Γράφει ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Πάλλας.

8 Απριλίου-Παγκόσμια Ημέρα των Ρομ.

Μπορεί να υπάρξει έθνος χωρίς κράτος και χωρίς μια πραγματικά κοινή γλώσσα; Ασφαλώς, απαντά σήμερα μια πλειάδα πολιτικών οργανώσεων που αγωνίζονται για το δικαιώματα του λαού των Ρομ. Ενάντια στην καταναγκαστική αφομοίωση που εφαρμόστηκε επί δυο αιώνες στην Ευρώπη, από τις πεφωτισμένες μο­ναρχίες ως τις δημοκρατίες, χωρίς να υπολογίζου­με και τον σταλινισμό, οι νέοι υποστηρικτές των Ρομ απαιτούν την αναγνώριση του πολιτισμού και του τρόπου ζωής τους. Στις οργανώσεις αυτές συνα­ντώνται προσωπικότητες από διαφορετικούς κόσμους, όπως ο πολυεκατομμυριούχος Τζορτζ Σο­ρός και ο συγγραφέας Γκίντερ Γκρας.

Το περιοδικό «Κουριέ Ιντερνασιονάλ» συγκέντρω­σε κείμενα από πολλές εφημερίδες, κυρίως τσέχικες, ουγγρικές, αλλά και γερμανικές, δίνοντας μια σφαιρική εικόνα του προβλήματος: Αποτελούν την πιο σημαντική εθνική μειονότη­τα στην Ευρώπη και ζουν ανάμεσα στην παράδο­ση και την εποχή του Ίντερνετ. Δεν έχουν ακούσει για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και για το πνεύμα μιας Ευρώπης χωρίς σύνορα,  Είναι οι Ρομ -λέ­ξη που σημαίνει  άνθρωπος στη δική τους γλώσσα,  τα  ρομανί-  μια κοινότητα 8 εκατομμυρίων περίπου ατόμων που συγκρούονται καθημερινά με τον ρατσισμό που τους κατατρύχει εδώ και πέντε αιώνες. Σήμερα, ελπίζουν σε μια πολυπολιτιομική Ευρώπη, μέσα στην οποία θα έχουν μια θέση, Σύμ­φωνα με τον καθηγητή τσιγγάνικων μελετών του Πα­νεπιστημίου του Γκρίνγουϊτς, στην Αγγλία, Τόμας Άκτον, υπάρχουν σε ολόκληρο τον κόσμο πάνω α­πό 100 διαφορετικές ομάδες Ρομ, χωρίς κάποια α­πό αυτές να θεωρείται πιο αυθεντική από τις άλλες. Αυτό που τις ενώνει, είναι η γλώσσα ρομανί, η οποία ομιλείται από τις περισσότερες ομάδες. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε με ακρίβεια τον αριθμό των Ρομ που ζουν στην Ευρώπη. Σε αυτή την περίοδο, που αναβιώνουν οι εθνικισμοί, οι τσιγγάνοι αποφεύ­γουν να δηλώσουν την καταγωγή τους, φοβούμενοι μια ενδεχόμενη απέλαση από τις αρχές της χώρας στην οποία ζουν. Εδώ και είκοσι χρόνια, οι συναντή­σεις μεταξύ Ρομ σε εθνική ή διεθνή κλίμακα γίνονται κάτω από τον κυματισμό της σημαίας της κοινότη­τας τους, η οποία αποτελείται από μια λωρίδα γαλα­νή και μια πράσινη, που συμβολίζουν τον ουρανό και τα λιβάδια, αντίστοιχα, ενώ στο κέντρο απεικονίζεται μια ρόδα κάρου, παραδοσιακού συμβόλου της τσιγγάνικης κουλτούρας. Η οικογένεια βρίσκεται στο κέ­ντρο της κοινωνικής τους οργάνωσης. Η κουλτούρα και ο τρόπος ζωής τους εμπνέονται από τον πνευματισμό της Ανατολής, ενώ υπήρχε: έντονα αναπτυγμένη η θρησκευτική έννοια του σεβασμού της μνήμης των νεκρών και η μοιρολατρεία. Η πρόβλε­ψη για το μέλλον δεν ανήκει στη δική τους φιλοσοφία, κάτι που εξηγεί την προτίμηση τους σε επαγγέλματα που μπορούν να ασκήσουν με ανεξάρτητο -τρόπο, ιδιαίτερα χειρωνακτικές εργασίες στην ύπαι­θρο. Το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα αυτού του λαού, σε συνδυασμό με τον πλούτο της τέχνης του, μετατρέπουν τις συγκεντρώσεις του στους τόπους προσκυνήματος, σε εκδηλώσεις ξεχωριστής ομορφιάς.

