Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου*.

«Δεν υπάρχει περίπτωση η Γερμανία να αφήσει την Ελλάδα να αποχωρήσει από την ευρωζώνη». Την εντυπωσιακή αυτή δήλωση μάς έκανε ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. Μάρτιν Σουλτς, στο πλαίσιο επισκέψεώς μας στο Βερολίνο μαζί με άλλους Έλληνες δημοσιογράφους. Επίσκεψη πολλαπλώς χρήσιμη, η οποία διοργανώθηκε από τις υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην ελληνική και στην γερμανική πρωτεύουσα. Στην φάση που βρίσκεται η Ευρώπη, πρέπει να τονωθεί η συνοχή της και βεβαίως να ενισχυθεί η οικονομία της, πιστεύει και διακηρύσσει ο κ. Μ. Σουλτς. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι το έργο είναι δύσκολο, γίνεται δε δυσκολότερο από την χρηματοοικονομική κρίση διεθνώς και το πρόβλημα του δημοσίου χρέους στην ευρωζώνη. Ένα πρόβλημα που ήταν ορατό, αλλά που οι ευρωπαϊκές πολιτικές και θεσμικές αρχές δεν τόλμησαν να αντιμετωπίσουν.

Στο επίπεδο αυτό, κάποιοι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιρρίπτουν ευθύνες στην Γαλλία και την Γερμανία, επισημαίνοντας ότι πρώτες οι δύο αυτές χώρες, που αποτελούν και τον βασικό άξονα της Ευρώπης, παρέβησαν ως προς το δημοσιονομικό έλλειμμα τους κανόνες της Συνθήκης του Μάαστριχτ –κάτι που όντως συνέβη, αλλά υπό συγκεκριμένες συνθήκες και, βεβαίως, όχι στο εύρος που όλοι γνωρίζουμε για την Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, οι δομές και επιδόσεις της γερμανικής και της γαλλικής οικονομίας επιτρέπουν στις δύο αυτές χώρες να καλύπτουν τα ελλείμματά τους με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι ο ευρωπαϊκός νότος για παράδειγμα. Έτσι, χάρη στην αυστηρή λιτότητα που επέβαλε στην Γερμανία η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του καγκελαρίου Γκ. Σρέντερ, και το γερμανικό δημόσιο χρέος μειώθηκε αισθητά και το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας συρρικνώθηκε και οι γερμανικές εξαγωγές εκτινάχθηκαν.

Για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, αναφέρουμε ότι μεταξύ 2000 και 2008 οι αμοιβές στην Γερμανία αυξήθηκαν 8,3%, στην Ελλάδα 40%, στην Ιταλία 36%, στην Ισπανία 38% και στην Ιρλανδία 88%! Είναι δε σαφές ότι, με εξαίρεση την Ιρλανδία όπου οι εξαγωγές τριπλασιάσθηκαν, στις άλλες χώρες –των οποίων η ανταγωνιστικότητα παρέμεινε μάλλον στάσιμη, στην δε Ελλάδα υπεχώρησε– προέκυψε μία σημαντική φούσκα στην αγορά ακινήτων τους, η οποία σήμερα αποτελεί και το μεγαλύτερο πρόβλημά τους. Με άλλα λόγια, όταν η γερμανική οικονομία, για να διατηρήσει την θέση της στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, έσφιγγε τα λουριά, στον ευρωπαϊκό νότο είχε ξεκινήσει ένα δανειακό πάρτυ, με αποτέλεσμα πολύς κόσμος να συγχέει την χορηγούμενη πίστωση με αποκτηθέν εισόδημα. Φτάσαμε έτσι ένα δυάρι στο ιστορικό κέντρο του Βερολίνου να κοστίζει 80.000 ευρώ και το αντίστοιχο δυάρι σε υποβαθμισμένη περιοχή της Αθήνας να πλησιάζει τα 200.000 ευρώ.

Αυτό, εξάλλου, είναι και ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γερμανία. Η οικονομική της ευρωστία οδηγεί προς τα πάνω τις τιμές των ακινήτων, γεγονός που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί αποσταθεροποιητικό και επικίνδυνο για την οικονομία της χώρας. Αυτός είναι και ο λόγος που η κ.Α.Μέρκελ αναθεωρεί κάποιες από τις απόψεις της για την πορεία της γερμανικής οικονομίας και προβληματίζεται αν η ευρωπαϊκή ύφεση θα πρέπει να την οδηγήσει προς την ενίσχυση της εσωτερικής ζητήσεως ή προς μεγαλύτερη επίδειξη αλληλεγγύης όσον αφορά στην προβληματική Ευρώπη. Και, όπως διαπιστώσαμε, υπάρχει στο Βερολίνο μία ισχυρή τάση να βοηθηθεί η Ελλάδα και να ενισχυθεί ο παραγωγικός της ιστός, ώστε να υπάρξει ταχύτερη έξοδος από την κρίση.

Το μεγάλο όμως πρόβλημα για την χώρα μας, πέρα από τα ωραία λόγια και τις αγνές προθέσεις, βρίσκεται στον τομέα της γραφειοκρατίας της, του σαρδανάπαλου θεσμικού πλαισίου της και της φορολογικής της ασάφειας. Γερμανοί πολιτικοί όλων των τάσεων καθώς και εκπρόσωποι επιχειρήσεων τόνισαν ότι η ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση και η αντίστοιχη ελληνική όχι μόνον δεν ομιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά ούτε και καταλαβαίνουν τα ίδια πράγματα. Αρνητικό είναι επίσης το γεγονός ότι, τριάντα χρόνια μετά την ένταξή της στο ευρωπαϊκό σώμα, η Ελλάδα παρουσιάζει τεράστιες διαφορές ως προς την εισαγωγή της κοινοτικής εννόμου τάξεως στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτή δε η μη ενσωμάτωση –την οποία κάποιοι παρουσιάζουν ως «εθνική κυριαρχία»– μάς κοστίζει αθροιστικά κάποια εκατομμύρια ευρώ, τα οποία κάποτε θα διεκδικηθούν.

