Η υποχώρηση κατά 60% από το 2008 και μετά των παγκόσμιων διασυνοριακών ροών κεφαλαίων θα πρέπει να προβληματίσει για το αν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη στον δυτικό κόσμο.

 

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

 

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Πάνω από 60% μειώθηκαν την τελευταία πενταετία οι διασυνοριακές ροές κεφαλαίων, ενώ την ίδια περίοδο αυξήθηκαν κατά 15,4 τρισεκατομ. δολλάρια οι υποχρεώσεις των δυτικών κυβερνήσεων σε κινητές αξίες. Το 2012, το 32% των παγκόσμιων κεφαλαιακών ροών κατευθύνθηκε προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, έναντι ποσοστού 5% το 2000. Τα 2 τρισεκατομ. δολλάρια έφθασαν οι μεταξύ των αναπτυσσομένων χωρών ξένες επενδύσεις, που είναι τετραπλάσιες από τις αντίστοιχες το 2007. Αυξήθηκε το ποσοστό συμμετοχής των αναδυόμενων οικονομιών στις παγκόσμιες ξένες επενδύσεις σε ομόλογα και αντιπροσωπεύει το 7% του συνόλου, έναντι 1,2% πριν τρία χρόνια.

Αυτά είναι μερικά από τα εντυπωσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην τελευταία έκθεση της εταιρείας συμβούλων McKinsey για την χρηματοοικονομική παγκοσμιοποίηση και που προέρχονται από την παρακολούθηση των ενεργητικών στοιχείων 183 χωρών. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι τα τελευταία πέντε χρόνια οι τράπεζες της ευρωζώνης είδαν τις διασυνοριακές εργασίες τους να μειώνονται κατά 3,7 τρισεκατομ. δολλάρια, γεγονός που ίσως λέει πολλά για την προβληματικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Με βάση, λοιπόν, τα ποσοτικά στοιχεία που προηγούνται, η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται σε κάμψη –γεγονός που κρίνεται ως μάλλον υγιής διόρθωση, όχι όμως και χωρίς παράπλευρες συνέπειες. Διότι, αν η κάμψη των παγκόσμιων κεφαλαιακών ροών συνεχιστεί, σίγουρα θα προκαλέσει ζημιά στις προσπάθειες που καταβάλλονται στην Δύση για έξοδο από την κρίση και την στασιμότητα.

Στην έκθεση της McKinsey επισημαίνεται επίσης ότι η απομόχλευση δεν παρατηρείται μόνον στις αναπτυγμένες οικονομίες, αλλά σταδιακά επεκτείνεται και στις αναδυόμενες –πράγμα που κάθε άλλο παρά θετικό είναι. Συγκεκριμένα, κάνοντας μια μικρή ιστορική αναδρομή, πρέπει να πούμε ότι τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά ενεργητικά (κεφαλαιοποιήσεις, δάνεια, μετοχές), από 12 τρισεκατ. δολλάρια που αντιπροσώπευαν το 1980, το 2007 ξεπερνούσαν τα 206 τρισεκατομμύρια. Την ίδια περίοδο, το χρηματοοικονομικό βάθος που μετρά τα ενεργητικά αυτά σε σχέση με το ΑΕΠ είχε αυξηθεί, από 120%, σε 355% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σήμερα, το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί κατά 43 ποσοστιαίες μονάδες, με την Δυτική Ευρώπη να αντιπροσωπεύει το 70% της πτώσης αυτής. Στον βαθμό δε που η πτώση αυτή συνεχίζεται στην Ευρώπη, εικάζεται ότι θα απομακρύνονται από την Γηραιά Ήπειρο και οι προοπτικές μιας νέας ανάπτυξης, ιδιαίτερα στους τομείς της καινοτομίας και των σύγχρονων υποδομών.