Στη Γαλλία, χιλιάδες τσιγγάνοι και μη τσιγγάνοι, (Γκαντζέ, τους λένε στη γλώσσα τους) συγκεντρώνονται κάθε χρόνο τον Μάιο σε ένα χωριό της Κομάργκ, στη Νότια Γαλλία, για να γιορτάσουν της Αγία Σάρα, τη Μαύρη Παναγία των Ρομ. Στην Ισπανία το προσκύνημα των τσιγγάνων στην Παρθένο Φαρμακολύτρια, στην Εστραμαδούρα, έχει γίνει τόπος διεθνούς συνάθροισης. Η Παναγιά της Φάτιμα, στην Πορτογαλία, επίσης συγκεντρώνει πλήθος πιστών -τσιγγάνων και «Γκαντζέ».

«Οι τσιγγάνοι απέδειξαν ότι είναι Ευρωπαίοι, ωστόσο η Ευρώπη θα αποδείξει πως είναι πολιτι­σμένη μόνο τη μέρα που ένας τσιγγάνος θα μπορεί να μετακινείται ελεύθερα από την Κωνστα­ντινούπολη ως το Δουβλίνο», λέει ο διάσημος βιο­λιστής Γεχούντι Μενουχίν, που τον τελευταίο καιρό πυκνώνει τις επαφές του με εκπροσώπους οργανώ­σεων Ρομ. «Από την εποχή του ναζισμού, εμείς, οι τσιγγάνοι δεν είχαμε αντιμετωπίσει τόσο ανησυχητικά ρατσιστικά φαινόμενα, όσο σήμερα», καταγγέλλει ο πρώην σοσιαλιστής ευρωβουλευτής, Χουάν ντε Ντίος Ραμίρεθ – Ερέντια, Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, οι διώξεις πληθαίνουν στην Ουγγαρία, την Τσεχοσλοβακία, τη Ρωσία, και τη Βουλγαρία, παρά το γεγονός ότι σε αυτές τις χώρες οι Ρομ εκ­προσωπούνται στα Κοινοβούλια. Οι επιθέσεις εναντίον των τσιγγάνων έφτασαν πρόσφατα σε επίπεδο παροξυσμού στη Ρουμανία, οπού διαπράχτηκαν εγκλήματα και εμπρησμοί οικισμών τσιγγάνων, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αντίδραση από την πλευρά της κυβέρνησης.

Στη Γερμανία, οι οργανώσεις Ρομ κατήγγειλαν τη σκανδαλώδη συμφωνία του 1992 με την οποία οι γερμανικές αρχές μπορούσαν να απελάσουν στη χώρα καταγωγής τους τους Ρουμάνους τσιγγάνους, χορηγώντας μια αποζημίωση 30 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων στην κυβέρνηση του Βουκουρεστίου. Το Ευρωπαϊκό Κέντρο για τα Δικαιώματα των  Ρομ απηύθυνε στις 6 Νοεμβρίου 1996, μια επιστολή διαμαρτυρίας στον καγκελλάριο Κολ για την αναγκαστική μεταφορά των τσιγγάνων προς τις Δημο­κρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο κατάλογος, με τις ρατσιστι­κές επιθέσεις ε­ναντίον των Ρομ στην Ευρώπη μακραίνει με ιλιγγιώδη ρυθμό και προστίθεται στις φωνές του Λεπέν στη Γαλλία και  του Γιέργκ Χάιντερ στην Αυστρία. Για να αναχαιτίσουν αυτό το κύμα νεοφασισμού, οι οργανώσεις Ρομ επιδιώκουν να εξασφαλίσουν από ευρωπαϊκούς θεσμούς μια νομοθεσία, που θα αναγνωρίζει τον ρατσισμό ως έγκλημα. Παράλληλα, οι τσιγγάνοι παλεύουν για τη βελτίωση του βιωτικού τους επιπέδου και για την αποδοχή από τους άλλους της πολιτισμικής τους ιδιαιτερότητας.

Για τον Χουάν ντε Ντιος Ραμιρέθ –Ερεντία, το μέλλον των Ρομ εξαρτάται από την βούλησή τους να διατηρήσουν την πολιτισμική τους ταυτότητα στον 21ο  αιώνα. «Όλοι εμείς οι τσιγγάνοι έχουμε ένα κοινό  σχέδιο ζωής, που απορρέει από την αποδοχή αυτού που ονομάζουμε τσιγγάνικης νόμος, εξηγεί. Όταν θα φτάσουμε σε ένα μορφωτικό επίπεδο που θα μας  επιτρέπει να ασκήσουμε τις προσωπικές  μας ελευθερίες ως Ευρωπαίοι πολίτες, δεν θα έχουμε άλλο βοήθημα από το οποίο θα πιαστούμε για να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας παρά μόνο τις παραδόσεις, την κουλτούρα και τη γλώσσα μας».

