Γιάννης Δελόγλου
Από την ψυχή μου αντλούν δύναμη τα χεράκια μου. (Φωτό: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΝΩΜΗ)

ΚΑΠΟΤΕ ΑΚΟΥΓΑΜΕ ΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΥΜΝΟ ΚΑΙ…

Γράφει ο Γιάννης Δελόγλου

Έμπλεξαν τα πάντα. Δεν έχουν πλέον νόημα ούτε τα σοβαρά ούτε τα αστεία. Είναι όλα τόσο ξεπεσμένα, που αναρωτιέται κανείς τι έφταιξε και φτάσαμε σε αυτόν τον ξεπεσμό.

Οι Εθνικές που εκφράζουν την ύπαρξη μας γίνονται ολοένα και πιο «βαρετές» από αυτούς που διαλαλούν την προοδευτικότητα τους. Έτσι φτάσαμε στο σωτήριων έτος 2010 και το υπουργείο Εξωτερικών απαγόρευε τις διπλωματικές υπηρεσίες του Εξωτερικού να γιορτάσουν την Εθνική επέτειο της 25η Μαρτίου 1821 με την δικαιολογία της εξοικονόμησης πόρων αλλά και για λόγους ευνόητους! Αποκλείοντας μάλιστα να γίνουν οι γιορτές με χρήματα χορηγών.

Είναι μια συνέχεια κάποιας Ρεπούση που αφήνει ερωτηματικά. Είναι μια συνέχεια κάποιων εκπαιδευτικών που «γιορτάζουν» τη εθνική επέτειο μέσα στην τάξη του σχολείου την ώρα του μαθήματος και όχι σε αίθουσα παρουσία γονέων συγγενών και φίλων των μαθητών. Ίσως γιατί θεωρούν τον χρόνο της γιορτής υπερωρία που δεν πληρώνονται.

Κάποτε ακούγαμε το « Τη Υπάρχω» και ράγιζε η καρδιά μας. Ακούγαμε τον Εθνικό Ύμνο και σκιρτούσαμε από συγκίνηση. Τώρα δεν ακούμε τέτοια. Τα περισσότερα σχολεία δεν ασχολούνται με αυτά τα «ξεπερασμένα» ούτε κάνουν Εθνικές γιορτές αφού για μερικούς δεν πρέπει να γυρίζουμε στα παλιά και για άλλους υπάρχουν άλλα ασήμαντα πράγματα που συνδυάζουν το εθνικό μας μεγαλείο με την πρόοδο των ημερών μας κάνοντας ατμόσφαιρα. «Να ‘τανε το 21, χρόνια δοξασμένα … να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα και το σπαθί μου να βγάζει φωτιά….» ρεφρέν από λαϊκό τραγούδι που πήρε τη θέση κάποιου κλέφτικου τραγουδιού. Στον επόμενο στίχο, κορύφωση της Εθνικής μαστυγωνίας, « Και να γλεντάω τις νύχτες μετ’ άστρα με ομορφούλα αγκαλιά», θα ξεσπάσει ο κόσμος σε φωνητικά εφέ σαν όπως σε γήπεδο ή διαδήλωση και στο απαραίτητο χειροκρότημα.

Συγκινημένα πολλά παιδιά θα προχωρήσουν στο « δέκα παλικάρια» που « στήσανε χορό στου Καραϊσκάκη το κονάκι» και «πέσαν τα ντουβάρια από τον χορό και από τις πενιές του Μιχάλη». Εδώ θα έρθουν «μετά μας Μάρκος Βαμβακάρης και Τσιτσάνης», γνωστοί βάρδοι Εθνικού ήθους για να σμίξουν « τα μπουζούκια και ο μπαγλαμάς με τον ταμπουρά του Μακρυγιάννη»! Το θέμα όμως είναι Ελληνικό, γιατί «όλη νύχτα λέγανε τραγούδια για την λευτεριά, κι όλη νύχτα κλαίγανε γοργόνα Παναγιά». Την απόσταση ανάμεσα στη σχολική αίθουσα και το νυχτερινό κέντρο, βρείτε εσείς, τώρα, πόσο μεγάλη είναι…

Ανάμεσα στα τραγούδια μια ομάδα μαθητών πάνω στην εξέδρα με χαρτιά στα χέρια διαβάζει (ας πούμε, ας υποθέσουμε) διαδοχικά ανακατεμένα κείμενα προβληματισμού για το 21. Ο Εθνικός Αγώνας στα χέρια της εύκολης και πρόχειρης παρουσίασης. Ούτε ένας στίχος από έξω. Αλλά τα τραγούδια όλα αποστηθισμένα με όλους τους τόνους. Βλέπουμε λοιπόν άλλα ήθη, άλλες πρακτικές. Άλλη μόδα. Εκτόνωση υποσυνείδητου σκοταδισμού. Και οι εκπαιδευτικοί μας που πρέπει να είναι μπροστάρηδες στον Εθνικό κορμό και εξπέρ σε οργανωτικές επιδόσεις τι κάνουν; Οι πιο ανυποψίαστες γενιές σε πικρή γεύση εκτεταμένης διαστροφής των μυστηρίων του Γένους; Σήμερα που απομυθοποιήθηκαν πια τα ψευδοοράματα, ποιος φορτώνεται αυτή την ευθύνη; Και αν το πρώτο ήταν πατριδοαγένεια το δεύτερο μήπως είναι ξεπούλημα ιεροτήτων, εφιαλτικό και βέβηλο;

«Όταν επιάσαμε τ’ άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος!». Αυθεντική καταγραφή του νοήματος τού Αγώνα από την πιο ηρωική μορφή, του Μεγάλου Γέρου του Μοριά, του Γέρου τού Έθνους. Βαθύ το μυστικό τού Γέρου, βαθύ το βίωμα τού Αγώνα. Να ελκύσει κανείς μετά την εκτόνωση από «το τελευταίο σκαλί» να περάσουμε σε κάποιο «άνω σχώμεν τας καρδίας;».