Από την άλλη μεριά, η ευρωπαϊκή τραπεζική δυσπραγία εντείνει τα προβλήματα ρευστότητος στην ευρωζώνη, κάνοντας όμως και εξαιρετικά επείγουσα την τραπεζική ένωση. Στην σημερινή ευρωπαϊκή πραγματικότητα, το 50% των κεφαλαιακών ροών εντός της ευρωζώνης οφείλονται στις χρηματοδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αποδεικνύεται, έτσι, κατόπιν εορτής, ότι η κεφαλαιακή κινητικότητα στην Ευρώπη είχε ξεπεράσει την ανάπτυξη κοινών θεσμών και ρυθμίσεων ως προς τις ροές κεφαλαίων. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει γενική και παγκόσμια επιβράδυνση των δανειακών ροών, δεδομένου ότι η μικρή άνοδος των τραπεζικών ενεργητικών στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν καλύπτει το κενό που άφησαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Γεγονός είναι επίσης ότι, στις αναπτυγμένες οικονομίες, οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις και οι πιέσεις από τους μετόχους για μείωση της ανάληψης κινδύνων περιορίζουν αισθητά τις πιστωτικές γραμμές των τραπεζών, οι οποίες τα πέντε τελευταία χρόνια έχουν ρευστοποιήσει περί τα 722 δισεκατ. δολλάρια περιουσιακά στοιχεία τους. Την ίδια περίοδο εντάθηκαν και οι έλεγχοι στις ξένες τράπεζες που δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη.

Αντίθετα, στις αναπτυσσόμενες χώρες οι κεφαλαιακές ροές παρουσιάζουν άνοδο και το 2012 έφθασαν το εντυπωσιακό ποσό των 1,6 τρισεκατομμυρίων δολλαρίων, με αποτέλεσμα η επενδυτική δραστηριότητα στις χώρες αυτές να βρίσκεται σχεδόν σε επίπεδα αιχμής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η χρηματοοικονομική αυτή δραστηριότητα στον αναπτυσσόμενο κόσμο ενισχύει τα κρατικά επενδυτικά ταμεία τους (sovereign funds), τα οποία καλύπτουν πλέον και το 45% των ξένων άμεσων επενδύσεων σε παγκόσμια κλίμακα. Μπορούμε έτσι να πούμε, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι η χρηματοπιστωτική κρίση του δυτικού καπιταλισμού το 2007 ενισχύει σήμερα την επέλαση του κρατικού καπιταλισμού, ο οποίος καλύπτει πλέον και ευρείες γεωγραφικές περιοχές.

Στο πλαίσιο των παραπάνω εξελίξεων και τονίζοντας ιδιαίτερα ότι η κάμψη στις παγκόσμιες κεφαλαιακές ροές έχει ευνοήσει την μείωση της ελλειμματικότητας των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών σε πολλές χώρες, η McKinsey εκπόνησε δύο σενάρια.

Με βάση το πρώτο σενάριο, εάν η σημερινή τάση στις κεφαλαιακές ροές παραμείνει στάσιμη, θα υπάρξει έως το 2020 στις αναπτυγμένες οικονομίες απομόχλευση των ιδιωτικών τραπεζικών και επιχειρηματικών ταμείων. Αυτό σημαίνει ότι τα οικονομικά στοιχεία του ενεργητικού επιχειρήσεων και τραπεζών θα χρηματοδοτούνται όλο και λιγότερο με δανειακά κεφάλαια, γεγονός που οδηγεί και σε σοβαρές διαρθρωτικές ανακατατάξεις. Εκτιμάται ότι η υποχώρηση των παγκοσμιοποιημένων τραπεζών θα οδηγήσει σε απώλεια ανταγωνιστικότητας και εξειδίκευσης τους τραπεζικούς τομείς των μικρών χωρών, με παράλληλη άνοδο του κόστους δανεισμού αλλά και συρρίκνωση του ρόλου των τραπεζών ως πηγής χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, χωρίς ισχυρές διασυνοριακές κεφαλαιακές ροές, στις αναπτυγμένες χώρες οι δανειστές θα αντιμετωπίσουν πιστωτική συμπίεση (credit crunch) –με ό,τι αυτή συνεπάγεται για την γενική οικονομική δραστηριότητα.