Να πάρουν  ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο

Ο Γερμανός συγγραφέας, πρόσφατα δημιούρ­γησε ένα ίδρυμα για τον λαό των Ρομ. Στην ει­σήγηση του, κατά τα εγκαίνια του ιδρύματος, εξή­γησε αυτή την επιλογή του. Μεταξύ άλλων, είπε: «Οι Ρομ, όσο κανένας άλλος λαός, εκτός από τους Εβραίους, υπέστησαν διώξεις, διακρίσεις και ειδικά στη Γερμανία, μια προγραμματισμένη εξόντωση. Αυτή η αδικία εξακο­λουθεί να υφίσταται. Δύσκολα παραδεχό­μαστε πως οι Ρομ υπήρξαν θύματα της εγκληματικής πολιτικής που άσκησαν οι εθνοσοσιολιστες στο όνομα της καθαρότη­τας της φυλής. Και σήμερα, ενώ επιτέ­λους παραδεχτήκαμε τη γενοκτονία των Εβραίων, δεν κάνουμε σχεδόν καμία ανα­φορά στον αφανισμό πολλών εκατοντά­δων χιλιάδων, «τσιγγάνων που δεν άξιζαν να ζουν», στα στρατόπεδα του Άουσβιτς, της Τρεμπλίνκα και άλλους τόπους φρί­κης. Η πολιτική της Γερμανίας είναι εχθρι­κή απέναντι στους ξένους, αλλά ιδιαίτερα έναντι των τσιγγάνων, οι οποίοι αν και Γερμανοί πο­λίτες αισθάνονται περιφρονημένοι, σε αντίθεση με άλλους αλλοδαπούς, που είναι καλύτερα οργανω­μένοι, όπως οι Εβραίοι και έχουν την υποστήριξη του κράτους του Ισραήλ. Για τους Ρομ δεν ισχύει το ίδιο. Πώς εξηγείται λοιπόν πως, ενώ κινητοποι­ούμαστε συχνά για ξένους, είμαστε ελάχιστα πρό­θυμοι να κάνουμε κάτι για τους Σιντέ, όπως ονομά­ζονται οι τσιγγάνοι που κατοικούν στην Γερμανία α­πό χρόνια.

«Είναι αλήθεια πως κληρονομήσαμε από τη ρο­μαντική εποχή μια συμπάθεια για αυτό που ονομά­ζουμε «μποέμικη ζωή»: τα ωραιότερα ποιήματα του Αέναου, τα πιο διάσημα λίντερ του Μπραμς δεν α­ποτελούν μέρος της πολιτιστικής μας κληρονο­μιάς; Αλλά όταν τα μέλη αυτού του λαού που εδώ και 600 χρόνια αναζητούν έναν προσωρινό τόπο εγκατάστασης, ελλείψει πατρίδας στην Ευρώπη, για να ζήσουν ειρηνικά μαζί μας, η μποέμικη ζωή δεν μας φαίνεται πια τόσο ελκυστική. «Οι άνθρωποι του ταξιδιού» δυσκολεύονται να μείνουν κάπου. Στη χειρότερη περίπτωση, επικαλούμαστε άλλους ξέ­νους, τους οποίους μόλις και μετά βίας ανεχόμα­στε και οι οποίοι με τη σειρά τους δείχνουν αδιάλ­λακτοι μόλις διακρίνουν τσιγγάνους στον ορίζοντα.

«Τι μπορούμε να κάνουμε; Δεν έχω λύσεις- θαύματα να προτείνω. Θα ήθελα ωστόσο να αναφέρω κάποιες προσπάθειες που γίνονται προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η ίδρυση της «Εταιρείας για τους απειλούμενους λαούς», που έχει ένα γραφείο τσιγγάνικων πρωτοβουλιών στη Ρουμανία και υποστηρίζει διάφορα προγράμματα στους τομείς της γεωργίας και της μεταλλουργίας. Αυτός ο οργανι­σμός αλληλοβοήθειας υποστηρίζεται από τη Λου­θηρανή Εκκλησία της Γερμανίας, από το Συμβού­λιο της Ευρώπης και από το Ίδρυμα Freudenberg. Παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν σε τέτοιου εί­δους πρωτοβουλίες, είναι οι μόνες που μπορούν να προωθήσουν την κατάσταση. Γι’ αυτό, το νέο Ίδρυ­μα για τους Ρομ θα απονέμει ένα βραβείο κάθε ένα ή δύο χρόνια για να ανταμείψουμε τις προσπάθειες αυτές. Θα λαμβάνουμε επίσης υπόψη μας πολιτι­στικές εκδηλώσεις, όπως και εργασίες δημοσιο­γραφικές ή επιστημονικές αναλύσεις που θα έχουν ως θέμα την κοινωνική ή κοινωνιολογική κατάστα­ση των Ρομ που ζουν στην Ευρώπη. Αν δεν θέλου­με να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση ένα γραφειοκρατι­κό τέρας υποταγμένο στην παντοδύναμη οικονο­μία, εμείς οι Γερμανοί θα πρέπει να αντιμετωπίσου­με τους Ρομ, που βρίσκονται διασκορπισμένοι στις τέσσερις γωνιές της Ευρώπης, ως Ευρωπαίους με όλη τη σημασία του όρου. Επείγει λοιπόν να απο­κτήσουν ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο, που θα τους επιτρέπει να διαμένουν σε οποιοδήποτε ευρωπαϊ­κό κράτος, από τη Ρουμανία ως την Πορτογαλία. Αλλά ακόμη βρισκόμαστε μακριά από αυτή την ει­κόνα.

                                                ΠΑΛΛΑΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ -ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