Είναι δε θλιβερό, μπροστά στα ουσιαστικά προβλήματα της χώρας, κάποιοι να αναφέρονται σε «επαχθή χρέη» και λοιπές φαιδρότητες. Φαιδρότητες οι οποίες, με την σειρά τους, τροφοδοτούν βεβαίως λαϊκισμούς και ανιστόρητες διαδόσεις εις βάρος της χώρας.

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει πλέον βαθύτατο πρόβλημα υφέσεως. Όπως επισημαίνεται από τραπεζικούς παράγοντες, η συρρίκνωση του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) μέχρι το 2014 μπορεί να φθάσει το -25% σε σταθερές τιμές του 208. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει και σε νέα άνοδο της ανεργίας, με ό,τι αυτή συνεπάγεται στην συνοχή του κοινωνικού ιστού. Ακόμα χειρότερα, η ανεργία αυτή υπάρχει κίνδυνος να προσλάβει μακροχρόνιο χαρακτήρα και να προκαλέσει ανήκεστες κοινωνικές βλάβες στη νεολαία της χώρας. Υπό δε παρόμοιες συνθήκες διακυβεύεται πλέον σοβαρά και το μέλλον της χώρας σε μία εποχή ανακατατάξεων. Εάν την περίοδο αυτή η Ελλάδα οδηγηθεί και σε νέα αναδιάρθρωση του χρέους της, η φήμη της χώρας θα καταβαραθρωθεί για πάρα πολλά χρόνια.

Είναι λοιπόν επείγουσα η ανάγκη της βελτιώσεως του επενδυτικού κλίματος –και αυτό μπορεί να γίνει μόνον με θεαματικές ενέργειες. Ήδη, από δεκαπενθημέρου, οι διεθνείς αγορές βλέπουν εκ νέου με μεγάλη καχυποψία τον ευρωπαϊκό νότο. Οι δε πολυπροβαλλόμενες συγκρούσεις σε Ισπανία, Ελλάδα και αλλού κάθε άλλο παρά την επενδυτική εικόνα βελτιώνουν. Απαιτούνται συνεπώς ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες, με επίκεντρο την δημόσια διοίκηση. Επενδυτές υπάρχουν στην Γερμανία για την Ελλάδα, και μάλιστα σε τομείς αιχμής. Το μόνο που αναμένουν είναι ένα σταθερό θεσμικό περιβάλλον και λιγότερο μίσος από αυτό που συστηματικά καλλιεργούν οι πραγματικοί εχθροί της χώρας.

*O Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος πραγματοποίησε τις γυμνασιακές του σπουδές διαδοχικά, στη Σχολή Μπερζάν, στο Λεόντειο Λύκειο και στο Αρέθειο. Στη συνέχεια, σπούδασε στο Βέλγιο Οικονομικές και Εμπορικές Επιστήμες εφαρμοσμένες στις υπό ανάπτυξη χώρες. Πτυχιούχος του Πανεπιστημιακού Κέντρου της Μονς, παρακολούθησε, επίσης, στα πανεπιστήμια της Λιέγης, της Λίλλης και των Βρυξελλών, Πολιτική Οικονομία και Κοινωνιολογία, Δημοσιογραφία και Τεχνικές Επικοινωνίας, Φιλοσοφία και Οικονομική των Επιχειρήσεων. Με τη δημοσιογραφία ασχολήθηκε το 1956, σαν συνεργάτης της “Αθλητικής Ηχούς” και του “Νεολόγου Πατρών”. Το 1963 προσελήφθη ως συντάκτης στον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” και το “Οικονομικό Βήμα” και από το 1966 υπήρξε ανταποκριτής τους στο Βέλγιο. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1977 και ξανάρχισε τη συνεργασία του με τον “Οικονομικό Ταχυδρόμο” στο τέλος της ίδιας χρονιάς. Συνεργασία που σταμάτησε τον Ιούλιο του 2004, με αφορμή τη διακοπή της κυκλοφορίας του περιοδικού. Στην πολυετή σταδιοδρομία του συνεργάστηκε με τις εφημερίδες “Ελεύθερος Τύπος”, “Απογευματινή”, “Τύπος της Κυριακής”, “Πελοπόννησος” της Πάτρας, “Μακεδονία”, “Θεσσαλονίκη”, κ.α. Όπως επίσης και με τα γνωστά περιοδικά “Status”, “Manager”, “Retail”, κ.α. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες “Εστία”, “Ναυτεμπορική”, “Κόσμος Σαββατοκύριακο” και “Βήμα της Αιγιαλείας”. Επιμελείται την εκπομπή “Δρόμοι της Ανάπτυξης” της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων στο Κανάλι 10/ Sbc και είναι σύμβουλος της εκπομπής “Καρριέρα: Πού;” στο ίδιο τηλεοπτικό κανάλι. Είναι επίσης επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων, πρόεδρος του ελληνικού της τμήματος και μέλος της ΔΣ της Ένωσης Συντακτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Έχει βραβευθεί με 42 ελληνικά και διεθνή δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής και της Ουγγρικής Δημοκρατίας.