατί, τι συμβαίνει και πώς θα είναι το αύριο στη συμβίωσή μας με το Ισλάμ, είναι κάτι που μου κεντρίζει το ενδιαφέρον”.

-Τι θα συμβουλεύατε με απλά λόγια έναν πιστό της Ορθόδοξης Εκκλησίας να πράττει στην καθημερινότητά του ώστε να αισθάνεται καλός χριστιανός;

“Να αγαπά τον Χριστό και το συνάνθρωπο. Ο Θεός είναι αγάπη. Όλα τα άλλα έρχονται”.

-Τα προβλήματα των ανθρώπων και ο πόνος στη ζωή όλων μας είναι μεγάλα και μερικές φορές δυσεπίλυτα. Πώς ο Θεός δείχνει την πρόνοιά Του σε όλους τους κατατρεγμένους και αναξιοπαθούντες; Γίνονται και στις μέρες μας θαύματα;

“Ναι, καθημερινά. Ο Θεός είναι ο πατέρας μας κι εμείς τα παιδιά Του. Όπως ένας πατέρας βάζει μια τιμωρία στο παιδί του επειδή έκανε μια αταξία ή ήταν ανυπάκουο, έτσι και ο Θεός, ως Πατέρας μας, κάνει το ίδιο. Τη στιγμή της τιμωρίας θεωρούμε το γονιό άδικο, αργότερα όμως καταλαβαίνουμε το λόγο για τον οποίο μας την έδωσε. Δίνοντάς μας προβλήματα, ο Θεός μάς παιδαγωγεί. Εμάς μας φαίνονται άδικα, Εκείνος όμως έχει δίκιο. Έτσι και με τα όσα γίνονται στη ζωή μας. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τώρα το λόγο για τον οποίο γίνεται κάτι. Πρέπει να κάνουμε μια διάκριση, να έχουμε ένα πνευματικό αισθητήριο για όσα γίνονται στη ζωή μας. Να μη ρωτάμε «γιατί»; Ο ίδιος ο Χριστός αναφώνησε πάνω στο Σταυρό  HYPERLINK «\\\\Θεέ» «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;». Κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές στην προσευχή μου αναρωτιέμαι και ρωτώ  HYPERLINK «\\\\γιατί» «γιατί μου συμβαίνει αυτό τώρα;». Πρέπει πάντα να ρωτάμε το γιατί. Να ψάξουμε όμως το «γιατί;» στον εαυτό μας, να ξυπνήσουμε τις νεκρωμένες πτυχές του εαυτού μας”.

-Ζώντας και ιερατώντας σε μια χώρα μακριά από την Ελλάδα όπου η ορθόδοξη πίστη είναι δεδομένη, ποια συναισθήματα σας προκαλεί η απόφαση μεταστροφής ενός Γερμανού πιστού άλλης Ομολογίας στην ορθόδοξη πίστη; Υπάρχει ακόμη ζωντανό το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας μας στο εξωτερικό;

“Η Εκκλησία έχει από τη φύση της ιεραποστολικό χαρακτήρα. Το κάλεσμα για τη Βασιλεία των Ουρανών είναι πάντοτε επίκαιρο. Η χαρά για έναν άνθρωπο από διαφορετικό εκκλησιαστικό περιβάλλον, ο οποίος αποφασίζει να έρθει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι βέβαια μεγαλύτερη. Εκτιμώ μια τέτοια απόφαση, είναι άξια σεβασμού και τιμής ένας ώριμος άνθρωπος σε μια κοινωνία αποχριστιανικοποιημένη να επιθυμεί να έρθει κοντά στον Χριστό. Είναι πραγματικά άξιο τιμής, θαυμασμού και σεβασμού¨.

Πολύς λόγος γίνεται τα τελευταία χρόνια από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας περί αποδείξεως της Δημιουργίας του κόσμου όχι από τον Θεό, όπως μας διδάσκει η Παλαιά Διαθήκη, αλλά από τη λεγόμενη Μεγάλη Έκρηξη, το Big Bang. Πώς βλέπετε το μέλλον της χριστιανικής πίστης γενικότερα σε ένα περιβάλλον άκρως εχθρικό προς αυτή, με τις υποτιθέμενες επιστημονικές αποδείξεις αφενός και με την τεχνοκρατούμενη κοινωνία αφετέρου να αναιρούν ή ακόμη ακόμη και να καταργούν κάθε θεολογικό δόγμα; Πιστεύετε πως κάποια μέρα θα βιώσουμε το τέλος της θρησκείας;

“Η επιστήμη -κι αυτή είναι η επίσημη πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας- είναι ο αγώνας του ανθρώπου να γνωρίσει τον Θεό, από τη μια. Από την άλλη, η φιλάνθρωπη στάση του Θεού αποκαλύπτεται στον άνθρωπο λίγο λίγο. Ο Θεός αποκαλύπτει τη σοφία Του, η επιστήμη είναι η σοφία του Θεού. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αντίθεση. Η ιστορία της Δημιουργίας του κόσμου είναι ένα σύμβολο. Θέλει να παρουσιάσει ότι η αρχή των πάντων είναι ο Θεός. Στο βιβλίο της Γενέσεως της Παλαιάς Διαθήκης έχουμε απλώς την περιγραφή της Δημιουργίας του κόσμου, ότι από το σκοτάδι έγινε φως κ.λπ., επειδή ο Θεός έδωσε αυτή την εντολή με το «γενηθήτω». Σαν πιστό χριστιανό δε με ενδιαφέρει το πώς έγινε ο κόσμος, αλλά το γιατί αυτός έγινε, για ποιο λόγο, κι αυτό είναι σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Ο Θεός μάς έπλασε από αγάπη. Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία, είναι Αποκάλυψη. Δε θα υπάρξει ποτέ το τέλος της θρησκείας, κι όταν αυτό έρθει θα είναι η ένωσή μας με τον Θεό. Θεολογικά αυτό είναι, η είσοδός μας στη Βασιλεία του Θεού. Ανησυχητικό φαινόμενο είναι σήμερα η αποχριστιανικοποίηση των κοινωνιών μας και η απώλεια πολλών ηθικών αξιών και θεσμών, με βασικό αυτό της οικογένειας”.