Εμείς δεν το ελπίζουμε για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον διότι δάσκαλοι γίνονται αυτοί που δεν θέλουν αλλά τους οδηγεί εκεί η επιτυχία τους στις εξετάσεις ενώ αυτοί είχαν (οι περισσότεροι βέβαια) στόχο κάποια άλλη ειδικότητα (γι’ αυτό άλλωστε παρατηρούμε θεολόγους καθηγητές να μην πατούν το πόδι τους στην εκκλησία ή και δηλωμένους άθεους Εκπαιδευτικούς) και δεύτερον διότι σε πολλές χορευτικές εκδηλώσεις ακούμε με πείσμα τους οργανοπαίχτες να θέλουν να τραγουδήσουν τουριστικούς χορούς και το κοινό να χοροπηδά σε στυλ μαϊμούς χορεύοντας σκοπούς της ανατολής σαν να μη υπάρχουν Ελληνικοί χοροί και τραγούδια την στιγμή μάλιστα που άλλοι λαοί θαυμάζουν τόσο τη μουσική όσο και τους χορούς μας.

Εκεί καταντήσαμε Ελλάδα μας. Εκεί στον μηδενισμό… Επιτέλους!!! Βρέθηκε όμως μια Ελληνίδα στην ψυχή και την καρδιά δασκάλα. Η Χαρά Βασ. Νικολακοπούλου, που υπηρετεί στο Πομακοχώρι Μέγα Δαρείο του Έβρου. Γι’ αυτήν γράφει ο σοφός γέροντας, ο Άγιος των φυλακών « Αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Ραπτόπουλος. Για την Εθνική συνείδηση εμπνέει στα παιδιά την αγάπη στην Ελλάδα και μόνο. Και πέτυχε να καμαρώσουν όλα τα παιδιά που είναι Ελληνόπουλα. Τους μαθαίνει τέλεια την Ελληνική γλώσσα. Τους μαθαίνει να αγαπούν την Ελληνική σημαία. Τραγουδούν μαζί της Ελληνικά πατριωτικά τραγούδια. Τις μεγάλες Εθνικές γιορτές όλα τα παιδιά παρελαύνουν σαν γνήσια Ελληνοπούλα με το κεφάλι ψηλά. Θέλησε η δασκάλα τους να ξεναγήσει τους μαθητές της στην Αθήνα. Να δουν την Ακρόπολη και όλα τα Μουσεία, για να θαυμάσουν τους προγόνους μας, τη θυσία τους για την Ελλάδα, εμπεδώνοντας έτσι μέσα τους τα ιδανικά τού Γένους μας. Αλλά το υπουργείο Παιδείας, με κάποια κυρία Δραγώνα στο κατάλληλο πόστο, στάθηκε εμπόδιο σε μια τέτοια Εθνική, Ελληνική, Πατριωτική Παιδεία των Ελληνοπομάκων παιδιών μας της Θράκης παρά το γεγονός ότι ο Ελληνολάτρης Ευπατρίδης Πρόδρομος Εμφιετζογλου πλήρωνε όλα τα έξοδα.

Τι να περιμένει όμως κανείς στο Υπουργείο Παιδείας τής Γιαννάκου και της Διαμαντοπούλου; Από τη Μαρία Ρεπούση φτάσαμε στη Θάλεια Δραγώνα, ειδική γραμματεία του τομέα Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού και Εκπαίδευσης, να μας μεταφέρει μέσα από το βιβλίο «Τι είναι η Πατρίδα μας» ότι «δεν είμαστε Έλληνες αλλά μας …έκαναν» και ότι είναι ρατσιστικό(!) να δηλώνουμε την Ελληνική μας Ταυτότητα. Πρωτάκουστα, απίθανα πράγματα! Αλλά εσύ κ. Πρωθυπουργέ που διετέλεσες και υπουργός Παιδείας σε κυβέρνηση τού πατέρα σου, με έναν παππού που άφησε θετικό έργο στην παιδεία, ποιους λόγους έχεις και ακολουθείς τη λεωφόρο τής σιωπής;

Ναι, η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες. Ίσως σε εκείνους που μας έκαναν υπερήφανους, όχι για το τρόπαιο του Πανευρωπαϊκού Κυπέλλου, αλλά εξαιτίας αυτής της θριαμβευτικής κατάκτησης έβγαλαν οι Έλληνες, την ως τότε ξεχασμένη Ελληνική Σημαία, από τα σεντούκια τους και από τότε κυματίζει σε πολλές αυλές σε πολλά χέρια, σε πολλά αυτοκίνητα. Ευτυχώς δε χάθηκαν η υπερηφάνεια, ο πατριωτισμός και ο ενθουσιασμός από τους απλούς αγνούς Έλληνες της Καθημερινότητας.