Στο σενάριο αυτό η McKinsey εκτιμά ότι οι ροές κεφαλαίων θα παραμείνουν στάσιμες για πολλά ακόμα χρόνια, με τις τράπεζες να ρίχνουν βάρος στις εθνικές εργασίες και όχι στην γεωγραφική τους επέκταση. Οι επενδυτές, από την πλευρά τους, θα γίνουν εξαιρετικά επιφυλακτικοί, θα αναλαμβάνουν ελάχιστους κινδύνους και είναι βέβαιον ότι τα ξένα επενδυτικά κεφάλαια θα προσέχουν σχολαστικά πού κατευθύνονται, γιατί και υπό ποιους όρους. Όλα αυτά σημαίνουν, βέβαια, ότι προβλήματα θα παρουσιάζει και ο κρατικός δανεισμός –κάτι που οι εγχώριοι «αναπτυξιολόγοι» θα πρέπει να μελετήσουν, αν έχουν αυτή την δυνατότητα.

 

Χρηματοοικονομική ανάταξη

Στο δεύτερο σενάριο της McKinsey, προβλέπεται ότι με τις απαραίτητες ορθές ενέργειες των χρηματοοικονομικών θεσμικών οργάνων ο κόσμος θα μπει σε μία πιο ισορροπημένη χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση, η οποία τελικά θα στηρίξει και την τόσο επιθυμητή ανάπτυξη. Προϋπόθεση για μια τέτοια εξέλιξη είναι η δημιουργία ενός παγκόσμιου ρυθμιστικού πλαισίου που θα διορθώσει τις υπερβολές οι οποίες παρατηρήθηκαν στα προ κρίσης χρόνια. Ένα τέτοιο πλαίσιο περιλαμβάνει καλά κεφαλαιοποιημένες τράπεζες, ξεκάθαρα πλάνα διασυνοριακών καλύψεων, προωθημένη εποπτεία και αμοιβαία συνεργασία μεταξύ των εθνικών ρυθμιστικών οργάνων.

Στο σενάριο αυτό, οι χώρες θα συνεχίσουν να κάνουν προσπάθειες για ουσιαστική χρηματοοικονομική εμβάθυνση, όπως η επέκταση της αγοράς επιχειρηματικών ομολόγων. Μια τέτοια αγορά, υπολογίζει η McKinsey, πέρα από το ότι θα υποβοηθήσει τις τράπεζες στην μείωση των μοχλεύσεων, μπορεί να αγγίζει τα 1,2 τρισεκατ. δολλάρια και να βοηθήσει στην στήριξη μιας πιο βιώσιμης ανάπτυξης. Είναι έτσι εφικτή η χρηματοδότηση φερέγγυων σχεδίων καινοτομίας και υψηλής τεχνολογίας, χωρίς να δημιουργηθούν ανισορροπίες.

Ο μεγάλος κίνδυνος για την παγκόσμια οικονομία, τονίζει η McKinsey, είναι να υπάρξει εκ νέου κάποια ανάπτυξη, που θα έχει αφετηρία τις αναδυόμενες οικονομίες, η οποία θα στηρίζεται εκ νέου σε χωρίς έλεγχο κεφαλαιακές ροές, ικανές να προκαλέσουν μια κρίση χειρότερη από την σημερινή.

Δυστυχώς, όμως, στο επίπεδο αυτό η έκθεση αποφεύγει να θίξει το θέμα των νομισματικών αντιπαραθέσεων που παρατηρούνται διεθνώς και των εκδόσεων χρήματος για την στήριξη κρατικών χρεών. Αυτοί οι δύο παράγοντες δεν προκαλούν ανισορροπίες;